Legislator Case Law & Legislation
826/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific factual grounds and finality issues.

Case Number 826/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a final administrative decision. The State argued procedural violations but failed to specify the exact factual assumptions of the lower court or define the concrete circumstances constituting the alleged error. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the grounds were vague and did not meet the statutory requirements for challenging a final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds fail to expose the specific factual assumptions of the lower court or define the concrete circumstances constituting the alleged error.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal final judgment factual assumptions code of civil procedure administrative litigation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 826 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 826/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Χ. του Φ. και της Μ., κατοίκου ..., 2) Α. Χ. του Β. και της Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις και Κορνηλία Παπαζήση που κατέθεσε προτάσεις, 3) Μ. - Ο. Ζ. Μ. (M. - O. G. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), συζύγου Ζ.-Κ. Ρ. Ι. (J. - C. R. I.), κατοίκου ..., 4) Ε. Γ. (E. G.) του Κ. Γ. (C. G.) και της Φ. Κ. Μ. (F. C. M.), κατοίκου ..., 5) Φ. Ζ. Μ. (F. J. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., 6) Ζ. Α. Μ. (G. A. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις, Μαρία Κεκέ και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσαν προτάσεις, 7) Π. Φ. Φ. Μ. (P. F. F. M.) του Α. - Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις, Μαρίας Κεκέ και Κορνηλίας Παπαζήση, που κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ Νομού Θεσσαλονίκης, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Δήμαρχο Καλαμαριάς, που κατοικοεδρεύει στην Καλαμαριά, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Μπόσδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ουρανία Μενδρινού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ. του Σ. και της Χ., χήρας Φ. Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Χ. του Φ. και της Μ., κατοίκου ..., 3) Α. Χ. του Β. και της Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις, και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσε προτάσεις, 4) Μ.-Ο. Ζ. Μ. (M.-O. G. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), συζύγου Ζ.-Κ. Ρ. Ι. (J.-C. R. I.), κατοίκου ..., 5) Ε. Γ. (E. G.) του Κ. Γ. (C. G.) και της Φ. Κ. Μ. (F. C. M.), κατοίκου ..., 6) Φ. Ζ. Μ. (F. J. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., 7) Ζ. Α. Μ. (G. A. M.) του Α. Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Γεώργιο Γκεσούλη που δεν κατέθεσε προτάσεις, Μαρία Κεκέ και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσαν προτάσεις, 7) Π. Φ. Φ. Μ. (P. F. F. M.) του Α.-Φ. (A. F.) και της Κ. Σ. (C. S.), κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Γεωργίου Γκεσούλη, που δεν κατέθεσε προτάσεις, Μαρία Κεκέ και Κορνηλία Παπαζήση, που κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-7-2011 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Φ. Χ. του Β. και των ήδη υπό στοιχεία Α.2 έως Α.7 αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23115/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 717/2018 μη οριστική, 1618/2021 οριστική, του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντες με την από 27-12-2021 αίτησή τους και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 22-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι, πλην της υπό στοιχείο Β.1 αναιρεσίβλητης, παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι, που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (07-02-2024) συζητήθηκαν α) η από 27-12-2021 αίτηση αναίρεσης των: 1. Ε. Χ. του Φ., 2.Α. Χ. του Β., 3.Μ.-Ο. Ζ. Μ. του Α. Φ., 4.Ε. Γ. του Κ. Γ., 5.Φ. Ζ. Μ. του Α. Φ., 6.Ζ. Α. Μ. του Α. Φ., 7. Π. Φ. Φ. Μ. του Α. Φ., κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμ. 717/2018 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου και β) η από 22-12-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Οι αιτήσεις αυτές, με τις οποίες διώκεται η, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων σε αυτές αιτιάσεων, αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων, πρέπει να συνεκδικαστούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων. Ασκήθηκαν δε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, και 144 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτές (577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σε αυτήν κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκείμενη περίπτωση και όσον αφορά τη δεύτερη από τις προαναφερθείσες αιτήσεις και συγκεκριμένα την από 22-12-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε, ενώ διαπιστώνεται από την έρευνα της δικογραφίας ότι δεν προκύπτει κλήτευσή της για να παρασταθεί κατά την ως άνω δικάσιμο.

Επομένως, αφού η προαναφερόμενη αναιρεσίβλητη είναι απλή ομόδικος με τους λοιπούς νομίμως παρισταμένους (ως συγκληρονόμος και συγκυρία), πρέπει, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 3 εδάφ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφ. β' προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, να κηρυχθεί ως προς αυτήν απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, που νομίμως παρίστανται.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την με αριθμό κατάθεσης 31805/2011 αγωγή, που άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες, Φ. Χ., δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσείουσας (στην πρώτη αίτηση) και οι λοιποί αναιρεσείοντες (στην ίδια αίτηση), κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος) και του ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Καλαμαριάς" (ήδη αναιρεσιβλήτου) ζήτησαν:

α) να αναγνωρισθεί, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά, η εξ αδιαιρέτου (συγ)κυριότητά τους στο περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο, κειμένου στο Δήμο Καλαμαριάς, β) να διορθωθεί η ανακριβής πρώτη εγγραφή στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, όπου το επίδικο με αριθμό ΚΑΕΚ ..., φέρεται ιδιοκτησίας του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Καλαμαριάς, ο οποίος το έτος 1988 κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα το επίδικο και το διαμόρφωσε σε χώρο παιδικής χαράς, να τους το αποδώσουν κατά τα ποσοστά (συγ)κυριότητάς τους, σε περίπτωση δε αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του επιδίκου να υποχρεωθούν εις ολόκληρον καθένας να τους καταβάλουν το ποσό των 1.250.000 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αξία του επιδίκου και δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να τους καταβάλουν, κατά το λόγο της μερίδας καθενός από αυτούς, λόγω "αποζημίωσης στέρησης χρήσης", το ποσόν των 432.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο τα παραπάνω κονδύλια από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό 23115/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, το Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το υπό στοιχείο δ' αγωγικό αίτημα, της καταβολής στους ενάγοντες αποζημίωσης (και συγκεκριμένα διαφυγόντων κερδών) λόγω αδικοπραξίας, δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή, αναγνώρισε την κυριότητα των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο, κατά τα περιγραφόμενα στην αγωγή ποσοστά εξ αδιαιρέτου, υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο Καλαμαριάς, να αποδώσει στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο, γεωτεμάχιο με Κ.Α.Ε.Κ. ..., στον καθένα κατά τα ειδικά αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά (συγ)κυριότητας και διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του κτηματολογικού γραφείου Καλαμαριάς, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του γεωτεμαχίου με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. ..., αντί του αναγραφόμενου ως κυρίου Ελληνικού Δημοσίου, με ποσοστό ιδιοκτησίας 100%, να αναγραφούν ως (συγ)κύριοι οι ενάγοντες κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά.

Κατά της πιο πάνω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν: α) η από 02-01-2014 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και β) η από 31-12-2013 έφεση των εναγόντων. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 717/2018 μη οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, το παραπάνω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά τις ως άνω εφέσεις και απέρριψε αφενός μεν τον 2ο, 3ο και 4ο λόγο της έφεσης των εναγόντων, που αφορούσαν την απόρριψη ως απαραδέκτων, λόγω αοριστίας, των κεφαλαίων της αγωγής για αποζημίωση κατά τα ανωτέρω, αφετέρου δε τον πρώτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, που αφορούσε την απόρριψη της ένστασης ιδίας κυριότητας αυτού επί του επιδίκου.

Στη συνέχεια δε διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από αγρονόμο - τοπογράφο μηχανικό, ώστε αυτός να γνωμοδοτήσει αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κτήσης των εναγόντων, καθώς και αν αυτό περιλαμβάνεται στο καταληφθέν με το από 4-2-1927 πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής, μείζον ακίνητο. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεση της σχετικής έκθεσης, η υπόθεση εισήχθη προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1618/2021 απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν και τις δύο εφέσεις.

Α) Επί της πρώτης από 27-12-2021 αίτησης αναίρεσης των: 1. Ε. Χ. του Φ. κλπ. κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Καλαμαριάς και κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμ. 717/2018 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 ΑΚ).

Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη, απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγόμενου νομέα. Κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη.

Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απολύτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 του ΑΚ). Δικαιούχος της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014, ΑΠ 599/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι εκτός από υπαιτιότητα και παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η υπό των διατάξεων των άρθρων 297 - 298 ΑΚ προβλεπομένη αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται τόσο στις αποζημιώσεις εξ αδικοπρακτικής όσο και στις αποζημιώσεις λόγω ενδοσυμβατικής ευθύνης. Θετική ζημία συνιστά, η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, όταν υπάρχει μείωση του ενεργητικού, αλλά και όταν αυξάνεται το παθητικό.

Επίσης, θετική ζημία του δανειστή υπάρχει και όταν δεν μειώνεται μεν η περιουσία του, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν, δηλαδή θα είχε αύξηση του ενεργητικού (ΑΠ 27/2017). Την έννοια του διαφυγόντος κέρδους, η οποία αποτελεί έννοια νομική και όρο εφαρμογής του άρθρου 298 ΑΚ, παρέχει η διάταξη αυτή, κατά την οποία, ως τέτοιο λογίζεται το κέρδος εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί, δηλαδή το βάσιμα προσδοκώμενο (ΑΠ 576/2008), αλλά και τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς το ζημιογόνο γεγονός (ΑΠ 1766/2013, ΑΠ 698/1992).

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι το διαφυγόν κέρδος αποτελεί ζημία, η οποία θα επέλθει στο μέλλον και κατ' ανάγκη συνδέεται με την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Δεν εμφανίζει τη βεβαιότητα της θετικής ζημίας. Για την απόδειξή του, που είναι δύσκολη για τον ζημιωθέντα, συγκριτικά με τη θετική ζημία, ο νόμος αρκείται σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 889/2013, ΑΠ 1306/2003).

Δηλαδή το διαφυγόν κέρδος αποτελεί μέγεθος που προσδιορίζεται μόνο υποθετικά. Είναι το κέρδος που θα αποκομιζόταν, αν δεν είχε επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Γίνεται αναγκαία ένας συλλογισμός για την υποθετική εξέλιξη των πραγμάτων. Χρειάζεται δηλαδή η δυνατότητα να προβλεφθεί το κέρδος από κάποιον μέσο, λογικό άνθρωπο με βάση αντικειμενικά κριτήρια ("σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί") και μάλιστα να μπορεί να προβλεφθεί εκ των προτέρων, δηλαδή κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος.

Για την αποκατάσταση, συνεπώς, του διαφυγόντος κέρδους απαιτείται βάσιμη πιθανότητα για την επέλευση του κέρδους. Η ύπαρξη προπαρασκευαστικών μέτρων καθιστά ασφαλέστερη την προς τούτο πιθανότητα. Το τυχαίο ή απροσδόκητο ή απλώς ενδεχόμενο και για το λόγο αυτό αβέβαιο, ή το υποθετικό και από αβέβαιους και αστάθμητους παράγοντες ή ελπίδες εξαρτημένο διαφυγόν κέρδος, δεν αποδίδεται.

Ο απαιτούμενος, στις κατ' ιδίαν περιπτώσεις, βαθμός πιθανότητας είναι διάφορος, καθόσον εξαρτάται από τις ιδιαίτερες - συγκεκριμένες περιστάσεις (ΑΠ 1364/2013). Προκειμένης αξίωσης του ζημιωθέντος για τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), πρέπει αυτός να εκθέσει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας.

Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Αν όμως από την έκθεση των περιστατικών η μελλοντική ζημία παρίσταται απλά ως ενδεχόμενη, τότε η αγωγή δεν είναι νόμιμη και δεν θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης. Είναι διαφορετικό το ζήτημα, ότι στην αγωγή η ζημία του ενάγοντος εμφανίζεται ως πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, όμως από τις αποδείξεις προκύπτει ότι αυτή είναι απλά ενδεχόμενη.

Στη τελευταία αυτή περίπτωση η αγωγή είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν (ΑΠ 377/2009, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 1532/2001). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, να εκτίθενται στην αγωγή, με εξειδικευμένη και λεπτομερή, κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών με το συνολικώς αιτούμενο ποσό (ΟλΑΠ 20/1992). Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών και των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχαν ληφθεί, που προκειμένου για μελλοντικές οικοδομικές εργασίες είναι και η έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής αδείας, που επιτρέπει τη διενέργειά τους, και που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτών (Ολ. ΑΠ 20/92, ΑΠ 1495/2009, ΑΠ 1147/2003).

Εξάλλου η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 του Κ. Πολ.Δικ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ. ΑΠ. 15/1998). Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. (Ολ. Α. Π. 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα (ΑΠ 659/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 25-07-2011 αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ) των αναιρεσειόντων, η οποία (αγωγή) απορρίφθηκε ως αόριστη, ως προς το αίτημα αποζημίωσης (συγκεκριμένα των διαφυγόντων κερδών), λόγω αδικοπραξίας, με οριστική διάταξη της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 717/2018 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου, την οποία (διάταξη) επανέλαβε το ως άνω δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστική απόφασή του, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους έφεσης των αναιρεσιβλήτων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες εκθέτουν στην αγωγή αυτή, όπως εκτιμάται, τα ακόλουθα, ενδιαφέροντα ως προς το αναιρεσιβαλλόμενο μέρος της υπόθεσης, περιστατικά:

Ότι αυτοί έχουν καταστεί, κατά παράγωγο τρόπο (κληρονομικές διαδοχές), (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου (οικοπέδου) που βρίσκεται στο Δήμο Καλαμαριάς. Ότι οι εναγόμενοι τους αποστέρησαν παρανόμως τη χρήση του επιδίκου οικοπέδου - το μεν πρώτο, Ελληνικό Δημόσιο, δια των εκδοθεισών διοικητικών πράξεων και ιδίως της κήρυξης του ακινήτου τους υπό απαλλοτρίωση, η οποία όμως δεν συντελέσθηκε ποτέ, με αποτέλεσμα την παράνομη δέσμευση της ιδιοκτησίας τους, ο δε δεύτερος, Δήμος Καλαμαριάς, με την κατάληψη, από το έτος 1988 μέχρι σήμερα, του επιδίκου και την διαμόρφωσή του σε χώρο παιδικής χαράς.

Ότι εάν δεν είχε λάβει χώρα η παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, αυτοί θα είχαν απολαύσει τους πολιτικούς καρπούς του επιδίκου, οι οποίοι συνίστανται στα μηνιαία μισθώματα δώδεκα ετών για το χρονικό διάστημα από 1-07-1999 έως 30-06-2011, που θα ελάμβαναν από τα πέντε διαμερίσματα από τα οποία θα αποτελούνταν η οικοδομή που θα κατασκεύαζαν, αξιοποιώντας τους ισχύοντες όρους δόμησης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα οποία θα ανέρχονταν στο ποσό των 432.000 ευρώ συνολικά και 3.000 ευρώ μηνιαίως, για το ως άνω χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τους ειδικά αναφερομένους στην αγωγή υπολογισμούς.

Με το πιο πάνω επισκοπούμενο περιεχόμενό της η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς το κονδύλιο των 432.000 ευρώ, το οποίο αφορά σε αποθετική ζημία λόγω απώλειας των μισθωμάτων που ισχυρίζονται ότι θα εισέπρατταν οι αναιρεσείοντες από την εκμίσθωση των διαμερισμάτων της πολυώροφης οικοδομής που επρόκειτο να ανεγείρουν στο κατεχόμενο από τον δεύτερο αναιρεσίβλητο οικόπεδο ιδιοκτησίας τους, καθόσον στην αγωγή τους οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στην αναφορά της πρόθεσής τους και της αόριστης δυνατότητάς τους να έχουν προβεί στην ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο επίδικο, χωρίς να προσδιορίζουν, όπως είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της ασκούμενης αξίωσής τους, τη διενέργεια οποιασδήποτε προπαρασκευαστικής πράξης, που να καθιστά πιθανή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, την οικοδόμηση του επιδίκου οικοπέδου π.χ.

ανάθεση σε μηχανικό της εντολής για ενέργειες έκδοσης οικοδομικής άδειας και έκδοση της άδειας και συνεπώς την πραγματική στέρηση της χρήσης τους κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα. Εκτός αυτού δεν περιγράφονται στην αγωγή οι χώροι που οι αναιρεσείοντες θα εκμίσθωναν σε τρίτους, ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της μισθωτικής αξίας καθενός.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμοι.

Εξάλλου, ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση "με αντιφατικές αιτιολογίες" απέρριψε ως αόριστο το προαναφερθέν κεφάλαιο της αγωγής τους, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν αναφέρεται σε έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογίας σχετικής με την επί της ουσίας, αλλά με την περί του ορισμένου, κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, για την οποία δεν παρέχεται ο από το άρθρο 559 αρ. 19 αναιρετικός λόγος, όπως προαναφέρθηκε.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 27-12-2021 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων, Ε. Χ. κλπ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/57, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987 και 2 της ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όσον αφορά το πρώτο αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) και κατά τα άρθρα 276 παρ. 1 και 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 περί κυρώσεως του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, σε συνδ.

με το άρθρο 285 του Ν. 3852/2010, όσον αφορά τον δεύτερο αναιρεσίβλητο (Δήμο Καλαμαριάς), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αναφερόμενα. Β) Επί της δεύτερης από 22-12-2021 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Μ. Χ. κλπ και κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα, μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης.

Σε περίπτωση σώρευσης περισσοτέρων βάσεων ή αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 παρ. 2 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και μόνο στο σκεπτικό, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για τη βασιμότητα του εξεταζόμενου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια, κατά τρόπο ανεπίδεκτο αμφιβολίας, για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού.

Το τελευταίο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση στο σκεπτικό της ρητώς απορρίπτει μια από τις περισσότερες βάσεις της αγωγής, ως μη νόμιμη και εξαιτίας αυτού δεν θέτει θέματα απόδειξης για τη βάση αυτή, ενώ για τις υπόλοιπες, που έκρινε παραδεκτές και νόμιμες, θέτει θέματα απόδειξης για τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν, αναβάλλοντας την έκδοση της οριστικής απόφασης, μέχρι η υπόθεση να καταστεί ώριμη για οριστική κρίση.

Και στην περίπτωση αυτή, που η απόφαση αποφαίνεται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, δεν μπορεί να ανακληθεί μετά τη δημοσίευσή της από το δικαστήριο που την εξέδωσε, ενώ κατά το μέρος που δεν κρίνει οριστικά, μπορεί, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθεί σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που την εξέδωσε, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση (ΑΠ 358/2011, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 708/2003).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 553 παρ. 1β και παρ. 2 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση κατά των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη. Αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές αποφάσεις, που έχουν εκδοθεί προηγουμένως και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι σε περίπτωση απόφασης εν μέρει οριστικής και εν μέρει μη οριστικής, εφόσον αφορά τα κεφάλαια της ίδιας αγωγής, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά της οριστικής διάταξης πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη και επιπλέον η αναίρεση αυτή κατά το μέρος που αφορά την οριστική διάταξη της εν μέρει οριστικής απόφασης, πρέπει να απευθύνεται κατά της εν μέρει οριστικής αυτής απόφασης, γιατί η οριστική αυτή διάταξη δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, αν δεν απευθύνεται κατ' αυτής η αναίρεση (ΑΠ 1271/2020, ΑΠ 1054/2019, ΑΠ 2152/2014).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναίρεσης, ώστε να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά, στο άρθρο 559 του ίδιου Κώδικα αναφερόμενους αναιρετικούς λόγους, υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σε αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 130/2016).

Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 1572/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει αιτίαση εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διατάξεων της από 30 Ιανουαρίου 1923 Σύμβασης της Λωζάνης περί ανταλλαγής των ελληνοτουρκικών πληθυσμών, που κυρώθηκε με το από 23/25.08.1923 νομοθετικό διάταγμα και των άρθρων 1 και 7 της, με το νόμο 4793/1930, κυρωθείσας από 10 Ιουνίου 1930 σύμβασης της Άγκυρας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, εξαιτίας της παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 23115/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αφορούσε την, κατ' αυτό, εσφαλμένη απόρριψη της ένστασής του ιδίας κυριότητας του επιδίκου.

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 με απλή παράθεση της σχετικής διάταξης, χωρίς να καθορίζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία να στοιχειοθετούν την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η προσβαλλόμενη, με την αίτηση αναίρεσης, απόφαση και συγκεκριμένα η υπ' αριθμ. 1618/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν περιέχει απορριπτική διάταξη του πρώτου λόγου έφεσης του αναιρεσείοντος ελληνικού Δημοσίου, όσον αφορά την απόρριψη της ένστασής του ιδίας κυριότητας του επιδίκου.

Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε με οριστική διάταξη της μη συμπροσβαλλομένης με την αίτηση αναίρεσης υπ' αριθμ. 717/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία (διάταξη) ναι μεν δεν περιέχεται στο διατακτικό, αποτελεί όμως περιεχόμενο του σκεπτικού της παραπάνω απόφασης. Τη διάταξη δε αυτή επανέλαβε, για την πληρότητα της απόφασης και μόνο, το Εφετείο με την προσβαλλομένη με την αίτηση υπ' αριθμ. 1618/2021 απόφασή του.

Συγκεκριμένα το Εφετείο με την υπ' αριθμ. 717/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά το σημείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής: "......VI. Η παρ. 1 του άρθρου 2 της Συμβάσεως Αγκύρας μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας "περί καταργήσεως της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών", που υπογράφηκε την 9.12.1933 και κυρώθηκε με τον ν. 6018/1934, ορίζει ότι, εκτός από τα ακίνητα των οποίων η κατάσχεση εγκρίθηκε από τη Μικτή Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 της συμβάσεως Αγκύρας (της 10ης Ιουνίου 1930, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4793/1930), καθώς και τα ακίνητα που πραγματικά καταλήφθηκαν από την Ελληνική ή την τουρκική Κυβέρνηση πριν από την εφαρμογή της συμβάσεως αυτής, δηλαδή πριν από την παρακάτω έναρξη της ισχύος της συμβάσεως Αγκύρας της 10ης Ιουνίου 1930 και των οποίων η απόδοση δεν αποφασίσθηκε από την Επιτροπή αυτή, καμία άλλη κατάσχεση ή κατάληψη δεν θα ενεργηθεί, ούτε θα παρθούν άλλα οποιαδήποτε περιοριστικά μέτρα επί ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και ανήκουν σε όλες τις κατηγορίες των προσώπων που προβλέπει η Σύμβαση της Άγκυρας και αν ακόμη ήθελε διαπιστωθεί ότι αυτά ανήκουν σε ανταλλάξιμους ή σε πρόσωπα που στερήθηκαν το δικαίωμα επιστροφής, εκτός από τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων του Κοινού Δικαίου.

Η κατάργηση της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών επήλθε, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συμβάσεως, μετά παρέλευση οκτώ μηνών από την έναρξη της ισχύος αυτής. Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού της Συμβάσεως, το γεγονός της πραγματικής ή όχι κατοχής πριν από την 23η Ιουλίου 1930, χρονολογία έναρξης της ισχύος της Συμβάσεως Αγκύρας (της 10ης Ιουνίου 1930), οφείλει ν' αποδειχθεί, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων της χώρας που βρίσκονται τα ακίνητα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 της Συμβάσεως αυτής, με τη ρητή επιφύλαξη των άρθρων 2 και 3 αυτής, δηλαδή της απαγορεύσεως κατασχέσεως και καταλήψεως, κάθε αίτηση που δεν υποβλήθηκε στη Μικτή Επιτροπή μέσα στη μηνιαία προθεσμία που τάσσει το άρθρο 1 της ίδιας Σύμβασης και που αφορά την περιουσία, τα δικαιώματα και συμφέροντα που καθορίζονται από τη Σύμβαση της Άγκυρας (της 10.6.1930) και από τις αποφάσεις της Μικτής Επιτροπής ή από ουδέτερα μέλη αυτής, θα εκδικασθεί από τα αρμόδια Δικαστήρια της μιας ή άλλης χώρας.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις της από 10 Ιουνίου 1930 Συμβάσεως της Άγκυρας, προκύπτει ότι, μεταξύ των ακινήτων που βρίσκονται στην Ελλάδα και που είναι απαγορευμένη η διοικητική κατάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο με τις προϋποθέσεις του παραπάνω άρθρου 2 της από 9.12.1923 Συμβάσεως της Άγκυρας, είναι και αυτά που ανήκουν στους μουσουλμάνους Τούρκους υπηκόους, όχι μόνο σ' αυτούς που διατήρησαν την επί των ακινήτων αυτών ιδιοκτησία τους μετά τη Σύμβαση της Άγκυρας της 10ης loυνίου 1930, λόγω της προηγηθείσας απόδοσής τους σ' αυτούς, ή της πράγματι ευρέσεώς τους στη νομή και κατοχή αυτών την 1η Αυγούστου 1929, σύμφωνα με τα άρθρα 7 και 30 της Συμβάσεως αυτής, αλλά και σ' αυτούς που στερήθηκαν την ιδιοκτησία των ακινήτων αυτών κατά τη χρονολογία αυτή, με την περιέλευση αυτών, κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας στο Ελληνικό Δημόσιο την έναρξη της ισχύος της συμβάσεως αυτής της 10ης Ιουνίου 1930, σύμφωνα με το άρθρο 7 αυτής.

Το Ελληνικό Δημόσιο όμως δύναται να διεκδικήσει και επιδιώξει την εγκατάσταση στα ακίνητα αυτά, που περιήλθαν κατά τον τρόπο αυτό στην ιδιοκτησία του, μόνο κατά τους ορισμούς του κοινού δικαίου ενώπιον των τακτικών Δικαστηρίων, σε οποιουδήποτε τη νομή και αν βρίσκονται αυτά μετά την 1η Αυγούστου 1929 (βλ.

σχ. ΑΠ 55/1965 ΝοΒ 13.812, ΑΠ 35/1957 ΝοΒ 5.514, ΑΠ 65/1970 ΝοΒ 18.789, ΕφΘεσ 888/91, ΕφΘεσ 2090/94, ΕφΘεσ 1418/94,αδημ.).

Στην προκειμένη περίπτωση το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίζεται ότι το επίδικο ήταν ανταλλάξιμο και ως τέτοιο καταλήφθηκε με το από 13-11-1926 δελτίο απογραφής μουσουλμανικών ακινήτων και καταγράφηκε στα σχετικά κτηματολόγια της υπηρεσίας ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων ως τμήμα του μεγαλύτερης εκτάσεως ανταλλαξίμου ακινήτου με στοιχεία ΑΚ 4437 και επομένως από την 30-1-1923 που υπογράφηκε η σύμβαση της Λωζάννης αυτό περιήλθε δυνάμει της συμβάσεως αυτής στην κυριότητά του με πρωτότυπο τρόπο.

Η ένσταση αυτή ιδίας κυριότητας του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, εφόσον το εναγόμενο δεν επικαλείται ότι η παραπάνω κατάληψη του επιδίκου εγκρίθηκε από την μικτή επιτροπή ανταλλαγής πληθυσμών ή ότι η κατάληψη αυτή που έγινε πριν από την έναρξη ισχύος της προαναφερομένης από 10 Ιουνίου 1930 συμβάσεως της Άγκυρας ήταν πραγματική, δεδομένου ότι για την περιέλευση των ανταλλαξίμων αυτών ακινήτων στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου έπρεπε η κατάληψη που έγινε πριν από την 23-7-1930 να ήταν πραγματική και όχι πλασματική.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που απέρριψε την ως άνω ένσταση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δεν έσφαλε. Επομένως ο σχετικός, κατά το σκέλος αυτό, πρώτος λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος....". Το ίδιο δε δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης) με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1618/2021 απόφασή του απλά επανέλαβε, την προαναφερθείσα απορριπτική διάταξη δεχόμενο ότι ".......Εξάλλου, το παρόν δικαστήριο στην με αριθμ. 717/2018 απόφασή του με αυτοτελείς, έχουσες προσόντα διατακτικού, αιτιολογίες του (ΑΠ 1675/2001 ΔΝΗ 2004, 162, ΑΠ 766/2001 ΤΝΠ "ΝΟΜΟΣ", ΑΠ 234/1989 ΔΝΗ 1990,533, ΑΠ 1577/1987 ΕΕΝ 1988,845, ΑΠ 1349/1984 ΝοΒ 1985,1001), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εκκαλούντων, απέρριψε τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης των εκκαλούντων, αλλά και τον πρώτο λόγο της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, κρίνοντας, όπως και το παρόν δικαστήριο, για την πληρότητα της απόφασης, επαναλαμβάνει ότι:

α)..... δ) Η παρ. 1 του άρθρου 2 της Συμβάσεως Αγκύρας μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας "περί καταργήσεως της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών Πληθυσμών", που υπογράφηκε την 9.12.1933 και κυρώθηκε με τον ν. 6018/1934, ορίζει ότι............ Η ένσταση αυτή ιδίας κυριότητας του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη......Επομένως ο σχετικός, κατά το σκέλος αυτό, πρώτος λόγος της εφέσεως του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος....".

Επομένως, η από 22-12-2021 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία προσβάλλεται μόνο η υπ' αριθμ. 1618/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, είναι απαράδεκτη, αφού οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφορούν θέμα που κρίθηκε με οριστική διάταξη της υπ' αριθμ. 717/2018 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι διότι, όσον αφορά τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, δεν εκτίθενται παντελώς οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου, όσον αφορά δε τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, δεν καθορίζονται πραγματικά περιστατικά, που να στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η από 22-12-2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν.1738/1987 και 2 της ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 27-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3541/28-12-2021 και 22-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3536/28-12-2021 αιτήσεις αναίρεσης, της πρώτης στρεφομένης κατά των υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής και υπ' αριθμ. 717/2018 μη οριστικής αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της δεύτερης στρεφομένης κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την από 27-12-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και της υπ' αριθμ. 717/2018 μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, για μεν το πρώτο, στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ, για δε τον δεύτερο στο ποσόν των εξακοσίων (600,00) ευρώ.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 22-12-2021 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1618/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την πρώτη (1η) των αναιρεσιβλήτων.

Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς την ανωτέρω αναιρεσίβλητη και τη συνέχιση αυτής ως προς τους λοιπούς.

Απορρίπτει την από 22-12-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1618/2021 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ