Supreme Court partially allows appeal on construction defects, remands case and awards costs to heirs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by heirs against a final appellate decision dismissing their lawsuit regarding construction defects. The court found the appeal admissible regarding specific claims about missing external plastering and defects in shared areas, while rejecting arguments based on evidence evaluation and expired contractual penalties. Consequently, the case was remanded to the Eastern Crete Court of Appeal for further trial, and the appellant was awarded legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 580, 589, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court failed to examine specific claims regarding construction defects or contractual conditions, remanding the case for retrial while awarding costs to the successful appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 826/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Γ., 2) Ε. Μ. του Γ., κατοίκων ... ως εξ απογραφής κληρονόμων του αρχικά ενάγοντος Γ. Μ. του Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Χειρδάρη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη που ανακάλεσε την από 18/10/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2011 αγωγή του Γ. Μ. του Ε., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2014 οριστική, όπως αυτή διορθώθηκε με την 10/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/2/2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη από 20-2-2017 αίτηση αναίρεσης των Ν. Μ. και Ε. Μ., ως κληρονόμων εξ απογραφής του Γ. Μ., προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 1/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο συνεκδικάζοντας τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 68/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 10/2015 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 6-7-2011 αγωγή του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτές τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και διακρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την προκείμενη υπόθεση χρόνο πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής, η δε παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου.
Επίσης, κατά το άρθρο 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή εντός έξι μηνών, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Με την τελευταία διάταξη ο νόμος ρυθμίζει ειδικά την παραίτηση από την αγωγή ή την απόρριψη αυτής για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναλαμβάνοντας διάταξη του προϊσχύοντος δικαίου, ότι με την παραίτηση ή απόρριψη αυτή ματαιούται μεν η διακοπή και λογίζεται πως δεν έγινε, πλην όμως, αν ο δικαιούχος επανεγείρει την αγωγή εντός έξι μηνών από την παραίτηση ή την τελεσίδικη απόρριψη, η διακοπή της παραγραφής λογίζεται ότι χώρησε από την πρώτη αγωγή.
Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο, που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η μη συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η έλλειψη ικανότητας δικαστικής παράστασης, η αοριστία της αγωγής και γενικότερα οι λόγοι εκείνοι που, κατά βασική δικονομική αρχή, ερευνώνται πριν από την αξιολόγηση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ουσιαστικής αξίωσης και των οποίων η θετική ή αρνητική συνδρομή παρεμποδίζει τη διάγνωση αυτής.
Ως επανέγερση δε της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, που βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία (ΑΠ 416/2019, 172/2018, ΑΠ 190/2008 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 259/2019, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 204/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1/2017 απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...Με το υπ' αριθ. .../2-7-1991 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Σητείας Θ.
Β. ο αρχικός ενάγων Γ. Μ., κύριος οικοπέδου έκτασης 381.10 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της πόλης της Σητείας Λασιθίου ανέθεσε στον εναγόμενο εργολάβο την ανέγερση σε αυτό πολυόροφης οικοδομής σύμφωνα με τα συνημμένα στο προσύμφωνο αυτό σχεδιαγράμματα του αρχιτέκτονα-μηχανικού Α. Κ. Ως αμοιβή του εναγομένου ορίστηκε η μεταβίβαση σε αυτόν των οριζόντιων αυτοτελών ιδιοκτησιών που στη συνέχεια καθορίστηκαν με το ...5-6- 1992 συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Σητείας Θ.
Β., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα, ο ως άνω οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση (όρος με αριθμό 14 του παραπάνω προσυμφώνου) να μεταβιβάσει στον εργολάβο ή στα πρόσωπα που θα υποδείξει αυτός, (ο εργολάβος), όλα τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο, που συμφωνήθηκαν με το εργολαβικό αυτό ή να προσυμφωνήσει την πώληση τους, αμέσως μόλις εκδοθεί η άδεια ανέγερσης της οικοδομής και μόλις του το ζητήσει ο εργολάβος, τις οκτώ αποθήκες του υπογείου, το υπό στοιχείο 12 διαμέρισμα του ισογείου, το υπό στοιχείο Α2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, το υπό στοιχείο Β2 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου και τα υπό στοιχεία ΓΙ και Γ2 διαμερίσματα του τρίτου ορόφου, όπως αυτά περιγράφονται στην πιο πάνω πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, με τα αναλογούντα ποσοστά επί του εδάφους.
Ο ενάγων-οικοπεδούχος θα κρατούσε τα με στοιχεία II, ΑΙ και Β1 διαμερίσματα του ισογείου, πρώτου και δευτέρου ορόφου αντίστοιχα, έκτασης του καθενός 101,60 τ.μ. με τα αντιστοιχούντα για το καθένα ποσοστά επί του εδάφους 139/1000. Με τη σύμβαση αυτή προβλεπόταν η κατασκευή της οικοδομής μέχρι το μπετόν, δηλαδή το σκελετό αυτής.
Ο εναγόμενος μέχρι τον Οκτώβριο του 1992 είχε κατασκευάσει το έργο που του ανατέθηκε σύμφωνα και με την …/13-1-1992 οικοδομική άδεια της πολεοδομίας Σητείας. Μετά από αυτά, με το .../1-10-1992 προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Σητείας Θ. Β., ο ενάγων οικοπεδούχος υποσχέθηκε να μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στον εναγόμενο εργολάβο το με στοιχείο II διαμέρισμα του ισογείου, που, κατά τη σύμβαση αντιπαροχής, θα παρέμενε σε αυτόν, με την υποχρέωση του εργολάβου να προβεί στις εργασίες εσωτερικής και εξωτερικής τοιχοποιίας, εξωτερικών και εσωτερικών ασβεστοκονιαμάτων, υδραυλικών, ηλεκτρικών και αποχετευτικών εγκαταστάσεων, των εξωτερικών κουφωμάτων, των άλλων δύο διαμερισμάτων που λάμβανε από την αντιπαροχή στον πρώτο και δεύτερο όροφο της οικοδομής, καθώς και των κουφωμάτων του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου αξίας 500.000 δραχμών και να καταβάλει τις εισφορές του ΙΚΑ και άλλα ταμεία και τους φόρους.
Σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή, οι εν λόγω εργασίες έπρεπε να παραδοθούν στον οικοπεδούχο μέχρι την 30-6-1993. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι η δαπάνη των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών της οικοδομής που αναλογούσε στα διαμερίσματα που παρέμεναν στον οικοπεδούχο θα βάρυνε εξ ολοκλήρου τον ίδιο τον οικοπεδούχο.
Τον Δεκέμβριο του 1992 ο ενάγων οικοπεδούχος με το .../18-12-1992 συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Σητείας Θ. Β. μεταβίβασε τα δυο πιο πάνω διαμερίσματα με τα αναλογούντα ποσοστά επί του εδάφους στα τέκνα του και ειδικότερα στον Ε. Μ. το με στοιχείο ΑΙ διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και στο Ν. Μ. το με στοιχείο Β1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, παρέμενε ωστόσο ο ίδιος αντισυμβαλλόμενος του εναγομένου εργολάβου και φορέας των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση.
Σε εκτέλεση της τελευταίας μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και του εναγομένου συμβάσεως, ο εναγόμενος προέβη στις συμφωνηθείσες εργασίες, για τις οποίες ο ενάγων ισχυρίζεται ότι υπάρχουν ελλείψεις και ελαττώματα. Ασχέτως όμως από την ύπαρξη ή μη ελαττωμάτων στις εργασίες αυτές, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, το έργο παραδόθηκε, έστω και με τυχόν ελαττώματα, στον ενάγοντα κατά τις άνω τελεσίδικες αποφάσεις το έτος 1995, από τότε μέχρι και της εγέρσεως της αγωγής (Ιούλιο 2011) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας με αποτέλεσμα οι αξιώσεις του ενάγοντος σχετικά με τα ελαττώματα και τις ελλείψεις του έργου, ήτοι οι με στοιχεία α και β της αγωγής που αφορούν ειδικότερα τα αυθαίρετα κτίσματα στους κοινόχρηστους χώρους της πυλωτής, τη νομιμοποίηση της πισίνας, την άρση της καπνοδόχου και την αποκατάσταση του δαπέδου και οροφής των διαμερισμάτων, την αποκατάσταση της επιφάνειας εμφανούς σκυροδέματος των εξωστών, της αποζημίωσης από την μείωση της αξίας των διαμερισμάτων λόγω μειώσεως επιφανείας, ύψους, εμπορική ζημιά και λοιπές κακοτεχνίες, έχουν υποπέσει στην κατ' άρθρο 693 ΑΚ παραγραφή, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό που παραδεκτά προέβαλε ο εναγόμενος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεδομένου ότι ως παραλαβή του έργου, που αποτελεί και την αφετηρία της ενάρξεως της παραγραφής κατ' άρθρο 693 ΑΚ, νοείται, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται η περιέλευση του έργου στην κατοχή ή στη σφαίρα επιρροής του εργοδότη, ώστε να είναι σε θέση να το ελέγξει, πράγμα που έλαβε χώρα το έτος 1995, όπως κρίθηκε αμετάκλητα με τις άνω αποφάσεις του Εφετείου Κρήτης.
Ο ενάγων ισχυρίζεται στην κρινόμενη αγωγή του, ότι, επειδή η προηγούμενη αγωγή του απερρίφθη για λόγους μη ουσιαστικούς, επαναεισάγει τις ίδιες με αυτήν αξιώσεις μέσα στην προθεσμία και με τους όρους του άρθρου 263 ΑΚ, προκειμένου να διατηρηθούν οι ουσιαστικές και δικονομικές συνέπειες από την άσκηση της προηγούμενης αγωγής του, (μεταξύ των οποίων είναι και η διακοπή της αρξάμενης παραγραφής).
Όπως όμως προαναφέρθηκε η προηγούμενη αγωγή του αυτού ενάγοντος και των συνεναγόντων του, απερρίφθη τελεσίδικα ως προς τους τελευταίους ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής τους, ως προς τον ίδιο δε ως δικονομικά απαράδεκτη λόγω της επικουρικής εναγωγής για τις ίδιες αξιώσεις εκ μέρους του ως πρώτου εκεί ενάγοντα, σε σχέση με τους ομοδίκους για τις ίδιες αξιώσεις δεύτερο και τρίτο από τους ενάγοντες, εφόσον οι ενάγοντες δεν ήσαν κοινωνοί ενεργητικά της ίδιας αξίωσης, της οποίας ένας μόνο θα μπορούσε να είναι δικαιούχος, η δε βάση της αγωγής που αφορά στον πρώτο ενάγοντα στερείται δικονομικής αυτοτέλειας και τελεί υπό την αίρεση της μη ευδοκίμησης της κύριας βάσης της αγωγής που περιέχεται στο δικόγραφο της για τους δυο τελευταίους ενάγοντες.
Πράγματι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 2, 8 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι δεν επιτρέπεται η δικονομική ή επικουρική εναγωγή γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου ενάγοντος πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα του ως ενάγοντος.
Ειδικότερα, επικουρική εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος ενάγων ενάγει για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής ως προς τον αμέσως προηγούμενο αυτού πρώτο ενάγοντα. Στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για ενεργητική ομοδικία των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι ενάγοντες αυτοί δεν είναι κοινωνοί ενεργητικά της ίδιας αξίωσης, ούτε φέρονται ως αυτοτελείς δικαιούχοι και οι δύο έναντι του εναγομένου, αφού ένας μόνο δικαιούται, αλλά υπάρχει αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του.
Ενόψει αυτών, προκειμένου περί απλής ομοδικίας, πρέπει κύρια, χωρίς αίρεση βάση να υπάρχει στην αγωγή για όλους τους ομοδίκους, είτε κοινή είτε χωριστή για τον καθένα. Αν όμως, η περιεχόμενη στο ίδιο δικόγραφο για ένα από τους ομοδίκους βάση της αγωγής, τελεί υπό την αίρεση της μη ευδοκίμησης της βάσης που περιέχεται για τον άλλο ομόδικο, τότε η αγωγή ως προς τον ομόδικο για τον οποίο δεν περιέχει αυτοτελή και οριστική βάση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη....
Η από το νόμο δηλαδή απαγορευμένη διαζευκτική εναγωγή επιφέρει ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, ήτοι το απαράδεκτο αυτό καταλαμβάνει στο σύνολο της την όλη διαδικαστική πράξη της αγωγής,..., με αποτέλεσμα αυτή (αγωγή) να θεωρείται ως μη ασκηθείσα και να μην επέρχονται οι εκ της ασκήσεώς της συνέπειες, όπως είναι και η διακοπή της παραγραφής της με αυτήν αξιώσεως.
Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση, από την άσκηση της προηγούμενης αγωγής του ενάγοντος, δεν διεκόπη η αρξαμένη παραγραφή της με την ένδικη αγωγή αξιώσεώς του, ασκηθείσας εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης, λόγω ακυρότητας της όλης διαδικαστικής πράξης της τελευταίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το σχετικό ισχυρισμό του εναγομένου, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε κατά το βάσιμο περί τούτου λόγο εφέσεως". Ακολούθως δε το Εφετείο, μετά την παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα σχετικά δύο πρώτα κεφάλαιά της περί αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεων συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του εκτελεσθέντος έργου και δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατά τα εν λόγω κεφάλαιά της κατά παραδοχή της ως άνω ένστασης παραγραφής του αναιρεσιβλήτου.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κάνοντας δεκτή την από το άρθρο 693 ΑΚ ένσταση του αναιρεσιβλήτου και απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως προς τα ως άνω δύο αιτήματά της, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, αφού έκρινε ότι η άσκηση της παρούσας από 6-7- 2011 αγωγής ως τα δύο πρώτα αιτήματα αυτής, που αφορούν στα ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογηθεισών ιδιοτήτων στους κοινόχρηστους χώρους και στα ένδικα διαμερίσματα, μέσα σε έξι μήνες από την τελεσίδικη απόρριψη ως απαράδεκτης προηγούμενης αγωγής του δικαιοπαρόχου τους και των ίδιων, λόγω απαγορευμένης εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, δεν συνεπάγεται το πλάσμα ως προς την από το άρθρο 263 ΑΚ διακοπή της παραγραφής.
Με αυτά που δέχθηκε ως άνω το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κρίνοντας ότι στην παρούσα περίπτωση, που η προηγούμενη αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω της απαγορευμένης διαζευκτικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, υφίσταται ακυρότητα του δικογράφου της εν λόγω αγωγής από την οποία δεν διεκόπη η παραγραφή της ένδικης αξίωσης, που ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της πρώτης, λόγω ακυρότητας της όλης διαδικαστικής πράξης αυτής.
Τούτο δε διότι το απαράδεκτο της προηγούμενης αγωγής λόγω της απαγορευμένης επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων σημαίνει παρεμπόδιση του δικαστηρίου να προχωρήσει στην εξέταση της βασιμότητας αυτής, η οποία δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου ισχύουν οι έννομες συνέπειές της, μεταξύ των οποίων και η διακοπή της παραγραφής.
Με τα δεδομένα αυτά και με βάση τα λοιπά γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούνταν το πραγματικό της διάταξης αυτής και δικαιολογούνταν η εφαρμογή της, ενόψει του ότι στην παρούσα περίπτωση η απόρριψη της προηγούμενης αγωγής είχε γίνει για λόγους μη ουσιαστικούς. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 πλημμέλεια, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας την εκ μέρους του εναγομένου ένσταση παραγραφής αναφορικά με τις υπό στοιχεία α) και β) αξιώσεις (αιτήματα της αγωγής), πλην του τελευταίου αιτήματος της με στοιχείο β) αξίωσης ως προς την ποινική ρήτρα και ακολούθως, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατά τα εν λόγω αιτήματα.
Εξάλλου, με βάση τα προεκτεθέντα, είναι σαφές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα αναφερόμενα κεφάλαια της ένδικης αγωγής, αναπτύσσει για τους αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διαδίκους, δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούν να επανορθωθούν παρά μόνο με την αναίρεση της εν λόγω απόφασης. Με τα δεδομένα αυτά συντρέχει στην παρούσα περίπτωση έννομο συμφέρον αυτών κατ' άρθρ. 556 ΚΠολΔ, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου περί ύπαρξης σχετικού δεδικασμένου από τις αναφερόμενες αποφάσεις του Εφετείου για την προηγούμενη αγωγή αυτών.
Κατά συνέπεια τούτων είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
III. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, ερευνώντας αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, παρά το νόμο δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού. Έτσι, εάν στην προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία γίνεται μνεία περί ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται από το άρθρο 559 αριθ. 16, αλλά (ενδεχομένως) από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, και τότε μόνο όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτήν, προς απόδειξη της βάσης της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε αυτόν, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΔΠ 161/2018, ΑΠ 1253/2009, ΑΠ 2084/2007).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά τους.
Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να επιδρούν στην έκβαση της δίκης και να επηρεάζουν ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, δεν ιδρύει τον λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο, απαράδεκτο γενικώς, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει σε επίκληση έννομης συνέπειας (Ολ ΑΠ 14/2ΘΘ4, ΑΠ 116/2015, ΑΠ 967/2012, ΑΠ 2/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 599 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, ως προς το αίτημα της ένδικης αγωγής περί καταβολής του αναφερομένου ποσού για ποινική ρήτρα, δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου με το σχετικό ένατο λόγο της έφεσή τους ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους περί δεδικασμένου και συγκεκριμένα ότι "η εκπρόθεσμη εκτέλεση εργασιών στα διαμερίσματα ΑΙ και Β1 έως το 1995 έγινε αμετάκλητα δεκτή με την υπ' αριθ. 383/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε σχετικό λόγο αναίρεσης του αντιδίκου κατά της υπ' αριθ. 179/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, προσκομίζοντας και τις σχετικές αποφάσεις".
Άλλως, εφόσον ήθελε θεωρηθεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους απορρίφθηκε σιωπηρά από το Εφετείο, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση ως προς την εκπρόθεσμη εκτέλεση των εργασιών που είχε αναλάβει ο αναιρεσίβλητος.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν ερεύνησε τον ως άνω ισχυρισμό για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος και κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του εν λόγω ισχυρισμού που δεν περιλαμβάνει τα γεγονότα που προκαλούν την επικαλούμενη τελεσιδικία, αυτός ήταν και μη νόμιμος και ως εκ τούτου δεν ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, από την επισκόπηση της ως άνω επικαλούμενης από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 179/2004 απόφασης του Εφετείου Κρήτης και της υπ' αριθ. 383/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι με την τελευταία απόφαση αναιρέθηκε εν μέρει η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου και συγκεκριμένα κατά το επί της αγωγής κεφάλαιο της, στο οποίο περιλαμβάνονταν η παραδοχή περί καθυστέρησης του ήδη αναιρεσιβλήτου στην παράδοση των συμφωνηθεισών εργασιών και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος περί δεδικασμένου από την απόφαση αυτή του Εφετείου ως προς το ζήτημα αυτό.
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 224/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι αυτή, μετά από εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, ως προς το αίτημα της αγωγής για την καταβολή του αναφερομένου ποσού για ποινική ρήτρα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "...σύμφωνα με το υπ' αριθ. .../1992 προσύμφωνο πώλησης του συμβολαιογράφου Σητείας Θ.
Β. η παροχή του εναγομένου, προκειμένου να του μεταβιβαστεί από τον ενάγοντα η οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου ορόφου, συνίστατο στην κατασκευή της εσωτερικής και εξωτερικής τοιχοποιίας, των εσωτερικών και εξωτερικών ασβεστοκονιαμάτων, των υδραυλικών, αποχετευτικών και ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, την κατασκευή και τοποθέτηση των εξωτερικών κουφωμάτων στα υπό στοιχεία ΑΙ και Β1 διαμερίσματα, που είχαν περιέλθει σε αυτόν (ενάγοντα) με την ...1992 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, στην κατασκευή και τοποθέτηση κουφωμάτων στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου (Β1), ενώ τον βάρυναν όλα τα έξοδα που αναφέρονται σης εισφορές Ι.Κ.Α.
και άλλων ταμείων, Φ.Π.Α. και λοιπών φόρων για όλες τις παραπάνω εργασίες, που ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει. Οι εργασίες αυτές έπρεπε να εκτελεστούν το αργότερο έως και τις 30-6-1993. Σε περίπτωση δε που κατά την άνω οριζόμενη ημεροχρονολογία ο εναγόμενος δεν είχε αποπερατώσει τις παραπάνω εργασίες στα διαμερίσματα του ενάγοντος, ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει στον τελευταίο για κάθε ημέρα καθυστέρησης 10.000 δρχ.
και μέχρι ένα μήνα καθυστέρηση πάνω δε από ένα μήνα καθυστέρηση κηρυσσόταν έκπτωτος και, εκτός από την προαναφερόμενη αποζημίωση για κάθε ημέρα καθυστέρησης, ήταν υποχρεωμένος να του καταβάλει το ποσό των 10.000.000 δραχμών λόγω ποινικής ρήτρας. Ο ενάγων ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή του, ότι η συνομολογηθείσα ποινική ρήτρα κατέπεσε, διότι ο εναγόμενος δεν εκτέλεσε όλες τις προαναφερόμενες εργασίες έως 30-6-1993 και ειδικότερα δεν έχει εκτελέσει έως της εγέρσεως της αγωγής τα εξωτερικά ασβεστοκονιάματα στους εξώστες.
Σύμφωνα όμως με την από Οκτώβριος 2001 πραγματογνωμοσύνη του πολιτικού μηχανικού Γ. Τ., τα εξωτερικά ασβεστοκονιάματα των εξωστών όσον αφορά επιφάνειες, εκτός από τα εμφανή μπετά έχουν γίνει. Τα εμφανή μπετά, οι εργασίες των οποίων προηγούνται των ασβεστοκονιαμάτων, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας κατασκευάζονται με τον σκελετό της οικοδομής, σύμφωνα δε με το ρηθέν προσύμφωνο, που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, ο σκελετός της όλης οικοδομής και των ένδικων διαμερισμάτων, (ΑΙ και Β1), βρισκόταν στο στάδιο της αποπεράτωσης, (είχε δηλαδή ήδη κατασκευαστεί κατά την υπογραφή του ένδικου προσυμφώνου), ενώ δεν αποδείχθηκε ότι με το ρηθέν προσύμφωνο ο εναγόμενος ανέλαβε να κατασκευάσει επιχρίσματα πάνω στα εμφανή μπετά, εργασία που δεν ενδείκνυται κατά τους κανόνες της τέχνης, αλλά ούτε και μεταγενέστερη προφορική συμφωνία για το ζήτημα αυτό αποδείχθηκε μεταξύ των διαδίκων.
Ούτε άλλωστε αναφέρεται η κατασκευή τους ως εργασία που ανέλαβε να εκτελέσει o εναγόμενος με το άνω προσύμφωνο, ενώ είναι διάφορο το γεγονός της ύπαρξης κακοτεχνιών τους στην όψη των διαμερισμάτων της οδού ..., όπως διαπίστωσε ο πραγματογνώμονας, ο οποίος, ωστόσο, ουδόλως αναφέρει σε τι συνίστανται οι εν λόγω κακοτεχνίες.
Μάλιστα κατά την από 4-12-1997 έκθεση του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος πολιτικού μηχανικού Χ. Λ., επιβαλλόταν και προβλεπόταν η επιβαλλόταν και προβλεπόταν η κατασκευή εμφανών σκυροδεμάτων των εξωστών της δυτικής πλευράς του κτιρίου (οδός ...), εκ της μελέτης του έργου όμως δεν τηρήθηκαν οι προδιαγραφές και οι κανόνες της ορθής και έντεχνης κατασκευής, με συνέπεια την απουσία της επιπρόσθετης εργασίας, που απαιτεί η κατασκευή εμφανών σκυροδεμάτων, εργασία ωστόσο που δεν αποτέλεσε περιεχόμενο της ένδικης σύμβασης (προσυμφώνου).
Με δεδομένο λοιπόν ότι, κατά τα άνω, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων σε περίπτωση μη εκτέλεσης εκ μέρους του εναγομένου των με το ρηθέν προσύμφωνο και μόνο αναληφθεισών εργασιών, μέχρι τη καταληκτική ημεροχρονολογία της 30-6-1993, και, εφόσον αποδείχθηκε ότι πράγματι είχαν εκτελεστεί τα εξωτερικά ασβεστοκονιάματα, η μη εκτέλεση των οποίων κατά τον ενάγοντα αποτελεί την αιτία της κατάπτωσης υπέρ αυτού της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, η ένδικη αγωγή έπρεπε να απορριφθεί και ως προς το αίτημά της αυτό ως ουσία αβάσιμη, κατά τον βάσιμο σχετικό λόγο εφέσεως του εκκαλούντος εναγομένου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη... 3) δεν απέρριψε την, απορρέουσα από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, αξίωση του ενάγοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προαναφέρθηκαν και πλημμελώς τις αποδείξεις εκτίμησε κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους των κρινόμενων εφέσεων.
Μετά από όλα τα παραπάνω οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και δικαστεί η από 6-7-2011 αγωγή, να απορριφθεί αυτή στο σύνολο της και δη ως απαράδεκτη κατά το τρίτο των αιτημάτων της και ως αβάσιμη κατά τα λοιπά".
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 404 επ. του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και επάρκεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με τη μη ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και του αναιρεσιβλήτου περί κατασκευής από τον τελευταίο των εξωτερικών ασβεστοκονιαμάτων των εξωστών των ένδικων διαμερισμάτων (ΑΙ και Β1) πάνω στα εμφανή μπετά.
Επιπλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια εκτίθεται ότι ο αναιρεσίβλητος (εργολάβος) με το υπ' αριθ. .../1992 προσύμφωνο ανέλαβε την κατασκευή, εκτός των άλλων, και των εσωτερικών και εξωτερικών ασβεστοκονιαμάτων στις επιφάνειες των ενδίκων διαμερισμάτων, στις οποίες όμως δεν περιλαμβάνονταν τα εμφανή μπετά, καθώς επίσης και ότι αποδείχθηκε ότι μέχρι την ως άνω καταληκτική ημερομηνία (30-6-1993) είχαν πράγματι εκτελεστεί τα εξωτερικά ασβεστοκονιάματα στους εξώστες, η μη εκτέλεση των οποίων κατά τον ενάγοντα αποτελεί την αιτία κατάπτωσης της υπέρ αυτού ως άνω συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, με συνέπεια να μην υφίσταται η εν λόγω απαιτουμένη προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσής του.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τα κεφάλαια αυτής που αφορούν στο με στοιχείο β ,1) αίτημα της ένδικης αγωγής ως προς τα ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων των κοινοχρήστων χώρων, καθώς και στο με στοιχείο Β.2) αίτημα αυτής ως προς τα ελαττώματα και ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων των διαμερισμάτων ΑΙ και Β1 και περί αποζημίωσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 ΚΠολΔ και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ