Supreme Court dismisses appeal on ground that lower court properly rejected plaintiff's claim of ownership over disputed property.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellant argued the lower court failed to consider her claim of purchasing a specific property in 1962 and acting as its owner since then. The court rejected this, finding the lower court had explicitly examined and dismissed these factual assertions as unsubstantiated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged failure to consider a claim is inadmissible if the court of first instance has already examined and rejected that claim as factually unfounded.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 827 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 827/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Ι. Μ., το γένος Θ. Α., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ζάρρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Ζαμπάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12015/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 828/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/9/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 11/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής αποτελούν όταν πρόκειται για ακίνητο οι υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Ως πράξεις νομής, θεωρούνται μεταξύ των άλλων η επίβλεψη του ακινήτου και η μόνιμη διαμονή του νομέα και της οικογένειάς του στην υπάρχουσα σ' αυτό οικία και αν αφορά κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η καταβολή του οικείου φόρου.
Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή να ασκείται αυτοπροσώπως αλλά μπορεί να ασκείται μέσω άλλου. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 828/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ 12015/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη η υπ' αριθ.
κατ. 25817/2007 αγωγή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, με αυτή δέχθηκε ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Κατά τα χρόνια που οι Νέες Χώρες, όπως η Μακεδονία, βρίσκονταν υπό τουρκική κυριαρχία και ίσχυε το Οθωμανικό Δίκαιο έως 1-2-1914, οπότε άρχισε να ισχύει και στη Μακεδονία η ελληνική νομοθεσία (μετά την απελευθέρωση), ο Οθωμανός Μ. Κ. πώλησε οριστικά στον Α. Ν. του Π., κάτοικο ..., δυνάμει του με αριθμό 42 τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1313 (χριστιανικού 1897), έναν διηρημένο αμπελότοπο, που ανήκε στην κατηγορία δημόσιας γαίας, και είχε έκταση 2,5 παλαιά αυλάκια, δηλαδή (2,5 π.α.
Χ 400 μ2 το καθένα =) 1.000μ2, κείμενο στο χωριό Καπουτζήδες (ήδη Πυλαία Θεσσαλονίκης), στην τοποθεσία Εσκί Τσαούς (Παλαιό Τσαούς), συνορεύοντας ανατολικά με Α. Δ., δυτικά και βόρεια με Τ. και νότια με αμπέλι Ρ., αντί τιμήματος 50 γροσιών. Το ταπί αυτό έχει εγγραφεί στο Τουρκικό Κτηματολόγιο που φυλάσσεται στην Υπηρεσία του Ιστορικού Αρχείου Μακεδονίας και προσκομίζεται από την ενάγουσα σε φωτοαντίγραφο, επικυρωμένο από την ως άνω Υπηρεσία και νόμιμα μεταφρασμένο στην ελληνική γλώσσα.
Στο εν λόγω Κτηματολόγιο δεν σημειώθηκε καμία μεταγραφή μεταγενέστερης δικαιοπραξίας που να αφορά το ανωτέρω ακίνητο. Με το εν λόγω ταπί ο Α. Ν. του Π. απέκτησε δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επί του άνω αγροτικού ακινήτου (δημόσιας γαίας) και δικαίωμα εγκαταστάσεως ύστερα από 10 χρόνια συνεχούς εξουσιάσεως, χωρίς αμφισβήτηση από το Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274 (για μας 1856), σε συνδυασμό και με τα άρθρα 2§7, 3, 4, 9, 12, 34, 49 του παραπάνω Οθωμανικού Νόμου περί γαιών.
Αυτός (Α. Ν.) από το Νοέμβριο του 1897 κατείχε και καλλιεργούσε συνεχώς τον άνω αγρό (αμπελότοπο) χωρίς καμία και από κανέναν αμφισβήτηση (ούτε από το Δημόσιο) και μέχρι την 20-05-1917 είχε συμπληρώσει πάνω από δέκα έτη συνεχούς εξουσιάσεως (19,5 χρόνια). Την κτήση του δικαιώματος αυτού εξουσιάσεως με την υπερδεκαετή κατοχή και καλλιέργεια αναγνώρισε και το υπ' αριθμ. 2468/20.5.1917 Διάταγμα της προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης (άρθρο 2), η ισχύς του οποίου επεκτάθηκε σε ολόκληρη την Επικράτεια με το νόμο 1072/1917 και αργότερα απετέλεσε μέρος του αγροτικού νόμου 2052/1920.
Εν προκειμένω, η δεκαετία εξουσιάσεως του Α. Ν. στον άνω αμπελότοπο είχε συμπληρωθεί μέχρι 20-5-1917 και δη από το Νοέμβριο του 1907. Με το άρθρο 49 του ν. 2052/1920 ο Α. Ν. απέκτησε δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου του άνω αγρού, το δε Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/4.
Το ποσοστό αυτό συγκυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί του άνω ακινήτου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 2 του ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14, 18 και 19 του ν. 1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών στον, κατά την έναρξη της ισχύος του άνω Διατάγματος, συνιδιοκτήτη κατά τα 4/5 Α.
Ν., ο οποίος συνέχισε να το κατέχει και καλλιεργεί συνεχώς και μετά την 20-05-1917 και έως το έτος 1929, που άρχισε η ισχύς (στις 12-11-1929) του Διατάγματος της 11/12-11-1929. Με τον παραπάνω τρόπο ο Α. Ν. κατέστη κύριος του ως άνω περιγραφέντος ακινήτου (αγροαμπελότοπου), το οποίο νεμόταν διάνοια κυρίου έως και το θάνατο του, στις 16-11-1953.
Δυνάμει της .../1947 δημόσιας διαθήκης, που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Αλεβίζου, που δημοσιεύτηκε με το υπ'αριθμ.1/1954 Πρακτικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο άνω Α. Ν. ονόμασε και εγκατέστησε κληρονόμους "απάσης της μετά τον θάνατον του ευρεθησομένης κινητής και ακινήτου περιουσίας του, οπουδήποτε κειμένης και εξ οιωνδήποτε αντικειμένων αποτελούμενης" την σύζυγο του Ε.
και τα πέντε τέκνα του Α., Τ. ήδη σύζυγο Τ. Μ., Λ. ήδη σύζυγο Σ., Γ. και Α. και όρισε να λάβουν ως κληρονομικό μερίδιο α) ο γιος του Α. και η θυγατέρα του Τ. από χίλιες (1.000) δραχμές ο καθένας, β) τα άλλα τέκνα του Λ., Γ. και Α. ολόκληρη την υπόλοιπη περιουσία κατά 1/3 ο καθένας κατ' ισομοιρία, η δε σύζυγος του Ε. την επικαρπία μέχρι του θανάτου της "απάσης της περιουσίας του, κινητής και ακινήτου, μετά δε το θάνατον της η επικαρπία αυτή να περιέλθει στα τέκνα του Λ., Γ.
και Α.". Με βάση την άνω διαθήκη, οι Ε. χήρα Α. Ν., Λ. συζ. Τ. Σ. το γένος Α. Ν., Γ. Α. Ν. και Α. Α. Ν., κάτοικοι ..., δήλωσαν, στις 13 Ιουλίου 1959, στον τότε συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ι. Α., που κλήθηκε στην ενταύθα και επί της οδού ... οικία των κληρονόμων Α. Ν., ότι ο αποβιώσας κατά την 16-11-1953 σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών Α.
Π. Ν. είχε κατά το θάνατο του στην πλήρη κυριότητα του, μεταξύ άλλων, ένα οικόπεδο εμβαδού 1.000 μ2 , κείμενο στο συνοικισμό Βότση της πόλεως Θεσσαλονίκης, του Δήμου Καλαμαριάς, στην άλλοτε καλούμενη τοποθεσία "Εσκή Τσαούς" Καπουτζήδων, συνορεύομενο γύρωθεν σήμερον (13-7-1959) βορείως με νεοανοιγείσα ανώνυμον οδό πλάτους 15 μέτρων (ήδη οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου), τέως ιδιοκτησία Α.
Γ., ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Α. Β., δυτικώς με ανώνυμον οδόν μη εισέτι διανοιγείσα (ήδη οδό Σπύρου Λούη) και νοτίως με ακίνητον ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Κ., που είχε περιέλθει στον αποβιώσαντα δυνάμει του υπ' αριθμ.42 του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1313 (καθ' ημάς 1897) τίτλου ιδιοκτησίας (ταπίου) του Οθωμανικού Αυτοκρατορικού Κτηματολογίου, στον οποίο τίτλο τα όρια του ακινήτου αυτού αναγράφονταν ανατολικώς:
Α. Δ., δυτικώς και βορείως: Τ. και νοτίως: αμπέλων Ρ., με έκταση δύο και ήμισυ παλαιά αυλάκια. Την αποτελούμενη από το ακίνητο αυτό κληρονομιά του Α. Ν., αποδέχθηκαν, σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα, ενώπιον του ανωτέρω συμβολαιογράφου οι εν λόγω εκ διαθήκης κληρονόμοι του και δη η μεν σύζυγος του Ε. κατ' επικαρπία εφ' όρου ζωής, τα δε τέκνα του Λ., Γ.
και Α. κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας κατά ψιλή κυριότητα, και για την αποδοχή αυτή συντάχθηκε η με αριθμό .../13-07-1959 "Δήλωση Αποδοχής Κληρονομιάς" του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Α., η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 235 με αριθμό 496. Στις 21-03-1962 πέθανε η επικαρπώτρια του άνω ακινήτου Ε.
Ε. χήρα Α. Ν. και μετά ταύτα η Λ. συζ. Τ. Σ. το γένος Α. Ν., ο Γ. Α. Ν. και Α. Α. Ν. απέκτησαν, δυνάμει της ως άνω δημόσιας διαθήκης και δήλωσης αποδοχής, την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του άνω ακινήτου, εμβαδού 1.000 μ2 ή 2,5 παλαιών αυλακιών, κειμένου στο συνοικισμό Βότση της πόλεως Θεσσαλονίκης, του Δήμου Καλαμαριάς, στην άλλοτε καλούμενη τοποθεσία "Εσκή Τσαούς" Καπουτζήδων.
Το εν λόγω ακίνητο έπαψε να είναι αγρός από το 1958 και κατέστη οικόπεδο. Από το οικόπεδο αυτό δύο μερικότερα τμήματα, συνεχόμενα, το ένα εμβαδού 116 μ2 και το άλλο εμβαδού 121,08 μ2, μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως, οι εν λόγω Λ. συζ. Τ. Σ. το γένος Α. Ν., Γ. Α. Ν. και Α. Α. Ν. προς την ενάγουσα Α. Θ. Α. και προς την αδελφή της Ε.
Θ. Α., συζ. Σ. Λ., κατ Ισομοιρία, δυνάμει του .../20.07.1962 οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Α., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στις 4 Δεκεμβρίου 1962, στον τόμο … με αριθμό … Οι ως άνω πωλητές φέρονται στο συμβόλαιο αυτό ως κάτοικοι ..., επί της οδού ..., δηλαδή στην ίδια διεύθυνση από 13 Ιουλίου 1959, όπου και συντάχθηκε κατά τα προαναφερθέντα από τον ίδιο συμβολαιογράφο Ι.
Α. η .../1959 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς. Οι αδελφές αγοράστριες φέρονται κατά το συμβόλαιο αυτό να κατοικούν στην Καβάλα (Εγνατίας 53Α) και δεν παραστάθηκαν αυτοπροσώπως στο ενταύθα συμβολαιογραφείο του Ι. Α. κατά την υπογραφή του άνω οριστικού συμβολαίου. Εκπροσωπήθηκαν από ειδικό για την αγορά αυτή πληρεξούσιο πρόσωπο, τον Σ.
Λ., δυνάμει του .../16-07-1962 ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου του τότε συμβολαιογράφου Καβάλας Α. Δ.. Ο Σ. Λ., που ήταν σύζυγος της αδελφής της ενάγουσας, της Ε.ς (δεύτερης αγοράστριας), υπέγραψε για λογαριασμό τους, ως αγοραστριών, το άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας και κατέβαλε τοις μετρητοίς στους πωλητές και ενώπιον του συμβολαιογράφου που συνέταξε το άνω συμβόλαιο το τίμημα αγοράς των εν λόγω οικοπεδικών τμημάτων, συνολικού ποσού 21.000 δραχμών.
Η ενάγουσα δεν είχε καμία προσωπική επαφή, συζήτηση και συναλλαγή με τους άνω πωλητές, κατά την 20-07-1962, περί ενδεχόμενης αγοράς και άλλου οικοπεδικού τμήματος απ' αυτούς. Επίσης, στο ανωτέρω οριστικό συμβόλαιο, το ένα τμήμα των 116 μ2 φέρεται να έχει όρια δυτικώς και με πρόσωπο πλευράς 8 μέτρων με νέα ανώνυμη οδό (ήδη Σπύρου Λούη που πεζοδρομήθηκε) κάθετο προς την νεοανοιγείσα οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου, βορείως και επί πλευράς 14,50 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Δ.
Α., ανατολικώς και επί πλευράς 8 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Θ. Δ. και νοτίως επί πλευράς 14,50 μέτρων με υπόλοιπο ιδιοκτησία των πωλητών και δη με το δεύτερο πωληθέν ως άνω τμήμα των 121,08 τετ.μέτρων, που φέρεται να έχει όρια δυτικώς και με πρόσωπο πλευράς 8 μέτρων με νέα ανώνυμη οδό (ήδη Σπύρου Λούη που πεζοδρομήθηκε) κάθετο προς την νεοανοιγείσα οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου, βορείως και επί πλευράς 14,50 μέτρων με ως άνω πρώτο οικοπεδικό τμήμα, ανατολικώς και επί πλευράς 8,70 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Θ.
Δ. και νοτίως επί πλευράς 14,50 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Κ. ήδη ιδιοκτησίας Μ. Β. και Μ.. Από τη συνένωση των εν λόγω συνεχόμενων οικοπεδικών τμημάτων, όπως και έγινε κατά τα κατωτέρω για την ανέγερση επ' αυτών πολυκατοικίας, προέκυψε ενιαίο οικόπεδο, με όρια δυτικώς και με πρόσωπο πλευράς (8+8=) 16 μέτρων με νέα ανώνυμη οδό (ήδη Σπύρου Λούη που πεζοδρομήθηκε), βορείως και επί πλευράς 14,50 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Δ.
Α., ανατολικώς και επί πλευράς (8+8,70=) 16,70 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Θ. Δ. και νοτίως επί πλευράς 14,50 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Κ. ήδη ιδιοκτησίας Μ. Β. και Μ.. Δηλαδή, προκύπτει ότι το πωληθέν οικόπεδο, ενιαία εκλαμβανόμενο, δεν έχει όρια από καμία πλευρά του με υπόλοιπο του αρχικού οικοπέδου των 1000μ2 ή τμημάτων αυτού, των Λ., Γ.
και Α. Ν., τέκνων του κληρονομηθέντος Α. Ν., που είχε περιέλθει στην κυριότητα τους με τον προαναφερθέντα τρόπο. Μετά την αγορά εκ μέρους της ενάγουσας και της αδελφής της Ε., των ως άνω οικοπεδικών τμημάτων, αυτές προέβησαν σε συνένωση τους και επί του προκύψαντος ενιαίου οικοπέδου ανήγειραν πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής.
Πριν από την ανέγερση της πολυκατοικίας, αυτές προέβησαν σε διανομή των διαμερισμάτων που θα ελάμβαναν από την παροχή του ακινήτου τους, δυνάμει του .../03-05-1976 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Συνάπαλου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στις 8 Μαΐου 1976, στον τόμο … με αριθμό ….
Με το συμβόλαιο αυτό διανομής η ενάγουσα με την αδελφή της Ε. δήλωσαν ότι είχαν στη συγκυριότητα τους, δύο συνεχόμενα οικόπεδα, συνολικού εμβαδού 237,08 μ2, κείμενα στο συνοικισμό ΒΟΤΣΗ του Δήμου Καλαμαριάς, επί της οδού Σπύρου Λούη 3, συνορευόμενα βορείως και επί πλευράς 14,50 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Δ.
Α., δυτικώς επί πλευράς 16 μέτρων με οδό Σπύρου Λούη, νοτίως επί πλευράς 14,50 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Κ. ήδη ιδιοκτησίας Μ. Β. και Μ. και ανατολικώς και επί πλευράς (8+8,70=) 16,70 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Θ. Δ., ότι στο άνω ενιαίο οικόπεδο επρόκειτο να ανεγείρουν ως οικοπεδούχες πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής και είχαν αναθέσει την ανέγερση αυτή στην εταιρία "…", δυνάμει του 3441/3-4-1976 εργολαβικού συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γρηγορίου Σαββίδη.
Ότι υπέρ αυτών θα κατασκευάζονταν δύο διαμερίσματα στην οικοδομή, που αντιστοιχούσαν στα 390/1000 εξ αδιαιρέτου της όλης επιφανείας του ως άνω ενιαίου οικοπέδου τους, τα οποία διένειμαν προ πάσης ανεγέρσεως και έλαβαν ως οικοπεδούχες, με βάση το άνω διανεμητήριο συμβόλαιο, από ένα διαμέρισμα. Η τώρα ενάγουσα έλαβε ένα διαμέρισμα μικτού εμβαδού 104 μ4, αποτελούμενο από δύο χώρους (μεζονέτα), με πρόσοψη στην οδό Λούη, ευρισκομένου του ενός χώρου στο δεύτερο όροφο της οικοδομής και του άλλου στον τρίτο όροφο της οικοδομής.
Στο μεταξύ η ενάγουσα μετά από την αγορά, στις 20-07-1962, των άνω οικοπεδικών τμημάτων, τέλεσε γάμο με τον εκ Καβάλας Ι. Μ., κατά το έτος 1969. Μετά το γάμο τους κατοίκησαν την Καβάλα, απ' όπου και οι δυο κατάγονταν και κατοικούσαν και πριν από το γάμο τους, και μετοίκησαν στη Θεσσαλονίκη το Σεπτέμβριο του έτους 1977, μετά την ανέγερση της προαναφερθείσας οικοδομής, κατοικώντας επί του άνω διαμερίσματος στον συνοικισμό Βότση και επί της οδού Σ.
Λούη 3 έως το Σεπτέμβριο του έτους 1984 (βλ. και ένορκη βεβαίωση Ι. Μ., συζύγου ενάγουσας). Κατόπιν μετοίκησαν στην Καλαμαριά, επί της οδού Παρανίκα 16, όπου διαμένουν συνεχώς έως σήμερα. Κατά το χρονικό διάστημα 1977-1984 (επταετία) που η ενάγουσα διέμεινε με το σύζυγο της στο άνω διαμέρισμα, χρησιμοποιούσε για τη στάθμευση του οικογενειακού αυτοκινήτου τους, ακάλυπτο όμορο οικοπεδικό χώρο, που βρίσκεται δεξιά στον προσβλέποντα, από την οδό Σπύρου Λούη, την οικοδομή επί της οποίας είχε το διαμέρισμα της (μεζονέτα), όπου και διέμεινε.
Για να προστατεύει το αυτοκίνητο από τις καιρικές συνθήκες (ήλιο, βροχή) κατασκεύασε στο βάθος του οικοπέδου αυτού, στα όρια του οικοπέδου αυτού (επίδικου) με το όμορο προς ανατολάς οικόπεδο, ένα πρόχειρο σκέπαστρο με λαμαρίνες, εμβαδού 10μ2 περίπου. Για να φθάσει με το αυτοκίνητο της στο σκέπαστρο αυτό διένυε, αρχίζοντας τη διαδρομή από την οδό Σπύρου Λούη, εδαφική λωρίδα μήκους 16 περίπου μέτρων και πλάτους 2 περίπου μέτρων.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή της, ότι το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 175,50μ2, που ήταν όμορο του άνω ενιαίου οικοπέδου της ιδίας και της αδελφής της και επί του οποίου είχε ανεγερθεί οικοδομή και είχε λάβει από αντιπαροχή το προαναφερθέν διαμέρισμα, το είχε αγοράσει προφορικά κατά το Σεπτέμβριο του 1962 από τους Λ.
Ν., Γ. Ν. και Α. Ν., με προφορική σύμβαση, αντί τιμήματος 18.000 δραχμών, το οποίο κατέβαλε στους άνω πωλητές εντός του πρώτου τριμήνου του 1963, αλλά δεν προέβη αμέσως στη σύνταξη συμβολαίου λόγω έλλειψης χρημάτων, ενώ στη συνέχεια όταν διευκολύνθηκε οικονομικά δεν μπόρεσε να βρει τους πωλητές. Η παραπάνω επικαλούμενη άτυπη αγοραπωλησία δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο.
Όπως αναφέρθηκε, αυτή δεν γνώρισε καν τους ανωτέρω Λ., Γ. και Α. Ν., από τους οποίους είχε αγοράσει κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου τα προαναφερθέντα δύο συνεχόμενα οικοπεδικά τμήματα και κατά το Σεπτέμβριο του 1962 αυτή κατοικούσε στην Καβάλα. Αν είχε γίνει συμφωνία για τέτοια αγορά, με αντικείμενο τόσο μεγάλης αξίας για το 1962, αυτή θα γινόταν με συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, για το οποίο δεν απαιτείτο μεγάλη δαπάνη και σε κάθε περίπτωση θα συντασσόταν έστω ένα πρόχειρο ιδιωτικό συμφωνητικό.
Επίσης, για την κατά δόσεις καταβολή του άνω τιμήματος και για την εξόφληση τόσο μεγάλου ποσού εντός του πρώτου τριμήνου του 1963 θα εκδίδονταν αποδείξεις καταβολής, οι οποίες θα μπορούσαν να δεσμεύσουν τους υποτιθέμενους πωλητές για την υπόσχεση που της είχαν δώσει για την κατάρτιση συμβολαιογραφικού πωλητηρίου συμβολαίου.
Τέτοια έγγραφα δεν συντάχθηκαν, γι' αυτό και δεν προσκομίζονται από την ενάγουσα. Επίσης, ο ένδικος ισχυρισμός της ενάγουσας ότι, αφού εξόφλησε το άνω τίμημα, προσπάθησε να βρει τους άνω πωλητές για να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο και ότι αυτό κατέστη αδύνατο, δεν αποδείχθηκε. Όπως ανωτέρω επισημάνθηκε, οι εν λόγω πωλητές από τον Ιούλιο του 1959 έως και τον Ιούλιο του 1962 διέμειναν στη Θεσσαλονίκη, στην πατρική τους κατοικία (...) και δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί αναζητήθηκαν στην άνω διεύθυνση και δεν βρέθηκαν.
Πλέον των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι, όταν η ενάγουσα αγόρασε με την αδελφή της από τους Λ., Γ. και Α. Ν. τα ως άνω δύο συνεχόμενα οικοπεδικά τμήματα, κατά το …/1962 συμβόλαιο αγοραπωλησίας το πρώτο αγορασθέν οικοπεδικό τμήμα φέρεται να έχει κοινά όρια με το δεύτερο αγορασθέν τμήμα, ενώ το τελευταίο (συνεχόμενο του πρώτου) δεν φέρεται να συνορεύει με υπόλοιπο ακινήτου των ως άνω πωλητών και παρεπόμενα δεν ήταν δυνατόν να συμφωνηθεί προφορικά η πώληση μη υφισταμένου αδιάθετου όμορου οικοπέδου των άνω τέκνων (και κληρονόμων) του Α.
Ν., μεταξύ των τελευταίων και της ενάγουσας. Κανείς μάρτυρας της ενάγουσας, ούτε ο εξεταστείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε οι ενόρκως βεβαιώσαντες στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, δεν είχε ιδία γνώση επί του άνω θέματος της προφορικής συμφωνίας για την εν λόγω αγοραπωλησία και ό,τι αυτοί κατέθεσαν επί του θέματος αυτού, τους το μετέφερε η ενάγουσα.
Ο μάρτυρας απόδειξης που εξετάστηκε ενόρκως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αρχιτέκτων μηχανικός, κάτοικος Τριανδρίας, κατέθεσε αυτά που έμαθε από την ίδια την ενάγουσα, ότι δηλαδή αυτή αγόρασε προφορικά το επίδικο από τους ίδιους που είχαν πωλήσει, σ' αυτήν και την αδελφή της, τα δύο ως άνω οικόπεδα στα οποία κτίσανε μια οικοδομή, και το αγόρασε προφορικά επειδή δεν είχε λεφτά να κάνει κανονική μεταβίβαση με οριστικό συμβόλαιο (βλ.
τέλος 2ης σελίδας και αρχή 3ης σελίδας των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών). Ο Ι. Μ., σύζυγος της ενάγουσας, το Σεπτέμβριο του 1962, όταν φέρεται να έγινε η άνω προφορική συμφωνία, κατοικούσε στην Καβάλα, δεν γνώριζε την ενάγουσα και την παντρεύτηκε επτά χρόνια αργότερα (1969), επιβεβαίωσε δε ενόρκως τους άνω ένδικους ισχυρισμούς της ενάγουσας, λαμβάνοντας γνώση περί αυτών από την ίδια ενάγουσα, την μετέπειτα σύζυγο του.
Ο Ε. Κ., γεννήθηκε το 1955 στη Δράμα και άρα το Σεπτέμβριο του 1962, όταν φέρεται να έγινε η άνω προφορική συμφωνία, ήταν μόλις επτά ετών και επιβεβαίωσε ενόρκως τους άνω ένδικους ισχυρισμούς της ενάγουσας, λαμβάνοντας γνώση περί αυτών από την ίδια ενάγουσα, που γνώρισε αργότερα στην Καλαμαριά, όπου και αυτός κατοικούσε.
Επίσης, η Β. Χ., κάτοικος ..., επί της οδού …, που απέχει πλέον των 3 χιλιομέτρων από τη θέση του επιδίκου, βεβαίωσε ενόρκως στον Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης ότι γνώρισε την ενάγουσα το 1962, όταν δηλαδή η ενάγουσα δεν κατοικούσε στη Θεσσαλονίκη αλλά στην Καβάλα και δη έως το 1977 και στη συνέχεια επιβεβαίωσε ενόρκως τους άνω ένδικους ισχυρισμούς της ενάγουσας, χωρίς καμία αμφιβολία όχι επειδή είχε ιδία γνώση της εν λόγω επικαλούμενης άτυπης αγοράς, αλλά λαμβάνοντας γνώση περί αυτής από διηγήσεις της ενάγουσας, μετά το 1977.
Από τα ανωτέρω περιστατικά αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε προέβη σε άτυπη αγορά του επιδίκου οικοπέδου τον Σεπτέμβριο του 1962 από τους ίδιους ως άνω πωλητές που αγόρασε με την αδελφή της, με οριστικό συμβόλαιο τα εν λόγω δύο οικοπεδικά τμήματα, ούτε και κατέβαλε, παρεπόμενα, το ποσό των 18.000 δραχμών, και ούτε έλαβε με οποιονδήποτε τρόπο απ' αυτούς στη νομή της το επίδικο ακίνητο τον Σεπτέμβριο του 1962.
Κατά το έτος αυτό η ενάγουσα ήταν, όπως προεκτέθηκε, μόνιμος κάτοικος Καβάλας και μάλιστα μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1977, και έτσι ήταν αδύνατον εκ των πραγμάτων να ασκεί αυτοπροσώπως επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις. Άλλωστε δεν αναφέρει και στην αγωγή της, σε ποιες συγκεκριμένες διακατοχικές πράξεις προέβη κατά το άνω 15 δετές χρονικό διάστημα.
Αναφέρει στην αγωγή ως μοναδική πράξη διακατοχής την στάθμευση του οικογενειακού αυτοκινήτου στο κατασκευασθέν σκέπαστρο πάνω στο επίδικο, αλλά αυτό έγινε, όπως κατά τα ανωτέρω αποδείχθηκε, κατά το διάστημα από το Σεπτέμβριο του 1977 έως και το Σεπτέμβριο του 1984 (επταετία), που η ενάγουσα διέμεινε στο διαμέρισμα της, επί της οδού ….
Μετά την μετακόμιση της στην Καλαμαριά, επί της οδού Παρανίκα 16, που απέχει πλέον των δύο χιλιομέτρων από το επίδικο, εγκατέλειψε το τελευταίο, γιατί εξέλιπε πλέον η ανάγκη στάθμευσης επί του επιδίκου του οικογενειακού της αυτοκινήτου. Κατά την ανωτέρω επταετία χρησιμοποιούσε μέρος μόνο του επιδίκου και δη έκταση 42μ2, δηλαδή 10μ2 για τη στάθμευση του αυτοκινήτου κάτω από σκέπαστρο με λαμαρίνες και εδαφική λωρίδα (16μΧ2μ=) 32μ2 για να μεταβεί από την οδό Σπύρου Λούη έως το σκέπαστρο.
Με τον τρόπο αυτό είχε κατά την εν λόγω επταετία υπό τη φυσική εξουσία της (κατοχή) μόνο το άνω τμήμα του επιδίκου ακινήτου όχι με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την πεποίθηση ότι κατείχε το τμήμα αυτό ως κυρία, διότι αποδείχθηκε ότι δεν το είχε αγοράσει προφορικά από τους ως κληρονόμους του Α. Ν., για να πιστεύει ότι το κατέχει και νέμεται με διάνοια κυρίου και καλή πίστη.
Στο υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού (175,50μ2 - 42μ2=) 133,50μ2 δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ενήργησε οποιαδήποτε εμφανή υλική πράξη, δηλωτική της βουλήσεως της να εξουσιάζει αυτό ως νομέας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ποτέ δεν περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του Α. Ν., ούτε των ανωτέρω κληρονόμων του, τους οποίους η ενάγουσα φέρει ως δικαιοπαρόχους της, τον πρώτο ως απώτερο.
Το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα του άλλοτε αμπελότοπου, εμβαδού 1.000 τετραγωνικών μέτρων, που περιγράφεται στον με αριθμό 42 τίτλο ιδιοκτησίας (ταπί) του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1313 (χριστιανικού 1897), στον οποίο αγροαμπελότοπο ο Α. Ν. είχε αποκτήσει κατά τα προαναφερθέντα, δυνάμει του εν λόγω ταπίου, δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) και στη συνέχεα δικαίωμα εγκαταστάσεως στο ακίνητο αυτό, λόγω της υπερδεκαετούς συνεχούς εξουσιάσεως του και κατόπιν πλήρες δικαίωμα κυριότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 49 του Ν. 2052/1920 και 101-104 του Διατάγματος της 11/12-11-1929, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθρ. 2 του ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14, 18 και 19 του ν. 1540/1938.
Και μετά την ισχύ (12-11-1929) του εν λόγω Διατάγματος της 11/12-11-1929, ο Α. Ν. δεν ενήργησε, έως και το θάνατο του (16-11-1953), οποιαδήποτε πράξη νομής και κατοχής επί του επιδίκου, καθόσον αυτό ήταν εκτός των ορίων του αμεπλότοπου που αναφέρεται στο προαναφερθέν 42 ταπί του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1313 (χριστιανικού 1897).
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι προαναφερθέντες κληρονόμοι του Α. Ν. (καθολικοί εκ κληρονομιάς διάδοχοι), μετά την 16-11-1953, δηλαδή μετά το θάνατό του, ουδέποτε νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου το επίδικο έως και το Σεπτέμβριο του 1962, που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το αγόρασε άτυπα απ' αυτούς. Εάν οι ανωτέρω κληρονόμοι του Α.
Ν. είχαν στην κυριότητά τους το επίδικο δυνάμει της προαναφερθείσας .../13-07-1959 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς και το είχαν ως κληρονόμοι στην διάνοια κυρίου νομή και κατοχή τους μετά το θάνατο (στις 16-11-1953) του Α. Ν., τότε αυτό θα εμφανιζόταν ως από νότια όριο του προαναφερθέντος δευτέρου τμήματος των 121,08 μ2, που αυτοί μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, στην ενάγουσα και την αδελφή της.
Αποδεικνύεται, όμως, από το με αριθμό .../20.07.1962 οριστικό συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Α., ότι οι πωλητές (κληρονόμοι του Α. Ν.) μεταβίβασαν στην ενάγουσα και την αδελφή της α) ένα τμήμα 116 μ2, που φέρεται να έχει όρια δυτικώς και με πρόσωπο πλευράς 8 μέτρων με νέα ανώνυμη οδό (ήδη Σπύρου Λούη που πεζοδρομήθηκε) κάθετο προς την νεοανοιγείσα οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου, βορείως και επί πλευράς 14,50 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Δ.
Α., ανατολικώς και επί πλευράς 8 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Θ. Δ. και νοτίως επί πλευράς 14,50 μέτρων με υπόλοιπο ιδιοκτησία των πωλητών, δηλαδή με το δεύτερο πωληθέν οικοπεδικό τμήμα και β) ένα τμήμα 121,08 μ2 (δεύτερο τμήμα), που φέρεται να έχει όρια δυτικώς και με πρόσωπο πλευράς 8 μέτρων με νέα ανώνυμη οδό (ήδη Σπύρου Λούη που πεζοδρομήθηκε) κάθετο προς την νεοανοιγείσα (τότε) οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου, βορείως και επί πλευράς 14,50 μέτρων με ως άνω πρώτο οικοπεδικό τμήμα, ανατολικώς και επί πλευράς 8,70 μέτρων με οικόπεδο ιδιοκτησίας Θ.
Δ. και νοτίως επί πλευράς 14,50 μέτρων με ακίνητο ιδιοκτησίας κληρονόμων ιδιοκτησίας κληρονόμων Α. Κ. ήδη ιδιοκτησίας Μ. Β. και Μ.. Εκείθεν του νοτίου αυτού ορίου και με πρόσοψη επί της οδού Σπύρου Λούση (δυτικά) βρίσκεται το επίδικο. Αν, συνεπώς, και το επίδικο ανήκε στην ιδιοκτησία των πωλητών των άνω δύο μεταβιβασθέντων τμημάτων, αυτοί (πωλητές) θα το εμφάνιζαν στο εν λόγω οριστικό συμβόλαιο να συνορεύει με το δεύτερο πωληθέν τμήμα των 121,08 μ2, αλλά δεν το έπραξαν γιατί δεν το θεωρούσαν δικό τους.
Σε κάθε, πάντως, περίπτωση, με δεδομένο ότι το επίδικο δεν εμπίπτει εντός των ορίων του ακινήτου των 1000 μ2, που αναφέρεται στο προαναφερθέν 42 ταπί του μηνός Νοεμβρίου του τουρκικού έτους 1313 (χριστιανικού 1897), και αν ακόμη θεωρηθεί ότι μεταβιβάστηκε άτυπα η νομή του επιδίκου στην ενάγουσα, κατά το Σεπτέμβριο του 1962, από τους Λ.
Ν., Λ. Ν. και Α. Ν., οι τελευταίοι ποτέ δεν είχαν αποκτήσει τη νομή του επιδίκου, ούτε και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους Α. Ν., που τον κληρονόμησαν, και συνεπώς δεν μπορούσαν να την μεταβιβάσουν. Το επίδικο, μη εμπίπτοντας κατά τα ανωτέρω στην έκταση των 1000μ2, και ανήκοντας στην κατηγορία της δημόσιας γης (αγρός) ενόσω υφίστατο η κυριαρχία του Τουρκικού Κράτους στις αποκαλούμενες Νέες Χώρες (όπου και η Μακεδονία), δεν αποδείχθηκε να εξουσιάστηκε επί δεκαετία χωρίς καμία αμφισβήτηση από οποιονδήποτε ιδιώτη, ούτε από τον Α.
Ν. που φέρεται απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, έως και την 20-05-1917 και συνεπώς αυτό περιήλθε μετά την απελευθέρωση της Μακεδονίας στο Ελληνικό Δημόσιο. Έκτοτε κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία εις βάρος του Δημοσίου δεν ήταν δυνατή, λόγω του ότι αυτό βρίσκεται στις Νέες Χώρες, αφού από την έναρξη ισχύος της ελληνικής νομοθεσίας (1914) και μέχρι της 11.9.1915, δηλαδή του χρόνου από τον οποίο απαγορεύτηκε, με το ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτού, όπως και το επίδικο, και δεν είχε συμπληρωθεί' εν προκειμένω 30ετία, όπως απαιτούσαν οι τότε ισχύουσες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.
Δεν μπορούσε να επέλθει χρησικτησία επί του επιδίκου ακινήτου, όπως αυτό προκύπτει το μεν από τις διατάξεις ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση το νόμο αυτό και ίσχυσαν από τότε μέχρι και πέραν του έτους 1926, με τα οποία ανεστάλη κάθε παραγραφή και κάθε δικαστική προθεσμία επί αστικών διαφορών, το δε από τις διατάξεις του αρθρ. 21 του ΝΔ από 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων επί αυτών, το οποίο ως άνω ΝΔ διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ.
Επίσης, κατά τις διατάξεις του ΑΝ 1538/1938, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον ΑΚ με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ, στα δημόσια κτήματα , όπως ήταν το επίδικο, νομέας θεωρείται το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε πράξεις νομής επ' αυτών (άρθρο 2§1) και τα δικαιώματα του Δημοσίου επί των ακινήτων του δεν υπόκεινται σε καμία παραγραφή.
Παραγραφή δε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος του, που άρχισε πριν από την ισχύ του νόμου αυτού, δεν έχει καμία νόμιμη συνέπεια αν δεν συμπληρώθηκε με τις τότε, κατά τους νόμους που προΐσχυσαν, προϋποθέσεις. Βάσει των ανωτέρω, αφού ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν ενήργησε, αλλά ούτε και μπορούσε από το νόμο να ενεργήσει, πράξεις νομής και κατοχής επί του επιδίκου, μέχρι και το θάνατο του (16-11-1953), ουδέποτε αυτός κατέστη κύριος του επιδίκου με χρησικτησία και αφού δεν είχε κατά το θάνατο του στην κυριότητα και νομή του το επίδικο, οι ως άνω καθολικοί εκ κληρονομιάς διάδοχοι του δεν απέκτησαν και αυτοί τη νομή του επιδίκου.
Άλλωστε, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί, δηλαδή οι εν λόγω κληρονόμοι του Α. Ν., μετά το θάνατο του τελευταίου, νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου το επίδικο. Μετά ταύτα και από τους παραπάνω λόγους ήταν αδύνατη η μεταβίβαση της νομής του επιδίκου στην ενάγουσα από τους κληρονόμους του Α. Ν., κατά το Σεπτέμβριο του 1962.
Έκτοτε, αφού το επίδικο ανήκε, κατά τα προαναφερθέντα, στο Δημόσιο, δεν μπορούσε να χρησιδεσποθεί ούτε από την ενάγουσα. Η επικαλούμενη απ' αυτήν (ενάγουσα) απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου, δυνάμει νόμιμου τίτλου, ήτοι της προσκομιζόμενης 898/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν έχει καμία έννομη συνέπεια για το Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον αυτό δεν ήταν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, πέραν του ότι η απόφαση αυτή δεν αποτελεί και νόμιμο τίτλο για την ενάγουσα, γιατί δεν μεταγράφηκε στο Υποθηκοφυλακείο.
Συγκεκριμένα, η τώρα ενάγουσα άσκησε κατά της Δ. Α., ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό κατάθεσης 6629/17-12-1986 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ως αποκλειστική κυρία του και τώρα επιδίκου οικοπεδικού τμήματος, με μικρή μεταβολή των πλευρικών διαστάσεων αυτού, ισχυρισθείσα ότι για 24 συναπτά έτη, χωρίς καμία διακοπή και προ παντός χωρίς καμία δικαστική ή εξώδικη αμφισβήτηση, είχε στην με διάνοια κυρίου, νομή και κατοχή της, με την πεποίθηση ότι είναι και αποκλειστική κυρία αυτού, ένα διαιρετό τμήμα οικοπέδου επιφανείας 175,50 τμ, που βρίσκεται στην οδό Σπύρου Λούση του συνοικισμού Βότση, του Δήμου Καλαμαριάς και συνορεύει με πλευρά 11,84 μ με οδό Σπύρου Λούη ....κτλ και ότι η εναγομένη, πριν από δύο μήνες, άρχισε να προβάλει, ανεπίτρεπτα, ίδια δικαιώματα στο εν λόγω οικόπεδο της και αμφισβητούσε την δική της αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή επ' αυτού, ισχυριζόμενη, τάχα, πως αυτή είχε παλαιά δικαιώματα κυριότητας πάνω στο ίδιο ακίνητο.
Να επισημανθεί, ενταύθα, ότι η ενάγουσα ουδόλως αναφέρει στην άνω αγωγή της ότι το ακίνητο αυτό είχε αγοράσει το 1962 άτυπα από τους κληρονόμους του Α. Ν. και ότι έκτοτε νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου. Η αγωγή αυτή συζητήθηκε ερήμην της εναγομένης, που δήθεν διεκδικούσε το επίδικο σαν δικό της, και εκδόθηκε η 898/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού η αγωγή θεωρήθηκε ομολογημένη από την εναγομένη, λόγω της ερημοδικίας της, αναγνωρίστηκε η ενάγουσα κυρία του εν λόγω ακινήτου.
Η απόφαση αυτή ήταν μεταγραπτέα, μετά την τελεσιδικία της, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου της περιφέρειας του άνω ακινήτου (άρθρο 1192 ΑΚ). Δεν αποδείχθηκε, όμως, ότι έγινε η μεταγραφή αυτή. Η ενάγουσα προσκομίζει με επίκληση επικυρωμένο αντίγραφο α) της άνω με αριθμό κατάθεσης 6629/17-12-1986 αγωγής της (επίκληση σχετ.15 με τις κατατεθείσες στο παρόν Δικαστήριο προτάσεις της) και β) της άνω 898/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (επίκληση σχετ. 14 με τις άνω προτάσεις της), αλλά δεν προσκομίζει με επίκληση πιστοποιητικό περί μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά της άνω απόφασης (περί τελεσιδικίας της), ούτε και Πιστοποιητικό από τον αρμόδιο Υποθηκοφύλακα περί μεταγραφής της απόφασης αυτής, ούτε και αποδεικτικό υποβολής δήλωσης Ν.2308/1995 του Γραφείου Κτηματογράφησης Καλαμαριάς, που να αφορά το επίδικο ακίνητο.
Λόγω έλλειψης της μεταγραφής αυτής δεν επήλθε η μετάθεση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, με την άνω απόφαση (898/1987), προς την ενάγουσα (άρθρο 1198 ΑΚ). Και με βάση την άνω απόφαση η ενάγουσα δεν μπορούσε να ασκήσει νομή διάνοια κυρίου και με καλή πίστη στο επίδικο, που ανήκε στο Δημόσιο, αλλά ούτε και άσκησε.
Σε γνώση της τελευταίας περιήλθε, ενόσω κατοικούσε στην Καλαμαριά, το γεγονός ότι είχε πλέον εγκριθεί, με την ΔΠ/ ΠΜοικ/ 19273/30-4-1987 (ΦΕΚ Δ 540/18.6.1987) απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς στο Οικοδομικό Τετράγωνο (ΟΤ) Βότση, που περικλείεται από τις οδούς Σεβαστείας - Καραβαγγέλη - Σ.Λούη - Μ.
Αλεξάνδρου, με το χαρακτηρισμό του χώρου ΑΒΓΔΑ ως χώρου για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού. Στον χώρο αυτό, για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού, συνολικού εμβαδού 652,71μ2, συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο. Στο βάθος του επιδίκου ακινήτου υπήρχε και οικοπεδικό τμήμα 115,89μ2, του οποίου κύριος είχε αναγνωριστεί μεταγενέστερα της έγκρισης τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς στο Οικοδομικό Τετράγωνο (ΟΤ) με την προαναφερθείσα ΔΠ/ΠΜοικ/19273/30-4-1987 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, δυνάμει της 2933/27-11-1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία όμως δεν προσκομίζεται για να διαπιστωθεί αν και αυτή εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου ή της εναγομένης, ο Π.
Β., γαμβρός επ' αδελφή της ενάγουσας. Και το οικοπεδικό αυτό τμήμα συμπεριλήφθηκε, με την άνω τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Καλαμαριάς, στην έκταση των 652,71μ2, για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού. Τα δύο αυτά ακίνητα, δηλαδή το επίδικο και το αμέσως προαναφερθέν των 115,89μ2 του γαμβρού επ' αδελφή της ενάγουσας, μετά την έγκριση της τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς, δεσμεύθηκαν για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού.
Όμως, παρότι εγκρίθηκε η τροποποίηση του άνω ρυμοτομικού σχεδίου, τα εν λόγω οικοπεδικά τμήματα δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον ανωτέρω σκοπό και δεν ακολούθησε η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επί μακρύ χρονικό διάστημα και έως το 2004. Κατόπιν τούτου, η τώρα ενάγουσα και ο ανωτέρω γαμβρός της Π.
Β. ζήτησαν, με την από 5-10-2004 κοινή εξώδικη Δήλωση-πρόσκληση, που κοινοποίησαν στο Δήμο Καλαμαριάς, στο Νομάρχη Θεσσαλονίκης, στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ, να εκδοθεί πράξη ανάκλησης της ΔΠ/ΠΜοικ/19273/30-4-1987 (ΦΕΚ Δ 540/18.6.1987) απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε εγκριθεί η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς στο Οικοδομικό Τετράγωνο (ΟΤ), που περικλείεται από τις οδούς Σεβαστείας Καραβαγγέλη - Σ.Λούη - Μ.Αλεξάνδρου, με το χαρακτηρισμό του χώρου ΑΒΓΔΑ ως χώρου για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού, ώστε να αποχαρακτηριστεί ο χώρος αυτός από χώρος δημιουργίας παιδικού Σταθμού και να τους αποδοθούν ελεύθερα τα άνω ακίνητα, των οποίων ισχυρίστηκαν ότι ανήκαν στην ιδιοκτησία τους, στην μεν ενάγουσα δυνάμει της άνω 898/1987 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στο δε γαμπρό της Π.
Β. δυνάμει της άνω 2933/1991 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Επί της άνω εξωδίκου το Τμήμα Πολεοδομικών Σχεδίων και Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, απάντησε, δια του υπ'αριθμ. Πρωτ. 29/42785/ΠΣΚ/1343/19-11-2004 εγγράφου του Προϊσταμένου του, ότι δεν ήταν καθορισμένος από τη νομοθεσία ο "εύλογος χρόνος" διατήρησης πολεοδομικού βάρους, ούτε υφίστατο εξουσιοδότηση της Διοίκησης για να προβεί στην άρση του χαρακτηρισμού των δεσμευμένων ακινήτων για χώρο παιδικού Σταθμού και υπέδειξε την επίλυση του θέματος αυτού από τα αρμόδια διοικητικά Δικαστήρια.
Μετά ταύτα, οι ανωτέρω (νυν ενάγουσα και ο Π. Β.) άσκησαν στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης την από 7-12-2004 αίτηση ακύρωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης, της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και του Δήμου Καλαμαριάς, με την οποία, αφού ισχυρίστηκαν ότι είχαν στην κυριότητα τους τα προαναφερθέντα ακίνητα, δυνάμει των ως άνω δικαστικών αποφάσεων και ότι αυτά είχε δεσμευθεί για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού, μετά την έγκριση της τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Καλαμαριάς δια της ΔΠ/ΠΜοικ/ 19273/30-4-1987 απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, και έκτοτε αυτά δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που δεσμεύθηκαν πολεοδομικά, ζήτησαν να ακυρωθεί η δια του 29/42785/ΠΣΚ/1343/19-11-2004 εγγράφου αρνητική απάντηση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και να ανακληθεί και κάθε πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως που επιβάρυνε τα ακίνητα τους και να αναπεμφθεί η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να τροποποιήσει το πολεοδομικό σχέδιο Καλαμαριάς στο προαναφερθέν ΟΤ (Οικοδομικό Τετράγωνο), ώστε να καταστεί αυτό οικοδομήσιμος χώρος αμιγούς κατοικίας.
Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή με την 1877/22-9-2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ακυρώθηκε η ανωτέρω αρνητική απάντηση και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, με το σκεπτικό ότι η 17ετής αδράνεια (1987-1984) της Διοικήσεως να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για την προώθηση της απαλλοτριωτικής διαδικασίας των ιδιοκτησιών που είχαν δεσμευθεί πολεοδομικά για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού ερχόταν σε αντίθεση προς τη συνταγματική προστασία των ιδιοκτησιών και ανέκυπτε, συνεπώς, υποχρέωση της Διοικήσεως να άρει, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, τη δέσμευση αυτή, αποχαρακτηρίζοντας το ακίνητο.
Με την άνω 1877/22-9-2005 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεν επιλύθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, καθόσον το θέμα αυτό δεν ήταν αντικείμενο της δίκης εκείνης και ούτε άλλωστε θα μπορούσε να είναι. Την απόφαση αυτή η νυν ενάγουσα, όπως και οι κληρονόμοι του στο μεταξύ αποθανόντος Π.
Β., κοινοποίησαν στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, και ζήτησαν την εκτέλεση της. Η άνω Υπηρεσία προκειμένου να προβεί στην πολεοδομική αποδέσμευση των άνω ακινήτων, ως χώρου για τη δημιουργία παιδικού Σταθμού, ζήτησε από την νυν ενάγουσα και το εν λόγω γαμβρό της να προσκομίσουν, εκτός άλλων, και α) επικυρωμένα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησιών τους και των διαγραμμάτων που τους συνόδευαν, μαζί με πιστοποιητικά ιδιοκτησίας, β) βεβαίωση της κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου, ότι οι εν λόγω ιδιοκτησίες δεν είναι δημόσια κτήματα, δ) βεβαίωση ότι δεν διεκδικούνται από την Πρόνοια (βλ.
υπ'αριθμ. Πρωτ. 29/32785/ΠΣΚ/1343/10-11-2004 έγγραφο του Προϊσταμένου του Τμήματος Πολεοδομικών Σχεδίων και Εφαρμογών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Θεσσαλονίκης). Όταν η ενάγουσα, στο στάδιο συλλογής των εν λόγω εγγράφων, ζήτησε βεβαίωση από το Τμήμα Πρόνοιας της Γενικής Διεύθυνσης Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, έλαβε γνώση από την Υπηρεσία αυτή ότι το επίδικο ακίνητο , όπως και μέρος του ακινήτου Π.
Β., ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Μετά ταύτα η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή και κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Το τελευταίο με τις προτάσεις που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο αρνήθηκε την αγωγή και συγκεκριμένα αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας επί του επιδίκου, καθώς και τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου.
Η ενάγουσα δεν απέδειξε τη βάση της αγωγής της. Από τα ανωτέρω εκτενώς παρατιθέμενα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε στη φυσική εξουσία της (κατοχή) χωρίς διάνοια κυρίου, μέρος του επιδίκου ακινήτου και δη έκταση 42μ2, δηλαδή 10μ2 για τη στάθμευση του αυτοκινήτου κάτω από σκέπαστρο με λαμαρίνες και εδαφική λωρίδα (16μΧ2μ=) 32μ2 για να μεταβεί από την οδό Σπύρου Λούη έως το σκέπαστρο, από το Σεπτέμβριο του έτους 1977 έως το Σεπτέμβριο του 1984, δηλαδή για μία επταετία, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού (175,50μ2-42μ2=) 133,50μ2 δεν το κατείχε και δεν ενήργησε οποιαδήποτε εμφανή υλική πράξη, δηλωτική της βουλήσεως της να εξουσιάζει αυτό ως νομέας.
Από το Σεπτέμβριο του 1986 και εντεύθεν η ενάγουσα έπαψε να κατέχει με εμφανείς υλικές πράξεις το επίδικο οικόπεδο, στο σύνολο του , άρα και στην μερικότερη έκταση 42μ2, καθόσον εξέλιπε ο λόγος φυσικής εξουσίασης και της μερικότερης αυτής έκτασης, διότι πλέον δεν είχε ανάγκη να σταθμεύσει εκεί το οικογενειακό της αυτοκίνητο, αφού διέμεινε στην Καλαμαριά.
Ουδέποτε αυτή άσκησε πραγματικά πάνω στο επίδικο διανοία κυρίου εμφανείς υλικές πράξεις κατοχής, αλλά το κυριότερο δεν μπορούσε από το νόμο να ασκήσει νομή επί του επιδίκου, καθόσον αυτό ανήκε στο Δημόσιο. Παρεπόμενα αυτή δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, ούτε με τακτική ούτε με έκτακτη χρησικτησία.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του εφεσιβλήτου ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Κρίνοντας το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα δεν έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας κατόπιν άτυπης αγοράς αυτού (ακινήτου) κατά το έτος 1962, ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στη κυριότητα, νομή και κατοχή του Α.
Ν. ούτε των καθολικών διαδόχων αυτού (κληρονόμων του), ότι το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί τμήμα του άλλοτε αγροαμπελότοπου που περιγράφεται στον με αριθμό 42 τίτλο ιδιοκτησίας (ταπί) στον οποίον ο Α. Ν. είχε αποκτήσει δικαίωμα εγκαταστάσεως και κατόπιν πλήρες δικαίωμα κυριότητας, ότι ο Α. Ν. ουδέποτε άσκησε επί του επιδίκου ακινήτου πράξεις νομής και κατοχής και ότι οι καθολικοί διάδοχοι του Α.
Ν. ουδέποτε νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο, δεν παρεβίασε τους ουσιαστικούς κανόνες των άρθρων 974, 1033, 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο κρίνοντας όπως ανωτέρω, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της μη απόκτησης κυριότητας του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους της αναιρεσείουσας με τακτική και έκτακτη χρησικτησία κατόπιν άτυπης αγοράς αυτού, περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων του Α.Κ.
Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε ενήργησε επί του επιδίκου ακινήτου με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με τις οποίες θα εκδηλωνόταν η βούλησή της για εξουσίαση του εν λόγω ακινήτου ως κυρίας τούτου και ότι δεν προέβη σε άτυπη αγορά του επιδίκου ακινήτου από τους κληρονόμους του Α.
Ν..
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι παραπάνω δύο λόγοι αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής απ' αυτές του ανωτέρω πορίσματος, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά. Ο προκείμενος λόγος αναίρεσης συντρέχει ειδικότερα όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη.
Δεν απαιτείται όμως να αξιολογεί το δικαστήριο τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποιά για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένορκες βεβαιώσεις τριών μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι) από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 368 παρ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η διάταξη πραγματογνωμοσύνης για συγκεκριμένο ζήτημα εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελεύθερα εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος διάδικος ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς ειδικές αλλά, όπως προκύπτει από την αρχική στην καθαρεύουσα διατύπωση του πιο πάνω άρθρου, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, κρίση που επίσης είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται να κριθούν ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η ,η λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το εάν το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα του αμπελότοπου που περιγράφεται στον με αριθμό 42 τίτλο ιδιοκτησίας (ταπί) του τουρκικού έτους 1313 (χριστιανικού 1897) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου ότι για το εν λόγω ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.
Επειδή, ως "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των οποίων ή λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον υπό της διατάξεως αυτής προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, ένστασης ή αντένστασης ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας.
Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης εφόσον σ' αυτούς περιέχεται ισχυρισμός παραδεκτός, νόμιμος και ορισμένος. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό τον οποίο απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον εκ του αριθμού 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του, προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τον ισχυρισμό που νομίμως προέβαλε ενώπιον του με λόγο έφεσης ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 1962 συμφώνησε με τους κληρονόμους του Α.
Ν. να αγοράσει απ' αυτούς το επίδικο ακίνητο το οποίο και αγόρασε άτυπα χωρίς τη σύνταξη σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 18.000 δραχμών το οποίο και κατέβαλε στους πωλητές και ότι έκτοτε ασκούσε επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής καταστάσα κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς αυτούς της αναιρεσείουσας και τους απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους. Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η από 17-9-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ 828/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ 4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ 2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (Ελληνικού Δημοσίου) σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ 1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ 18 ΕιςΝΚΠολΔ 5 παρ 12 ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. 134423/1992 (Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-9-2012 αίτηση της Α. συζ. Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ 828/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ