Legislator Case Law & Legislation
827/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where worker claims work injury instead of contract liability for subcontractor.

Case Number 827/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision rejecting his work injury claim. The appellant, a subcontractor, argued for work injury status but failed to prove employment under the relevant law, as his payment structure indicated a contract for work rather than employment. The court ruled that since the claim was based on work injury rather than joint tort liability, the lawsuit was substantively unfounded and the appeal was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 1 of the Law of 24/7/25-8-1920: A claim for work injury is inadmissible if the plaintiff fails to establish an employment relationship or joint tort liability, thereby rendering the lawsuit substantively unfounded.

Keywords

AI generated
work injury claim subcontractor status employment relationship contract for work inadmissible appeal substantive unfounded Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 of the Law of 24/7/25-8-1920
Art. 38 of the Enforcement and Execution Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 827 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ο αναιρεσείων ήταν αυτοαπασχολούμενος,(ως υπεργολάβος) στο έργο που ανέλαβε να εκτελέσει και εφόσον δεν στηρίζει τις αξιώσεις του σε κοινή αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ανεξάρτητα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά εγείρει αξιώσεις από εργατικό ατύχημα, η αγωγή του δεν είναι νόμιμη.

Αριθμός 827/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ρ. (R.) Σ. (S.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Γκότζη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΜΩΝ - ΕΙΔΙΚΑ ΕΡΓΑ Ανώνυμη Τεχνική Λατομική Εμπορική Βιομηχανική και Τουριστική Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Δ. Γ., κατοίκου ... και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Σ. ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η και 2ος των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Καλογήρου και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μαχαιριώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-5-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 667/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5582/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-8-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-3-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του β.δ. της 24-7/25-8-1920, που κωδικοποίησε το ν. 551/1914, ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕΝΑΚ, ως εργατικό ατύχημα θεωρείται οποιαδήποτε βλάβη, που επέρχεται σε εργάτη ή υπάλληλο των αναφερομένων στο άρθρο 2 επιχειρήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται ρητώς και εκείνες στις οποίες γίνεται χρήση μηχανικών εργαλείων, κατά την εκτέλεση της εργασίας, προηγουμένως ή ύστερα από αυτήν, αλλά εξ αφορμής αυτής και οφείλεται σε αιφνίδιο βίαιο συμβάν, που προήλθε από εξωτερικά αίτια, ήτοι ξένα προς τον οργανισμό του παθόντος.

Με την ως άνω διάταξη παρέχεται στα δικαιούμενα κατά τα οικεία άρθρα του κωδικοποιημένου αυτού ν. 551/1915 πρόσωπα, σε περίπτωση δε θανάτου εργαζομένου, στους αναφερομένους στο άρθρο 6 συγγενείς του παθόντος, δικαίωμα αποζημιώσεως. Κατά το άρθρο 16 του ιδίου ν. 551/1914, τα προαναφερόμενα πρόσωπα, αν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή προσώπων που αυτός έχει προστήσει στην υπηρεσία του (άρθρο 922 ΑΚ), έχουν επιλεκτικό δικαίωμα να ασκήσουν τις προς αποζημίωση αξιώσεις τους, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, είτε σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 297-298 ΑΚ.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Η τρίτη εναγοµένη ανώνυµη εταιρεία θέλοντας να επεκτείνει το υπάρχον δίκτυο συλλογής λυµάτων µε την κατασκευή εγκατάστασης επεξεργασίας των αστικών και βιομηχανικών λυµάτων της στο χώρο των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της επιχείρησής της, ανέθεσε την κατασκευή και ολοκλήρωση του τεχνικού αυτού έργου µε την από 15/3/2006 έγγραφη εργολαβική σύµβαση στην 1η εναγοµένη εταιρεία.

Δεν επιφύλαξε στον εαυτό της, ρητώς ή σιωπηρώς, τη διεύθυνση και την επίβλεψη του έργου και ειδικότερα το δικαίωµα παροχής οδηγιών στην εργολήπτρια, στις οποίες η τελευταία ήταν υποχρεωμένη να υπακούει. Όρισε απλώς τον Π. Π., μηχανικό Περιβάλλοντος Υγείας και Ασφαλείας ως αρμόδιο για την παραλαβή του έργου και την ολοκλήρωσή του και γενικότερα αρμόδιο για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με το έργο της σύμβασης.

Η 1η εναγομένη εταιρεία όρισε ως υπεύθυνο μηχανικό που θα είχε τη γενική επίβλεψη του συνόλου των εργασιών της άνω σύμβασης τον 2ο εναγόμενο πολιτικό μηχανικό. Επειδή όμως δεν διατηρούσε αυτή εργατοτεχνικό προσωπικό παρά μόνο (3) συντηρητές, οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των ήδη κατασκευασμένων έργων, που έχουν σχέση με βιολογικό καθαρισμό, και μία γραμματέα, ανέθεσε υπεργολαβικώς, την εκτέλεση των επιμέρους εργασιών σε υπεργολάβους.

Ειδικότερα: α) με το από 01/6/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας ανέθεσε την εκτέλεση των αναγκαίων χωματουργικών εργασιών του άνω έργου στην Ε. Τ., με έναρξη εργασιών την 05/6/2006, β) με το από 02/6/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στον υπεργολάβο οικοδομών Ε. Θ. την κατασκευή του ξυλοτύπου και την σκυροδέτηση των δεξαμενών της μονάδας επεξεργασίας λυμάτων στην βιομηχανική περιοχή εργοστασίου της 3ης εναγομένης με έναρξη εργασιών την 15/6/2006, γ) προφορικά κατά τις 20/6/2006 ανέθεσε στον ενάγοντα, ως υπεργολάβο, την εκτέλεση των εργασιών "σιδερώματος", ήτοι την προετοιμασία και την τοποθέτηση του σιδηρού οπλισµού στους ξυλότυπους, ώστε στη συνέχεια να επακολουθήσει η ρίψη του σκυροδέματος και δ) µε το από 19/11/2006 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στην εταιρεία Π.

Λ. Η/Μ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ την εκτέλεση των υδραυλικών και ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών. Ο ενάγων είχε αναλάβει υπεργολαβικώς τη ρίψη του σιδηρού οπλισµού µε δικό του συνεργείο, όπου αυτοαπασχολούνταν και ο ίδιος µαζί µε τον υιό του Λ. - Ε. και τον συμπατριώτη του K. B. αντί αµοιβής 0,15 ευρώ ανά κιλό τοποθετούμενου σιδήρου.

Για την παραγγελία και την παραλαβή του σιδηρού οπλισµού, που θα απαιτούνταν για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών, θα μεριμνούσε ο ενάγων, ενώ η πρώτη εναγοµένη θα κατέβαλε την αµοιβή της αγοράς του. Ο ίδιος, βάσει των υπαρχόντων στατικών σχεδίων, που του παραδόθηκαν, παρήγγειλε τον τύπο, την ποιότητα και την ποσότητα του σιδήρου που απαιτούνταν για το "σιδέρωµα" του εν λόγω έργου, από την εταιρεία "ΑΤΤΙΚΟΣ ΧΑΛΥΒΑΣ ΕΠΕ", η οποία εξέδιδε τα σχετικά τιμολόγια - δελτία αποστολής επ' ονόματι της 1ης εναγοµένης, η οποία, βάσει της συμφωνίας µε τον ενάγοντα, κατέβαλε το οφειλόµενο τίµηµα για την αγορά του σιδήρου.

Με βάση τα προσκομιζόμενα από την 1η εναγοµένη τιµολόγια - δελτία αποστολής της εταιρείας "ΑΤΤΙΚΟΣ ΧΑΛΥΒΑΣ ΕΠΕ", ο ενάγων παρήγγειλε και παρέλαβε για την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει υπεργολαβικώς 18.793 Kg και συνεπώς με βάση τη συμφωνία τους ο ενάγων δικαιούταν ως αμοιβή το ποσό των [18.793 Kg σιδήρου Χ 0,15 ευρώ] 2.818,95 ευρώ.

Έλαβε για την αιτία αυτή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την 1η εναγομένη από 7/7/2006, 17/7/2006 και 01/8/2007 αποδείξεις είσπραξης, που φέρουν την αναμφισβήτητη υπογραφή του ενάγοντος, το συνολικό ποσό των 2.850 ευρώ, όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος εξεταζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ο ισχυρισμός του ότι όταν υπέγραφε τις άνω αποδείξεις δεν είχε τη δυνατότητα ελέγχου του περιεχομένου τους, πέραν της αοριστίας του, αφού δεν εξηγεί για πιο λόγο στερούνταν αυτής της ιδιότητας καίτοι έμπειρος στην εκτέλεση των εν λόγω εργασιών, δεν αποδείχθηκε. Ο ενάγων εργάστηκε στο εν λόγω έργο με τις εργασίες του σιδερώματος (7) ημέρες.

Στις 29/7/2006, ημέρα Σάββατο, μολονότι η κυρία του έργου είχε απαγορεύσει να εκτελούνται κάθε είδους εργασίες κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, ο ενάγων εκτελούσε εργασίες τοποθέτησης σιδήρου οπλισμού στην πλάκα οροφής υπεδάφιας δεξαμενής, καθόσον τη Δευτέρα θα ρίχνονταν το σκυρόδεμα. Η δεξαμενή αυτή εδραζόταν εντός σκάμματος βάθους (5) μέτρων περίπου και περικλειόταν περιμετρικά από αυτό.

Δηλαδή μεταξύ της πλάκας οροφής της δεξαμενής και της στάθμης του παρακείμενου φυσικού εδάφους υπήρχε περιμετρικά ένα χάσμα μήκους περίπου (4) μέτρων και βάθους (5) μέτρων περίπου. Για τη γεφύρωση του χάσματος αυτού χρησιμοποιούταν ένα μόνο μαδέρι πλάτους (25) εκατοστών. Ο ενάγων επιχείρησε να μεταφέρει με τα χέρια του 3-4 βέργες σιδήρου μετακινούμενος από το χώρο εκτός του σκάμματος, όπου ήταν αφημένες οι σιδηρόβεργες, προς την πλάκα της οροφής της δεξαμενής εντός του σκάμματος, πατώντας επάνω στο μαδέρι, το οποίο δεν έφερε προστατευτικά της πτώσης τοιχώματα.

Κατά τη μεταφορά αυτή έσπασε απότομα το ξύλινο μαδέρι, εξ αιτίας του βάρους, της μειωμένης αντοχής και της κακής ποιότητας του υλικού του, με αποτέλεσμα ο ενάγων να πέσει μέσα στο σκάμμα από ύψος περίπου (5) μέτρων και να τραυματιστεί σοβαρά, αφού υπέστη πολλαπλά κατάγματα στα πλευρά και τραύματα στο θώρακα.

Με βάση τα ως άνω, το ατύχημα του ενάγοντος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργατικό, καθόσον δεν υπήρξε σύμβαση εργασίας ή απλή έστω σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της 1ης εναγομένης, ήτοι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε ως εργάτης - οικοδόμος της πρώτης εναγομένης στο εν λόγω έργο, αλλά ως υπεργολάβος που υπεργολαβικά με δικό του προσωπικό ανέλαβε με το συνεργείο του τη ρίψη σιδηρού οπλισμού στο προαναφερθέν έργο.

Αν ο ενάγων ήταν απλός εργάτης α) δεν θα είχε δικαίωμα να προσλάβει και να απασχολεί άλλα άτομα για το συγκεκριμένο έργο και β) τον απαραίτητο εξοπλισμό για την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών δεν θα τον διέθετε ο ίδιος. Ο ενάγων προς απόδειξη ισχυρίζεται ότι: 1) δεν είναι δυνατόν η 1η εναγομένη εργολήπτρια ανώνυμη εταιρεία να έχει υπογράψει συμφωνητικά υπεργολαβίας με τους υπόλοιπους υπεργολάβους, που εμπλέκονται στο έργο και με εκείνον να αρκεστεί στη σύναψη προφορικής συμφωνίας εργολαβίας, 2) δεν είναι δυνατόν η 1η εναγομένη ν' αναθέσει υπεργολαβικά τις εργασίες σκυροδέτησης του έργου στον υπεργολάβο Θεοδωρακόπουλο και συγχρόνως να αναθέτει και σε εκείνον υπεργολαβικά το σιδέρωμα των πλακών, αφού οι δύο αυτές εργασίες είναι αλληλένδετες και δεν μπορούν να διαχωριστούν και να γίνουν αντικείµενο δύο ξεχωριστών εργολαβιών, 3) την παρεχόμενη εργασία του µε την ιδιότητα του ειδικευμένου εργάτη το επιβεβαιώνει και η επικόλληση ενσήµων του ΙΚΑ από την κυρία του έργου και 4) ότι αµοιβόταν µε ημερομίσθιο 70 ευρώ.

Αναφορικά µε τον 1ο ισχυρισµό του εκκαλούντος - ενάγοντος, η 1η εναγοµένη συνήψε προφορικώς µαζί του σύµβαση υπεργολαβίας για τη ρίψη του σιδηρού οπλισµού, γιατί το αντικείµενο της υπεργολαβίας ήταν περιορισμένο σε έκταση και κόστος και σε κάθε περίπτωση ο έγγραφος τύπος στις συµβάσεις υπεργολαβίας δεν είναι απαραίτητος.

Η 1η εναγοµένη ανέθεσε υπεργολαβικά στον ενάγοντα τις άνω εργασίες κατόπιν συστάσεων του υπεργολάβου Θεοδωρακόπουλου, που είχε αναλάβει υπεργολαβικώς τις εργασίες καλουπώματος και σκυροδέτησης, δεδοµένου ότι ο τελευταίος είχε επανειλημμένως συνεργασθεί µε τον ενάγοντα στο παρελθόν. Αναφορικά µε το 2ο ισχυρισµό.

Για την εκτέλεση του εν λόγω έργου απαιτούνταν πρώτα οι αναγκαίες εκσκαφές, µετά η τοποθέτηση του απαραίτητου ξυλότυπου (καλούπωµα), στη συνέχεια ακολουθεί η ρίψη του σιδηρού οπλισµού (το σιδέρωµα) και τέλος η ρίψη του σκυροδέματος. Τη ρίψη του σιδηρού οπλισµού την ανέλαβε ο ενάγων, ενώ το καλούπωµα και τη ρίψη του σκυροδέματος ο υπεργολάβος Θεοδωρακόπουλος.

Συνεπώς οι εργασίες καλουπώματος, ρίψης σιδηρού οπλισμού και ρίψης σκυροδέματος μπορούν να διαχωριστούν και να αποτελέσουν αντικείμενο ξεχωριστής υπεργολαβίας. Αν ευσταθούσε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι οι εργασίες "καλουπώματος" και "σιδερώματος" ως απόλυτα συναφείς δεν μπορούν να διαχωριστούν και να εκτελεστούν από δύο διακριτά μεταξύ τους συνεργεία, τότε ο ενάγων -εκκαλών θα ήταν εργαζόμενος με εργοδότη τον υπεργολάβο Ε.

Θ., που είχε αναλάβει υπεργολαβικά τις εργασίες κατασκευής ξυλοτύπου και τη σκυροδέτηση των δεξαμενών. Όσον αφορά τον τρίτο ισχυρισμό περί επικόλλησης ενσήμων. Το γεγονός ότι η κυρία του έργου του επικόλλησε ένσημα Ι.Κ.Α. για (6) ημέρες απασχόλησης, δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο και δεν υποδηλώνει, δίχως άλλο, ότι υπήρξε σχέση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ του ενάγοντος και της 1ης εναγομένης, γιατί στην κατασκευή του οικοδομών αποτελεί σύνηθες φαινόμενο να επικολλούνται ένσημα από τον εργοδότη και στον εργολάβο και υπεργολάβο, εάν αυτός εργάζεται συγχρόνως στην οικοδομή.

Η καταβολή στη συγκεκριμένη περίπτωση ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ έγινε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 3 του ΑΝ 1846/1951, που ορίζει ότι στην ασφάλιση του ΙΚΑ υπάγονται οι αυτοαπασχολούμενοι υπεργολάβοι οικοδομικών εργασιών, ανεξαρτήτως του εάν απασχολούν οι ίδιοι προσωπικό. Και ο εκκαλών - ενάγων, όπως προαναφέρθηκε, ήταν αυτοαπασχολούμενος στο έργο που ανέλαβε να εκτελέσει.

Εξάλλου, η τρίτη εναγομένη, όπως προκύπτει από την αναλυτική περιοδική δήλωσή της για το συγκεκριμένο έργο ασφάλισε στο ΙΚΑ και τον Ε. Θ., χωρίς αυτό να τον καθιστά εργατοτεχνίτη οικοδόμο, αφού απασχολήθηκε στο έργο βάσει υπεργολαβικής σύμβασης. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι αμειβόταν ως εργάτης με ημερομίσθιο 70 ευρώ ημερησίως, αυτός δεν ευσταθεί, γιατί σ' αυτήν την περίπτωση εφόσον εργάστηκε (7) ημέρες έπρεπε να λάβει ως αμοιβή το ποσό των 490 ευρώ (7 Χ 70).

Αντίθετα ο ενάγων έλαβε ως αμοιβή από την 1η εναγομένη το ποσό των 2.850 ευρώ, που συνιστά εργολαβική αμοιβή, κατά τα προαναφερθέντα. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών, εφόσον ο ενάγων δεν στηρίζει τις αξιώσεις του σε κοινή αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, ανεξάρτητα από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά εγείρει αξιώσεις από εργατικό ατύχημα, πρέπει η αγωγή του ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 667/2009 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις τα προκύψαντα εκ της διαδικασίας πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την μη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Κατ' ακολουθίαν, ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, ειδικότερα, που με αυτόν, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, είναι και απαράδεκτος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τη διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, ανάμεσα στα οποία, το αντίγραφο της από 26-10-2006 έγκλησης του αναιρεσείοντος, η 200 Α/2008 έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος και η με αριθμό 11458/23-10-2006 δήλωση εργατικού ατυχήματος στο ΙΚΑ Κεραμεικού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 2 Αυγούστου 2011 αίτηση αναιρέσεως της 5582/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Μαΐου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ