Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's assessment of causation and liability.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a traffic accident. The appellants argued that the lower court erred in its evaluation of evidence, specifically the traffic police sketch and emergency center reports, claiming these documents were improperly weighted or ignored. The court rejected these claims, ruling that the appellate court correctly exercised its discretion to assess the probative value of all evidence, including expert reports and witness testimonies, and that the causal link between the driver's negligence and the accident was properly established.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of Law 1911/1911; Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's evaluation of evidence regarding causation and liability in traffic accidents is subject to appellate review but must not be overturned merely for differing weight given to documents like police sketches or emergency reports if the factual basis supports the conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 827 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 827/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Μπουρνέλη, 2) Χ2, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απόστολου Μπουρνέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Δημοσθένους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Δ. Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/2000 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 27/2/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5223/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3400/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/4/2006 αίτησή τους και τους από 29/8/2007 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 20/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν. ΓπΝ/1911, 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση σε σύγκρουση αυτοκινήτων είναι η υπαιτιότητα του οδηγού που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Τέτοιος σύνδεσμος πρόσφορος για την επέλευση του αποτελέσματος υπάρχει όταν η σχετική πράξη ή παράλειψη του ζημιώσαντος ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει τη ζημία. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Όμως η κρίση για το αν τα πραγματικά περιστατικά που κυριαρχικά διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του αποτελέσματος που επήλθε υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός πταίσματος των υπαίτιων οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του ΚΟΚ, αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων αυτού από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος.
Αποτελεί απλά στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του αποτελέσματος που επήλθε. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.
Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-11-1999 και ώρα 04.15 περίπου ο Χ2 (δεύτερος αναιρεσείων - εναγόμενος - ενάγων), οδηγώντας το .......
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε στην κυριότητα και κατοχή του Χ1 (πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου - ενάγοντος) και ήταν ασφαλισμένο, για τις από τη λειτουργία του προς τρίτους προξενούμενες ζημίες, στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Imperio ασφαλιστική επιχείρηση Compania de Seguros S.A." (η οποία ήδη δεν είναι διάδικος), έβαινε επί της λεωφόρου ....., στην Αθήνα, με κατεύθυνση προς ....., κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας του, με πρόθεση μόλις έφθανε στη διασταύρωση με την οδό ......, πλησίον του νοσοκομείου "Σωτηρία", να στρίψει αριστερά και ακολουθήσει την τελευταία οδό.
Κατά τον ίδιο χρόνο, στη λεωφόρο ....., με αντίθετη όμως κατεύθυνση, δηλαδή προς Αθήνα στη δεξιά λωρίδα, έβαινε ο ενάγων-πρώτος εναγόμενος Ψ1 (πρώτος αναιρεσίβλητος) οδηγώντας το ...... Ι.Χ.Ε. (τύπου τζιπ) αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε και κατά την κυριότητα και κατά την κατοχή (ιδίω ονόματι εκμετάλλευση) στον ίδιο και στο οποίο έβαινε και η σύζυγός του Ψ και ήταν ασφαλισμένο, για τις από την λειτουργία του προς τρίτους προξενούμενες ζημίες, στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Εθνική ΑΕ" (δεύτερη αναιρεσίβλητη).
Όταν ο Χ2 έφθασε στη διασταύρωση (κόμβο) της λεωφόρου ..... επί της οποίας έβαινε με την οδό ......., όπου η κυκλοφορία ρυθμιζόταν με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατ' εκείνη τη στιγμή λειτουργούσαν και έδειχναν ερυθρό σταθερό φως για τα οχήματα της κατευθύνσεώς του, δεν διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου που οδηγούσε και δεν σταμάτησε μπροστά από τον επί της πορείας του φωτεινό σηματοδότη, αλλά αντίθετα, παρά το ότι ακόμη ο προ αυτού σηματοδότης έδειχνε κόκκινο γι' αυτόν φως, επιχείρησε με στροφή προς τα αριστερά να συνεχίσει την πορεία του προκειμένου να διασχίσει τη διασταύρωση και να εισέλθει στην οδό ....., με αποτέλεσμα να βρεθεί, αιφνιδίως και αποτόμως (αφού οι οδηγοί των αυτοκινήτων που κινούνταν στην αριστερή και μεσαία λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας της λεωφόρου .....
είχαν καταφέρει να τον αποφύγουν), προ της πορείας του Ψ1 ο οποίος είχε κατ' εκείνη τη στιγμή εισέλθει στη διασταύρωση κανονικά, εφόσον οι σηματοδότες που υπήρχαν στη διασταύρωση της λεωφόρου .... με την οδό ..... έδειχναν πράσινο γι' αυτόν φώς, με αποτέλεσμα τα δύο αυτοκίνητα να συγκρουστούν, αφού το δεύτερο αυτοκίνητο (τζίπ) επέπεσε με το εμπρόσθιο μέρος του στο πλάγιο δεξιό μέρος του άλλου αυτοκινήτου, με περαιτέρω αποτέλεσμα από τη σύγκρουση αυτή να τραυματιστεί ο Χ2.
Η σύγκρουση και ο από αυτήν τραυματισμός του εν λόγω διαδίκου οφείλεται αποκλειστικώς σε παράνομη συμπεριφορά και αμέλεια του διαδίκου αυτού (Χ2), διότι αυτός, κατά σαφή παραβίαση των διατάξεων των αρθρ. 6 παρ. 1β, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 26 παρ. 1, 4 και 6 Κ.Ο.Κ. (1999), μολονότι οι επί της πορείας του προ του παραπάνω κόμβου (διασταυρώσεως) φωτεινοί σηματοδότες, οι οποίοι λειτουργούσαν, έδειχναν ακόμη ερυθρό σταθερό φως για τα οχήματα της κατευθύνσεώς του, εν τούτοις δεν διέκοψε την πορεία του προ της διασταυρώσεως και των εν λόγω σηματοδοτών, ώστε να παραμείνει σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως, όπως υποχρεούτο, αλλ' αντιθέτως όλως απερίσκεπτος, ανελέγκτως και αποτόμως, ακόμη δε περισσότερο χωρίς την επιβαλλόμενη ιδιαίτερη προσοχή στην εν λόγω διασταύρωση συνέχισε, με στροφή προς τα αριστερά, την πορεία του και εισήλθε, όπως δεν θα έπρεπε, εντός της διασταυρώσεως και επιχείρησε να διασχίσει αυτήν τη στιγμή κατά την οποία ο ενάγων-πρώτος εναγόμενος Ψ1 είχε πλέον αρχίσει να διασχίζει τη διασταύρωση και δη συννόμως, εφόσον οι σηματοδότες που ήταν στην πορεία του έδειχναν πράσινο φώς για τα αυτοκίνητα της κατευθύνσεως του, και έτσι αυτός (Χ2) βρέθηκε προ της πορείας του από τον εν λόγω ενάγοντα - εναγόμενο (Ψ1) οδηγούμενου αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα αναγκαίως πλέον να επέλθει η ένδικη σύγκρουση και ο από αυτήν τραυματισμός του διαδίκου αυτού, κατά τα προαναφερόμενα.
Τον δε Ψ1 καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει για την παραπάνω σύγκρουση και τον από αυτήν τραυματισμό του Χ2, ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι αυτός (Ψ1) εισήλθε εντός της διασταυρώσεως και άρχισε να διασχίζει αυτήν επιτρεπτώς, εφόσον οι επί της πορείας του σηματοδότες έδειχναν πράσινο φως που επέτρεπε σ' αυτόν τη διέλευση της διασταυρώσεως και αφού προηγουμένως έλεγξε με κάθε δυνατή επιμέλεια τη διασταύρωση προτού εισέλθει σ' αυτήν και διαπίστωσε, όπως και πράγματι συνέβαινε, ότι δεν εκινείτο πλέον εντός της διασταυρώσεως άλλο όχημα από προηγούμενη σηματοδότηση, ενώ δεν μπορούσε, λόγω του αιφνίδιου και αποτόμου της εισόδου του από τον Χ2 οδηγούμενου αυτοκινήτου εντός της διασταυρώσεως και δη κατά το χρόνο κατά τον οποίο αυτός, έχοντας, όπως προαναφέρθηκε, την προτεραιότητα κινήσεως (εφόσον οι επί της πορείας του σηματοδότες έδειχναν σταθερό πράσινο φως για τα οχήματα της κατευθύνσεως του) ήδη διερχόταν τη διασταύρωση αυτή, να κάνει τίποτε για να αποφύγει τη σύγκρουση, πλέον της από αυτόν γενόμενης άμεσης τροχοπεδήσεως του αυτοκινήτου που οδηγούσε, εξαιτίας της οποίας μάλιστα (τροχοπεδήσεως) καταλείφθηκαν ίχνη της στο οδόστρωμα μήκους 12 μ., μόλις κατέστη δυνατό να αντιληφθεί το αυτοκίνητο των αντιδίκων του να εισέρχεται στη διασταύρωση, εφόσον δεν μπορούσε να προβλέψει την πιο πάνω αντικανονική και άφρονη κίνηση του διαδίκου Χ2, και δη ότι αυτός (Χ2) δεν θα σταματούσε προ της διασταυρώσεως και των σηματοδοτών που έδειχναν ήδη ερυθρό σταθερό φως για τα αυτοκίνητα της κατευθύνσεως του, αλλά θα συνέχιζε την πορεία του και μάλιστα θα επιχειρούσε με στροφή προς τα αριστερά να εισέλθει στην οδό ......
Στην κρίση του αυτή για αποκλειστική υπαιτιότητα του Χ2, οδηγού του αυτοκινήτου του Χ1 για την επίδικη σύγκρουση και τον από αυτήν πιο πάνω τραυματισμό κατέληξε το Δικαστήριο από την προσήκουσα εκτίμηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού που προσκομίστηκε, ιδίως δε από τα σε προανάκριση από ......έκθεση αυτοψίας και σχεδιάγραμμα του Ανθ/μου Ζ1, από 7-12-1999 και 29-12-1999 ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2 και Γ3 και τις ένορκες βεβαιώσεις των Γ3, Γ2 και ....., αλλά και από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα Γ1.
Ειδικότερα, στην κρίση του Δικαστηρίου, εκτός των άλλων, βάρυνε η κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα (βλ. σχετ. έκθεση αυτοψίας) Γ1, αστυνομικού, ο οποίος μάρτυρας, με κάθε σαφήνεια, και πληρότητα περιγράφει (και στις δύο πιο πάνω καταθέσεις του) τη σύγκρουση και αποδίδει (όπως από τις καταθέσεις του προκύπτει), την αποκλειστική υπαιτιότητα για την εν λόγω σύγκρουση και τον από αυτήν τραυματισμό στον Χ2, αποδίδοντάς του ειδικότερα το ότι αυτός παραβίασε το ερυθρό φως του επί της κατευθύνσεώς του σηματοδότη.
Κάτι διαφορετικό δεν προκύπτει, ούτε από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα ......., εφόσον όπως ο ίδιος κατέθεσε δεν ήταν παρών κατά τη σύγκρουση και πληροφορήθηκε αυτήν από το συνάδελφό του διάδικο Χ2, αλλ' ούτε και από την από 17-12-1999 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ίδιου αυτού διαδίκου Χ2 εφόσον ακόμη οι καταθέσεις των προσώπων αυτών κρίνονται στα κρίσιμα σημεία τους και ασαφείς και αντιφατικές και ακόμη, ως εκ του τρόπου με τον οποίο δόθηκαν και σε συσχετισμό με τις λοιπές αποδείξεις, μη πειστικές και μη ανταποκρινόμενες προς την πραγματικότητα.
Επομένως, εφόσον η παραπάνω σύγκρουση και ο από αυτήν τραυματισμός του Χ2 οφείλεται αποκλειστικώς σε παράνομη συμπεριφορά και αμέλεια του εν λόγω διαδίκου, οδηγού του αυτοκινήτου του Χ1, , η αγωγή και των δύο αυτών διαδίκων, καθώς και η ένσταση των ιδίων αυτών ως εναγομένων για συνυπαιτιότητα του ενάγοντος Ψ1 στην ένδικη σύγκρουση και τον παραπάνω τραυματισμό (του Χ2), ήταν πράγματι αβάσιμες κατ' ουσίαν και γι' αυτό απορριπτέες, όπως δέχτηκε και η εκκαλούμενη απόφαση.
Έτσι η απόφαση αυτή, εφόσον τα ίδια δέχτηκε ορθά τις πιο πάνω και από αυτήν εφαρμοσθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως οι σχετικοί λόγοι εφέσεως των εκκαλούντων που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και γι' αυτό απορριπτέοι. Εξαιτίας της ανωτέρω συγκρούσεως το αυτοκίνητο του ενάγοντος (Ψ1), υπέστη τις ακόλουθες βλάβες, για την αποκατάσταση των οποίων αυτός δαπάνησε το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.366.162 δραχμών, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Φ.Π.Α.
για τα εκδοθέντα τιμολόγια, όπως δέχτηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, δηλαδή α) 1.876.462 δραχμές για την αγορά ανταλλακτικών για αντικατάσταση των καταστραφέντων εμπρόσθιων προφυλακτήρα, μάσκας, γωνιών, προφυλακτήρα, μετώπης, πλαισίου φανών, φλας, δεξιού φτερού, ψυγείου κλιματισμού, διακόπτη εξωτερικού, αερόσακκων οδηγού και συνοδηγού, διακοσμητικού φλας δεξιού, τιμονιού δερμάτινου, συστήματος ηλεκτρικού ελέγχου, clock spring τιμονιού, σήματος Jeep, θόλου φτερού, δοχείου υποπίεσης και διαφόρων άλλων μικροεξαρτημάτων και β) 489.700 δραχμές για την εξαγωγή των καταστραφέντων εξαρτημάτων και την τοποθέτηση των παραπάνω ανταλλακτικών, ρύθμιση φώτων, επισκευή καλωδίου κόρνας, ευθυγράμμιση εμπρόσθιου δεξιού φανοστάτη, δεξιού σασσί, τραβέρσας, μετώπης, καπώ, αριστερού φτερού, εξαγωγή ψυγείου μηχανής και πλαστικών θόλων, ηλεκτρολογικές εργασίες, μπέαρ και βαφή εμπρόσθιου (βλαβέντος) τμήματος (βλ.
ιδίως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών). Και ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (αναιρεσείοντες-εναγόμενοι) ότι δήθεν η ζημία που υπέστη το αυτοκίνητο του ενάγοντος Ψ1 από τη σύγκρουση ήταν εξωτερική και ότι καταστράφηκε "μόνο ο προφυλακτήρας και απολύτως τίποτε άλλο" και ότι η δαπάνη για την αποκατάσταση των βλαβών του αυτοκινήτου του ανήλθε σε πολύ μικρότερο χρηματικό ποσό, πλην όμως, επί τη βάσει των αποδείξεων που προσκομίστηκαν (λαμβανομένου υπόψη ότι η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία δεν άσκησε έφεση, πλήρωσε το αμέσως πιο πάνω συνολικό χρηματικό ποσό, προφανώς μετά από έλεγχο του βλαβέντος αυτοκινήτου του ενάγοντος), ενόψει της φύσεως και της πραγματικής εκτάσεως των από την ένδικη σύγκρουση βλαβών του αυτοκινήτου αυτού, κατά την κρίση του δικαστηρίου, πράγματι, η για την αποκατάσταση των ως άνω βλαβών δαπάνη ανήλθε στο πιο πάνω ποσό των 2.366.162 δραχμών, όπως δέχτηκε και η εκκαλούμενη απόφαση.
Έτσι η απόφαση αυτή, εφόσον τα ίδια δέχτηκε, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος εφέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και γι' αυτό απορριπτέος. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ενόψει της επάρκειας του όλου πιο πάνω αποδεικτικού υλικού (λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στο διάδικο Χ2 αποδίδεται ότι "δεν διέκοψε την πορεία του, όπως όφειλε, μπροστά στο σηματοδότη που έδειχνε ερυθρό φως κυκλικής μορφής" και όχι στο διάδικο Ψ1) δεν κρίνεται αναγκαίο να διαταχθεί η αναβολή της συζητήσεως εωσότου περατωθεί η ποινική διαδικασία (αρθρ. 250 ΚΠολΔ) και γι' αυτό πρέπει το σχετικό αίτημα των εκκαλούντων να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω και ενόψει του ότι δεν υπάρχουν πλέον για κρίση άλλα συγκεκριμένα και ορισμένα παράπονα κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, πρέπει η υπό κρίση από 12-12-2002 έφεση των αναιρεσειόντων να απορριφθεί κατ' ουσίαν". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, στα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας των παραπάνω οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και ιδίως σε σχέση με την κίνηση και τη θέση τους κατά το χρόνο τα σύγκρουσης, καθώς και με τα σημεία της σύγκρουσης.
Δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ' αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας και της αμέλειας. Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Αντίθετα στήριξε την κρίση του στα πιο πάνω μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στα έγγραφα στοιχεία και τους μάρτυρες, που οι διάδικοι προσκόμισαν και προσήγαγαν αντίστοιχα, με επίκληση. Οι αιτιολογίες αυτές δικαιολογούν το σαφές πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Εφετείο και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Δεν παραβίασε κατά τρόπο ευθύ ή πλάγιο τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, (ούτε άλλες διατάξεις), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Σωστά, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔικ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 671 § 1 και 681Α του ίδιου κώδικα, εκτίμησε ελεύθερα τα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων η από ....
έκθεση αυτοψίας του ανθ/μου Ζ1, με το σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος (έστω και αν η έκθεση αυτή αυτοψίας περιέχει και κρίσεις που είναι έργο του δικαστηρίου και δεν περιορίζεται έτσι σε "τόπους" και "πράγματα" για να βεβαιωθούν η τέλεση και οι περιστάσεις του εγκλήματος, κατά το άρθρο 180 § 1 ΚΠοινΔικ) και οι ένορκες αναφερόμενες προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων Γ1, Γ2, Γ3 και άλλων.
Περαιτέρω, από τις ανωτέρω παραδοχές και τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο πόρισμά του κατέληξε αφού εκτίμησε και "τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα των διαδίκων", δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε και τα έγγραφα εκείνα για τα οποία οι αναιρεσείοντες παραπονούνται τώρα με το πρόσθετο αναιρετήριο, δηλαδή τις "με απ. .....
και ..... "βεβαιώσεις" του "Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας" (ΕΚΑΒ), (τμήμα Άμεσης Επέμβασης". Επίσης, προκύπτει, ότι το Εφετείο στην εξεταζόμενη υπόθεση συνεκτίμησε απλά, μαζί με τις άλλες αποδείξεις, και το από ..... "σχεδιάγραμμα" του τμήματος τροχαίας που υπογράφει ο ανθυπαστυνόμος Ζ1, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό ως προς το πόρισμα για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Δεν το παραμόρφωσε, αλλά εκτίμησε το αληθινό περιεχόμενό του και κατέληξε, συνεκτιμώντας το με τις άλλες αποδείξεις, σε αποδεικτικό συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες. Σύμφωνα με αυτά δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τα εδάφια 1, 19, 20 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όλοι δε οι λόγοι αναίρεσης (κύριοι και πρόσθετοι) που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν.
Ειδικότερα: α) Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης του κύριου αναιρετηρίου, που προβλέπεται από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για παραμόρφωση του περιεχομένου του από ....... σχεδιαγράμματος της Τροχαίας Αγίας Παρασκευής και του επ' αυτού υπομνήματος που υπογράφει ο ανθυπαστυνόμος Ζ1, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος και σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.
β) Ο πρώτος κύριος λόγος αναίρεσης, για πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. γ) Οι τρεις πρώτοι λόγοι αναίρεσης του πρόσθετου αναιρετηρίου, που προβλέπονται από το εδάφιο 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέοι σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμοι. Και δ) Οι τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, για πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από α εδάφια 1 και 19 ΚΠολΔικ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Τέλος, όλες οι αιτιάσεις των κύριων και πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττουν, με πρόσχημα την απλή επίκληση αναιρετικών πλημμελειών, την αναιρετικά ανέλεγκτη από το δικαστήριο ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Απορρίπτει την από 19-4-2006 αίτηση και τους από 29-8-2007 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 3400/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για καθένα.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΣ