Supreme Court annuls appealable judgment regarding will validity based on public morals and evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Thessaloniki Court of Appeal's decision rejecting an appeal against a will that excluded the appellants. The appellants argued the will violated public morals by disinheriting them in exchange for sexual services, while the appellees claimed the testator honored them after estrangement. The court found the appellate court failed to properly evaluate evidence proving the appellants were not sexual partners, rendering the will's validity questionable under public morals.
Legislator headnote
AI generatedArticles 178 of the Civil Code; A testamentary disposition excluding a person with whom the testator was homosexual and had a sexual partner is not inherently contrary to public morals unless it constitutes unjustifiable contempt of the testator's immediate family or dehumanizes the recipient.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 827 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 827/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου-εισηγήτρια, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Β. Δ. του Θ., 2Μ. -Ε. Δ. του Θ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ηλιόκαυτο, που ανακάλεσε την από 6-2-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. M. D. του S. (Μ. Δ. του Σ.), 2 N. D. του S. (Ν. Δ. του Σ.), κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηρακλή Φωτιάδη, που ανακάλεσε την από 8-1-2018 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10037/2015 του ιδίου Δικαστηρίου, 1510/2017 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 178 ΑΚ διάταξη τελευταίας βούλησης που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, για την κρίση δε περί της αντιθέσεως της διατάξεως τελευταίας βούλησης στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διάταξης, τα αίτια που ώθησαν το διαθέτη, ο σκοπός που αυτός επιδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών, που συνοδεύουν τη διάταξη.
Η κατάληψη με διάταξη τελευταίας βούλησης περιουσίας σε πρόσωπο με το οποίο ο διαθέτης, όντας ομοφυλόφιλος, είχε ως ερωτικό του σύντροφο, δεν ενέχει από μόνη της περιεχόμενο, αντικείμενο στα χρηστά ήθη, εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία διάταξη, από τον τρόπο που έγινε και τις εν γένει περιστάσεις, συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, καθώς και αν η ίδια διάταξη αποτελεί με τον τρόπο εκδήλωσής της πλήρη ευτελισμό της αξίας του ανθρώπου ή είδος εμπορίας του ανθρώπινου σώματος.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ’ Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Στις 23-7-2013 απεβίωσε στη "..." Θεσσαλονίκης συνεπεία εγκεφαλικής αιμορραγίας, σε ηλικία 81 ετών ο Π. Δ.. Ο αποβιώσας ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν συνταξιούχος ιατρός - παιδίατρος, κατέλιπε μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς τους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Θ..
Πριν το θάνατο του, επιθυμώντας να ρυθμίσει τα περιουσιακά του στοιχεία μετέβη στις 11-7-2008 στο γραφείο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Σ., όπου παρουσία δεύτερου συμβολαιογράφου, του Ο. Β. και της μάρτυρα Ε. Λ., συντάχθηκε η υπ’ αριθμό .../2008 δημόσια διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αρίθμ. ...2013 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με τη διαθήκη ο Π. Δ., αφούανακάλεσε κάθε προγενέστερη διαθήκη του, εγκατέστησε κληρονόμους τους παρακάτω αναφερόμενους στους οποίους επιθυμούσε να περιέλθουν τα περιουσιακά του στοιχεία: 1) τον Π. Τ. (μη διάδικο), σε ανταπόδοση και αναγνώριση των υπηρεσιών αυτού και των γονέων του προς το πρόσωπο του, όταν υποβλήθηκε διαδοχικά σε εγχειρήσεις χολοκυστεκτομής και ττροστάτου το Φεβρουάριο του έτους 2002, στον οποίο κατέλιπε ένα αγροτεμάχιο στη θέση "..." του ...
και 2) τους εναγόμενους και ήδη εφεσίβλητους, στους οποίους κατέλιπε κατ’ ισομοιρία όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσίας του, όπου και αν βρεθεί. Επίσης όρισε να περιέλθουν σε αυτούς όλες οι καταθέσεις, ομόλογα, προθεσμιακές καταθέσεις και πάσης φύσεως δικαιώματα σε οποιαδήποτε τράπεζα, όπως στην ...
ΒΑΝΚ, στην Εθνική Τράπεζα ή στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ή όπου αλλού βρεθούν. Στη συνέχεια απέκλεισε ρητά από την κληρονομιά οποιοδήποτε συγγενικό του πρόσωπο και ειδικότερα την οικογένεια του προαποβιώσαντος αδελφού του Θ. Δ., δηλαδή τη σύζυγο και τα δύο παιδιά του, λόγω της κακής συμπεριφοράς τους προς τη μητέρα του Β.
Δ. , αλλά και προς τον ίδιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης ήταν εν ζωή άγαμος και ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού-παιδιάτρου, είχε πολύ χαμηλό ανάστημα (νάνος) και ήταν ομοφυλόφιλος, γεγονός το οποίο δεν απέκρυψε καθόλη τη διάρκεια της ζωής του. Με την οικογένεια του αδελφού του διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις, βάπτισε τον ανηψιό του (δεύτερο εκκαλούντα), και συμμετείχε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις (Χριστούγεννα, Νέο έτος, Πάσχα, ονομαστικές γιορτές, καλοκαιρινές διακοπές).
Μετά το θάνατο του αδελφού του, που συνέβη το έτος 1999, αγόρασε με το υπ’ αριθμ. ...2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Β., το μερίδιο των συγκληρονόμων του, δηλαδή της συζύγου του αποβιώσαντος Α. Δ. και των ανηψιών του (εναγόντων), επί της πατρικής οικίας στην οδό ..., στην οποία αυτός διέμενε μέχρι το θάνατο του.
Το έτος 2001 περίπου ο διαθέτης, ο οποίος ζούσε μόνος του και είχε ανάγκη οικιακής βοηθού, με τη διαμεσολάβηση φιλικού του προσώπου, προσέλαβε την μητέρα των εφεσίβλητων, αλβανικής καταγωγής, προκειμένου να παρέχει αρχικά υπηρεσίες καθαριότητας στην κατοικία και στο ιατρείο του. Στη συνέχεια η προαναφερόμενη ανέλαβε καθήκοντα οικιακής βοηθού, εκτελούσε όλες τις οικιακές εργασίες (μαγείρεμα, πλύσιμο ρούχων κλπ).
Με το πέρασμα του χρόνου ο διαθέτης αποξενώθηκε σιγά-σιγά από την οικογένεια του προαποβιώσαντος αδελφού του, γνώρισε την οικογένεια της οικιακής βοηθού, δηλαδή το σύζυγο της και τα δύο τέκνα της (εφεσίβλητοι), οι οποίοι ήταν παντρεμένοι και είχε ο καθένας δύο ανήλικα τέκνα. Μαζί τους δημιούργησε στενούς δεσμούς, επισκεπτόταν αυτούς τακτικά στην οικία τους στο Αμπελόκηπους Θεσσαλονίκης και τους καλούσε στην εξοχική του κατοικία στην ..., όπου διέμεναν το Πάσχα και τις καλοκαιρινές διακοπές.
Οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι ασχολούνταν επαγγελματικά με οικοδομικές εργασίες, ανέλαβαν τη συντήρηση και διάφορες εργασίες της εξοχικής κατοικίας του, όπως ελαιοχρωματισμό, περίφραξη οικοπέδου, τοποθέτηση πέτρας. Ο διαθέτης Π. Δ. συμπαραστάθηκε στους γονείς των εφεσίβλητων, οι οποίοι αντιμετώπισαν προβλήματα υγείας, αναλαμβάνοντας την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, αλλά και οι εφεσίβλητοι συμπαραστάθηκαν αυτόν, όταν υπέστη καρδιακό επεισόδιο και εισήχθη στην κλινική "...", όπου νοσηλεύθηκε για τρείς ημέρες και το έτος 2009, όταν υποβλήθηκε σε εγχείρηση κοίλης.
Το έτος 2008, ο Π. Δ., ο οποίος αποφάσισε να τιμήσει τους εφεσίβλητους, προέβη στη σύνταξη της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης, το περιεχόμενο της οποίας δεν αποδείχθηκε ότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ανεξάρτητα από τη σεξουαλική του ταυτότητα, δεν αποδείχθηκε ηθική διαστροφή ή πώρωση του διαθέτη, η οποία μάλιστα να συνδέεται με τον τρόπο που κατέλιπε την περιουσία του.
Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι, με τους οποίους, όπως προαναφέρθηκε, διατηρούσε οικογενειακές σχέσεις, ήταν ερωτικοί του σύντροφοι και ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις της διαθήκης έγιναν αποκλειστικά και μόνο ως ανταμοιβή των, προκειμένου αυτοί να προσφέρουν στο διαθέτη τις ερωτικές τους υπηρεσίες.
Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο Π. Δ. πέντε (5) χρόνια πριν από το θάνατο του αποφάσισε ελεύθερα να καταστήσει κληρονόμους τους εφεσίβλητους και μετέβη στο συμβολαιογραφικό γραφείο του Σ. Σ., όπου, ενώπιον δύο συμβολαιογράφων, όπως παραπάνω αναφέρεται, εξέφρασε την τελευταία του επιθυμία για τη διάθεση των περιουσιακών του στοιχείων.
Με τη διαθήκη αποκλήρωσε την οικογένεια τουπροαποβιώσαντος μεγαλύτερου αδελφού του Θ., στην οποία συμπεριλαμβάνονται η σύζυγος και τα δύο τέκνα του (ενάγοντες) με την αιτιολογία ότι τα συγγενικά του πρόσωπα επέδειξαν κακή συμπεριφορά προς τον ίδιο και τη μητέρα του Β. Δ.. Ο διαθέτης στο τέλος της διαθήκης δήλωσε επί λέξει "...Άλλωστε ουδεμία έχω υποχρέωση προς αυτούς οι οποίοι ουδέποτε προσέφεραν σε μένα οτιδήποτε , ούτε συμπαραστάθηκαν σε μένα οποτεδήποτε...".
Από το όλο περιεχόμενο της διαθήκης αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης είχε αποφασίσει να περιέλθουν τα περιουσιακά του στοιχεία στους εφεσίβλητους και την επιθυμία του αυτή εξέφρασε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, χωρίς να προβαίνει σε απρεπείς χαρακτηρισμούς, θίγοντας την τιμή και αξιοπρέπεια των εγγύτατα συγγενικών του προσώπων-εναγόντων, τους οποίους απέκλεισε από την κληρονομιά.
Η τελευταία αυτή διάταξη, με τον τρόπο που έγινε και τα περιστατικά που τη συνοδεύουν, δε συνιστά σε καμμία περίπτωση εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρόνησης προς τους ενάγοντες-εκκαλούντες, μοναδικούς εξ αίματος συγγενείς του, ούτε αποτελεί εκδήλωση πλήρους ευτελισμού της αξίας του ανθρώπου. Εξάλλου η βούληση του διαθέτη να μην περιέλθει η περιουσία του στους εκκαλούντες ήταν σταθερή από πολλά έτη, καθόσον και με την προγενέστερη υπ’ αριθμ. .../2003 δημόσια διαθήκη του, την οποία ανακάλεσε, δεν εγκατέστησε τους εκκαλούντες κληρονόμους του, αιτιολογώντας την αποκλήρωση στην κακή συμπεριφορά που επέδειξαν, για τον ίδιο δηλαδή λόγο που αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη διαθήκη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή των αναιρεσειόντων με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της επίμαχης δημόσιας διαθήκης, σε σχέση με τη διάταξη αυτής με τον οποία ο διαθέτης, αδελφός του προαποβιώσαντος πατέρα τους εγκατέστησε κληρονόμους του, τους εναγομένους και απέκλεισε αυτούς, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, καθώς επίσης να αναγνωρισθεί μετά την ακύρωση της διαθήκης και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό τους δικαίωμα στην κληρονομία του τελευταίου.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειοντων κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης ως προς την προαναφερόμενη διάταξη αυτής, μεταξύ άλλων 1) τις ακόλουθες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης α)την .../2015 του Θ.
Υ., β) την ...2017 του Β. Γ. και γ) την ...2017 του Μ. Ν., στις οποίες οι δεύτερος και τρίτος εκτός των άλλων καταθέτουν ότι ο διαθέτης διατηρούσε ερωτικές σχέσεις με τους αναιρεσιβλήτους, γεγονός το οποίο ο δεύτερος τούτων πληροφορήθηκε από τη σύζυγό του και τη σύζυγο συναδέλφου του, που είχαν συναντήσει σε παραλία της Χαλκιδικής, το διαθέτη σε ερωτικές περιπτύξεις με το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ο δε τρίτος (των μαρτύρων) ως έχων ιδίαν αντίληψη για τον ερωτικό δεσμό του διαθέτη με τους αναιρεσίβλητους γιατί είχε συναντήσει αυτόν σε ερωτικές περιπτύξεις με τον προαναφερόμενο, που έδειχνε άβουλο πλάσμα στα χέρια των αναιρεσιβλήτων, έρμαιο των ερωτικών του επιθυμιών και του πάθους του προς αυτούς.
Ότι ο διαθέτης διατηρούσε πολύ καλές προσωπικές σχέσεις με τους αναιρεσείοντες και τη μητέρα τους και μετά το θάνατο του αδελφού του στον οποίο οφείλει τη μόρφωσή του και την επαγγελματική του εξειδίκευση, καθ’ όσον εκείνος (ο αδερφός) εγκατέλειψε τις δικές του πανεπιστημιακές σπουδές και μετανάστευσε στην Αμερική, ώστε να εργασθεί και να εξοικονομήσει χρήματα, για να τον συνδράμει οικονομικά, και μέχρι το δικό του θάνατο, και ότι ο πρώτος των παραπάνω μαρτύρων, φιλοξενήθηκε πολλές φορές με το διαθέτη, τόσον στην κύρια κατοικία της μητέρας των αναιρεσειόντων, όσον και στην εξοχική της κατοικία, πολλές γιορτινές και όχι μόνο ημέρες, και ότι ο αποκλεισμός των αναιρεσειόντων από την κληρονομία του, όπως αναφέρεται στη διαθήκη και λόγω κακής συμπεριφοράς αυτών και της μητέρας τους προς τη δική του μητέρα (του διαθέτη) δεν είναι αληθής γιατί η πρώτη των αναιρεσειόντων κατά το χρόνο θανάτου της μητέρας του (διαθέτη) ήταν ηλικίας δύο χρόνων και ο δεύτερος τούτων δεν είχε ακόμα γεννηθεί 2) την .../18-7-2013 απόδειξη είσπραξης από την ...
χρηματικού ποσού, που κατέβαλε η μητέρα των αναιρεσειόντων για τη μεταφορά του διαθέτη με ασθενοφόρο σε ιδιωτική κλινική λίγες ημέρες πριν από το θάνατό του 3) τις .../19-7-2013, ...23-7-2013 και ...29-7-2016 αποδείξεις της ιδιωτικής κλινικής που νοσηλεύθηκε ο τελευταίος "....", από τις οποίες προκύπτει ότι η μητέρα των αναιρεσειόντων κατέβαλε τις δαπάνες για την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας του, καθώς και για την αμοιβή αποκλειστικής νοσοκόμου 4) το ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου του διαθέτη στο οποίο και υπό την ένδειξη "Ο παρασχών στον ιατρό τις λοιπές πληροφορίες για το θανόντα πλην της αιτίας του θανάτου" αναγράφεται το όνομα της μητέρας των αναιρεσειόντων 5) την .../24-7-2013 εντολή ανάθεσης κηδείας, το .../24-7-2013 διπλότυπο είσπραξης του ..., την ...25-7-2013 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της ..., την .../29-7-2013 απόδειξη είσπραξης της ...
την .../23-7-2013 απόδειξη είσπραξης της ίδιας υπηρεσίας και την .../23-7-2013 απόδειξη ΙΚΑ, από τις οποίες προκύπτει ότι η οικογένεια των αναιρεσειόντων επιμελήθηκε για την ταφή του διαθέτη. Από τις παραδεκτώς επισκοπούμενες, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προτάσεις των τελευταίων ενώπιον του Εφετείου, για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι γίνεται σ’ αυτές σαφής και ορισμένη επίκληση των παραπάνω εγγράφων.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση το οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή, με τις ειδικότερες παραδοχές ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν ερωτικοί σύντροφοι του διαθέτη και ότι στην κατάληψη περιουσιακών του στοιχείων σ’ αυτούς, με την επίμαχη διάταξη της διαθήκης του προέβη για να τους ανταμείψει προκειμένου να του προσφέρουν ερωτικές υπηρεσίες, ο δε αποκλεισμός των αναιρεσειόντων από την κληρονομιαία περιουσία δε συνιστά αδικαιολόγητη περιφρόνηση του διαθέτη προς αυτούς, ενόψει του ότι μετά το θάνατο του αδελφού του, ο τελευταίος, αποξενώθηκε με το πέρασμα του χρόνου από την οικογένειά του και δημιούργησε στενούς δεσμούς με τους γονείς των αναιρεσιβλήτων και τους ίδιους και έτσι τους τίμησε με τη διαθήκη του, η οποία για τους λόγους αυτούς δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, κατέληξε αφού έλαβε υπ’ όψιν και συνεκτίμησε εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις και όλα τα έγγραφα τα οποία είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει οι διάδικοι και από όλο το περιεχόμενο της ίδιας απόφασης, δημιουργείται αμφιβολία αν το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Και τούτο επειδή το Εφετείο, δεν κάνει καμμία αναφορά ή σχολιασμό στην προσβαλλομένη απόφαση για τα αποδεικτικά αυτά μέσα, παρά το αποδεικτικό τους ενδιαφέρον, δεδομένου ότι από το εκτιθέμενο στον αναιρετικό λόγο περιεχόμενό τους μπορούσαν να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και να ενισχύσουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων για την ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης.
Επομένως αφού δε γίνεται αδίστακτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα είναι βάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης, που καθίστανται πλέον αλυσιτελείς από την αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο αυτής, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4εδε Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2εδε του Ν.4055/2012 στους καταθέσαντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (176, 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1510/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρουμένη υπόθεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες-αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων(2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ