Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of rent claim as abuse of right due to insufficient facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision dismissing his rent claim as an abuse of right. The lower court erred by failing to establish that the respondent company was in precarious financial conditions at the time of the lawsuit, a crucial element required to prove the abuse of right under Article 281 of the Civil Code. Consequently, the case was remanded to the Court of Appeal for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticle 281 of the Civil Code; The right to claim rent is considered exercised abusively only when the claimant's prior conduct or the circumstances create a reasonable belief in the obligor that the claim will not be made, and the reversal causes harsh consequences directly linked to that conduct.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 827 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 827/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. Φ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική και Τεχνική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΒΕΤΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2001 και 8/12/2001 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4665/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2004 αίτησή του και τους από 9/1/2006 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων του κυρίου δικογράφου και εκείνου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση η να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί πολύ χρόνο με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ.ΑΠ 17/95) Δηλαδή απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, εύλογη πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και επιπλέον απαιτείται όπως οι από την ανατροπή της δημιουργηθείσας καταστάσεως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.
Εξάλλου ο παραπάνω κανόνας που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων, ως κανόνας δημοσίας τάξεως, έχει εφαρμογή και επί ασκήσεως δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 92 Α του Κώδικα Δικηγόρων που σε συνδυασμό με τις εκάστοτε εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργ.
Δικαιοσύνης ορίζουν τα ελάχιστα όρια νόμιμης αμοιβής του αμειβομένου με πάγια περιοδική αμοιβή δικηγόρου.
Εν προκειμένω όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε ότι: Ο αναιρεσείων είναι δικηγόρος εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το έτος 1980 και διορισμένος στον 'Αρειο Πάγο από το έτος 1988. Το έτος 1987 συνήψε με την εταιρεία υπό την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ ΕΤΚΑ ΑΕ", σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία ύψους 50.000 δραχμών, η οποία από του έτους 1993 συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 70.000 δραχμών μηνιαίως και από του έτους 1996 σε 75.000 δραχμές μηνιαίως.
Ο αναιρεσείων συμφώνησε στην καταβολή των ανωτέρω ποσών αν και εγνώριζε ότι αυτά υπολείποντον των νομίμων κατωτάτων ορίων πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας, λόγω της φιλικής σχέσης που τον συνέδεε με τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της ως άνω εταιρείας και σε ένδειξη κατανόησης για τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε τότε η εταιρεία αυτή.
Παράλληλα όμως, η εν λόγω εταιρεία, πέραν της κατά τα άνω πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας ανέθεσε στον αναιρεσείοντα την διεκπεραίωση νομικών και δικαστικών υποθέσεών της για τις οποίες του κατέβαλλε ξεχωριστές αμοιβές κατά περίπτωση και αναλόγως της σοβαρότητας της υποθέσεως. Ακολούθως, κατά το έτος 1999 συγχωνεύθηκαν οι εταιρείες "ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΕΤΚΑ ΑΕ" δια της απορροφήσεως της πρώτης από την δεύτερη, μετά δε την σχετική τροποποίηση του καταστατικού της η εντολεύς έλαβε την επωνυμία ΤΕΡΝΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ.
Περί τα τέλη του έτους 1999 ο αναιρεσείων απαίτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης την καταβολή σ'αυτόν της νόμιμης μηνιαίας αντιμισθίας του, πλην όμως κατόπιν προσωρινής συμφωνίας μεταξύ των και συγκεκριμένα λόγω του μεταβατικού σταδίου που διήρχετο η αναιρεσίβλητη, ως νέα εταιρεία, συμφωνήθηκε να αναπροσαρμοσθεί αυτή προσωρινά στο ποσό των 130.000 δραχμών μηνιαίως.
Τον Ιούλιο του έτους 2001 ο αναιρεσείων επανέφερε το ως άνω αίτημα του για καταβολή της νόμιμης αντιμισθίας του, πλην όμως η αναιρεσίβλητη όχι μόνο αρνήθηκε να πράξει τούτο αλλά την 26-7-2001 κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση έμμισθης εντολής. Από το έτος 1993 και μέχρι το τέλος του έτους 1999 ο αναιρεσείων απεδέχετο την καταβολή της συμφωνηθείσης και μικρότερης πάντως της νομίμου αμοιβής στα πλαίσια της καλής συνεργασίας και της φιλικής σχέσης που διατηρούσε με τον Πρόεδρο του ΔΣ της αρχικής εταιρείας "ΕΤΚΑ ΑΕ" και επειδή εγνώριζε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε αυτή, σε συνδυασμό, όπως προελέχθη, με το γεγονός ότι κατεβάλλοντο σ'αυτόν χωριστές αμοιβές για νομικές υποθέσεις της εταιρείας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και βαρύτητα.
Κατ' ακολουθία των παραπάνω πραγματικών παραδοχών του το Εφετείο έκρινε ότι η αξίωση του αναιρεσείοντος για τις διαφορές των αντιμισθιών του χρονικού διαστήματος από 1996 έως στις 31-12-1999 ασκείται καταχρηστικά αφού με την προεκτεθείσα συμπεριφορά του δημιούργησε στην αναιρεσίβλητη εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα απαιτούσε ποσά μεγαλύτερα των συμφωνηθέντων και καταβαλλομένων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την σημαντικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής εσφαλμένα αρκέστηκε σε λιγότερα περιστατικά από όσα απαιτούνται για τη θεμελίωσή της. Ειδικότερα δεν περιλαμβάνεται στις πραγματικές παραδοχές του Εφετείου και ότι κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής η οικονομικής κατάσταση της αναιρεσίβλητης είναι επισφαλής, ώστε τυχόν ικανοποίηση της ένδικης αξιώσεως θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις για την αναιρεσίβλητη.
Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι στην ουσία τους, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι ο πρώτος του κυρίου δικογράφου και πρώτος πρόσθετος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4665/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε χίλια εκτό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ