Legislator Case Law & Legislation
826/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vagueness regarding common sense teachings violation under Article 559(1)(b) of Civil Procedure Code.

Case Number 826/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued the lower court violated common sense teachings, but the court found the appeal vague as it failed to specify which teachings were misapplied or how. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(b) KPolD; Art. 561(1) KPolD; An appeal alleging violation of common sense teachings is inadmissible if it fails to specify the particular teachings, the legal rule involved, the erroneous interpretation, and the manner of violation.

Keywords

AI generated
violation of common sense teachings inadmissible appeal vagueness in legal argument Article 559 Civil Procedure Code insurance contract dispute legal costs award Supreme Court of Greece

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(b) KPolD
Art. 561(1) KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 495(3) KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 826 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 826/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Κουντούρη. Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αντωνία Κιάτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2008 και - μετά από αίτηση ανακοπής ερημοδικίας της ήδη αναιρεσίβλητης - 378/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4480/2012 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1606/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθμ. 4480/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3063/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-6-2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την πραγματική.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο πατέρας της εναγομένης (και ήδη αναιρεσίβλητης) Ι. Κ. του Λ. ... και εργαζόταν από το έτος 1976 ως ασφαλιστικός πράκτορας με έδρα την ..., έχοντας λάβει την απαιτούμενη άδεια.

Συνεργαζόταν αδιαλείπτως, παράλληλα, αλλά και διαδοχικά με διάφορες ασφαλιστικές εταιρίες, όπως ήταν οι: "...", "... ΑΕ", "...", "...". Η δραστηριότητά του ήταν επιτυχής, διέθετε ευρύ πελατολόγιο, εκτεταμένη πείρα και φήμη, όχι μόνο στην ... και τις ... αλλά και στην ευρύτερη περιοχή του νομού ..., όπου είχε γίνει πολύ γνωστό το πρακτορείο ασφαλειών, που διατηρούσε στην ..., λόγω του μεγάλου πελατολογίου του, αλλά και της διαφήμισής του μέσω του τοπικού τύπου και ραδιοφώνου...Το έτος 1997 η ασφαλιστική εταιρία ..." -που ήταν τότε θυγατρική της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας) ασφαλιστικής εταιρίας "...

ΑΕΓΑ", συγχωνεύτηκε, με απορρόφηση, από την τελευταία, και με αυτή πλέον συνεργαζόταν, ο Ι. Κ. ως ασφαλιστικός σύμβουλος και μεσίτης ασφαλειών, τα έτη 1997 και 1998, εισπράττοντας προμήθειες. Όμως, επειδή ο προαναφερόμενος, ήταν γραμμένος στα μητρώα του Επιμελητηρίου ... και με άλλη εμπορική δραστηριότητα, εκτός από αυτή του ασφαλιστικού πράκτορα, που έπρεπε πλέον (από το έτος 1997) να ασκείται αποκλειστικά, δεν είχε πια τη δυνατότητα, κατά το νόμο, να εργαστεί ως ασφαλιστικός πράκτορας και να λειτουργήσει το πρακτορείο του, κατέχοντας την απαιτούμενη προς τούτο νόμιμη άδεια.

Προκειμένου να συνεχιστεί η επιτυχής λειτουργία του πρακτορείου του με το μεγάλο πελατολόγιο, που ενδιέφερε την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, και για να εξακολουθήσει η συνεργασία τους, σε συνάντηση που είχε ο Ι. Κ. με στελέχη της ενάγουσας στο πρακτορείο του, συμφωνήθηκε να καταρτιστεί νέα σύμβαση πρακτόρευσης εικονικά, με έμπιστο, πρόσωπο του οικογενειακού του περιβάλλοντος, που συγκέντρωνε τις προϋποθέσεις έκδοσης της απαιτούμενης, για την εξακολούθηση της λειτουργίας του πρακτορείου, άδειας.

Το πρόσωπο αυτό ήταν η θυγατέρα του Ι. Κ., η εναγομένη, η οποία ήταν τότε ηλικίας 19 ετών, και από το έτος 1996 κατοικούσε μόνιμα στην …. Ειδικότερα η εναγομένη είχε φύγει από τις ... όπου ζούσε με τους γονείς της, το έτος 1996 προκειμένου να φοιτήσει ως μαθήτρια της τρίτης λυκείου, σε Αύκειο των …. για την καλύτερη προετοιμασία της για την εισαγωγή της σε σχολή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Πράγματι, αφού αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1997 από το 7° Λύκειο ..., εισήχθη στη σχολή ΤΕΦΑΑ... του ... Πανεπιστημίου …. Η εναγομένη, ενώ ήταν φοιτήτρια της σχολής αυτής, η οποία και μόνο την ενδιέφερε, κατοικώντας μόνιμα στην …. και χωρίς να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον τομέα των ασφαλειών και το πρακτορείο του πατέρα της στην ..., μόνο για την εξυπηρέτηση του και επειδή διέθετε τα προσόντα, όντας ενήλικη, χωρίς δηλωθείσα άλλη εμπορική δραστηριότητα, δέχθηκε να εμφανιστεί, όπως της ζητήθηκε, ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας εταιρίας σε σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, προκειμένου να λειτουργήσει, τυπικά, υπό το δικό της όνομα και κωδικό το πρακτορείο ασφαλειών του πατέρα της στην ....

Έτσι, μετά από συμφωνία δική της, του πατέρα της και όλων των αρμοδίων για τη σύναψη της σχετικής σύμβασης στελεχών της ενάγουσας, καταρτίστηκε στην …. η από 1-7-1999 σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, εκπροσωπουμένης της ενάγουσας σε αυτή από τον Κ. Τ., ο οποίος γνώριζε τα ανωτέρω, όπως όλοι οι αρμόδιοι, σχετικά με την υπόθεση αυτή, υπάλληλοι της, όπως οι Σ.

Κ. (Επιθεωρητής), Δ. Φ. (Εσωτερικός Ελεγκτής) και Κ. Μ.. Στη σύμβαση αυτή, η εναγομένη εικονικά εμφανιζόταν ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας, ασφαλιστική της πράκτορας, ενώ την ιδιότητα αυτή είχε, εν γνώσει των συμβαλλομένων, ο συμβληθείς πραγματικά Ι. Κ.. Το ίδιο είχε συμβεί και με δύο άλλες ασφαλιστικές εταιρίες, με τις οποίες επίσης συνεργαζόταν ο πατέρας της εναγομένης, και συγκεκριμένα με την εταιρία "Ευρωπαϊκή Πρόνοια" και την εταιρία "......

Επομένως η προαναφερόμενη από 1-7-1999 σύμβαση πρακτόρευσης, λόγω της εικονικότητάς της, ως προς το πρόσωπο της φαινομενικά συμβαλλομένης εναγομένης, είναι άκυρη, ενώ ισχύει ως προς όλους τους όρους της, ως υποκρυπτόμενη σύμβαση με τον πραγματικά αντισυμβαλλόμενο της ενάγουσας ασφαλιστικό πράκτορα Ι. Κ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ...

Στα πλαίσια της συμβάσεώς τους αυτής η ενάγουσα έδωσε την εντολή στον προαναφερόμενο πράγματι αντισυμβαλλόμενο της να εισπράττει για λογαριασμό της τα ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους της, με τη δική του μεσολάβηση, και να της αποδίδει, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την είσπραξή τους ευθυνόμενος γι' αυτά έναντί της, ως θεματοφύλακας...

Στα πλαίσια της λειτουργίας της σύμβασης αυτής ο Ι. Κ. μέσω του ίδιου πρακτορείου του, που διατηρούσε στην ... και εξακολουθούσε να το διαφημίζει με το δικό του όνομα-παρότι αυτό τυπικά φερόταν ότι λειτουργεί υπό το όνομα και τον κωδικό της θυγατέρας του-κατάρτιζε για λογαριασμό της ενάγουσας, όπως και στο παρελθόν ασφαλιστικές συμβάσεις και εισέπραττε για λογαριασμό της συμφωνημένα ασφάλιστρα, ως εντολοδόχος της και ακολούθως, κατά κανόνα, της τα απέδιδε....Μόνο με αυτόν είχαν επικοινωνία οι υπάλληλοι και τα στελέχη της ενάγουσας καθ' όλα τα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν και ουδέποτε με την εναγομένη, την οποία μάλιστα ούτε καν γνώριζε, ούτε είχε δει ποτέ η προϊσταμένη του αρμόδιου υποκαταστήματος της ενάγουσας στη … Ι.

Σ., που είχε σχεδόν καθημερινά συναλλαγές, στα πλαίσια της άνω σύμβασης, μόνο με τον Ι. Κ.... Εκτός από την έλλειψη οποιασδήποτε συμμετοχής της στις ασφαλιστικές συμβάσεις που εξωτερικά μόνο εμφανίζονταν να καταρτίζονται με τη δική της διαμεσολάβηση, δεν είχε και οποιαδήποτε ενημέρωση για την πορεία και τη λειτουργία της ανωτέρω εικονικής σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, ούτε από τον πατέρα της-αφού ο ίδιος ήταν ο μόνος υπεύθυνος έναντι της ενάγουσας εκ της συμβάσεως αυτής-αλλά ούτε όμως και από οποιοδήποτε στέλεχος, υπάλληλο ή οποιοδήποτε όργανο της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας, αφού ουδείς επικοινώνησε μαζί της, ούτε ποτέ την αναζήτησε.

Τούτο καταδεικνύει και τη γνώση του εκπροσωπούντος την ενάγουσα κατά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης οργάνου της, ως και όλων των αρμοδίων γι' αυτήν στελεχών και υπαλλήλων της, ότι η εναγομένη ήταν μόνο κατά το φαινόμενο και όχι σοβαρά αντισυμβαλλομένη της και γι' αυτό δεν επικοινώνησε ποτέ κανείς εκ μέρους της ενάγουσας μαζί της...

Η ενάγουσα κατήγγειλε στις 26-6-2006 την από 1-7-1999 σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης και αξίωσε τα οφειλόμενα μέχρι τότε ασφάλιστρα, συνολικού ποσού 74.200,26 ευρώ. Από αυτά, ασφάλιστρα ύψους 72.094,80 ευρώ, τα είχε εισπράξει ο Ι. Κ. από ασφαλισμένους της, με τη μεσολάβησή του, και δεν της τα απέδωσε, ως όφειλε αλλά παράνομα τα ιδιοποιήθηκε, και τα υπόλοιπα, ποσού 1.295,46 ευρώ, όφειλε να της τα καταβάλει, διότι δεν της είχε επιστρέψει προς ακύρωση τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια έγγραφα.

Τα ποσά αυτά των ασφαλίστρων αξιώνει η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της... Ο πατέρας της εναγομένης Ι. Κ. παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και με την υπ' αριθμ. 171/2013 απόφαση του ποινικού αυτού δικαστηρίου, αφού κρίθηκε ένοχος για την πράξη της υπεξαίρεσης του ανωτέρω ποσού ασφαλίστρων που του είχε εμπιστευτεί η ενάγουσα λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου της- ασφαλιστικού της πράκτορας, καταδικάστηκε σε κάθειρξη επτά ετών...

Κατόπιν όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, η κύρια ένσταση της εναγομένης περί της εικονικότητας της από 1-7-1999 σύμβασης ασφαλιστικής πρακτόρευσης, στην οποία θεμελιώνεται η αγωγή στο σύνολο της κατά την συρρέουσα ενδοσυμβατική της βάσης, είναι ουσιαστικά βάσιμη... Συνακόλουθα, με τη σύμβαση αυτή, που είναι άκυρη και δεν επάγεται συνέπειες για την εναγομένη (138 παρ.1 σε συνδ.

με 180 ΑΚ), η τελευταία δεν κατέστη ασφαλιστικός πράκτορας και εντολοδόχος της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας στην είσπραξη ασφαλίστρων, ώστε με την ιδιότητά της αυτή να εισέπραξε και να ιδιοποιήθηκε παράνομα τα επίδικα ασφάλιστρα που θα έπρεπε να αποδώσει στην ενάγουσα όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τελευταία στην ένδικη αγωγή της κατά τη συρρέουσα βάση της αδικοπραξίας ..." Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας για την καταψήφιση αποζημιώσεως, ισόποσης με τα ασφάλιστρα που εφέρετο ότι παρακράτησε η εναγομένη ως ασφαλιστική πράκτοράς της, δεδομένου ότι η πρωτόδικη απόφαση είχε ήδη εξαφανιστεί με προγενέστερη απόφαση του Εφετείου.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, αφού δέχεται ότι η (σχετική) εικονικότητα της ένδικης σύμβασης πρακτόρευσης ως προς το πρόσωπο του ασφαλιστικού πράκτορα ήταν σε γνώση όλων των συμβαλλομένων, και ειδικότερα του οργάνου της ενάγουσας που την εκπροσώπησε κατά τη σύναψη της σύμβασης, αναφέροντας ρητά ότι " ...μετά από συμφωνία δική της, του πατέρα της και όλων των αρμοδίων για τη σύναψη της σχετικής σύμβασης στελεχών της ενάγουσας, καταρτίστηκε στην ….

η από 1-7-1999 σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, εκπροσωπουμένης της ενάγουσας σε αυτή από τον Κ. Τ., ο οποίος γνώριζε τα ανωτέρω, όπως όλοι οι αρμόδιοι, σχετικά με την υπόθεση αυτή, υπάλληλοι της, όπως οι Σ. Κ. (Επιθεωρητής), Δ. Φ. (Εσωτερικός Ελεγκτής) και Κ. Μ.. Στη σύμβαση αυτή, η εναγομένη εικονικά εμφανιζόταν ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας, ασφαλιστική της πράκτορας, ενώ την ιδιότητα αυτή είχε, εν γνώσει των συμβαλλομένων, ο συμβληθείς πραγματικά Ι.

Κ....." Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη ότι για την εφαρμογή του άρθρου 138 ΑΚ και την παραδοχή τη σχετικής ένστασης της εναγομένης αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από όσα ο νόμος αξιώνει και συγκεκριμένα ότι δεν διαλαμβάνει παραδοχές για τη γνώση όλων των συμβληθέντων μερών και ιδιαίτερα αυτής (ενάγουσας), αναφορικά με το ότι η σύμβαση πρακτόρευσης ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του πράκτορα και τα μέρη ήθελαν ως πράκτορα τον πατέρα της εναγομένης και όχι την ίδια, που συμβλήθηκε εικονικά.

Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει έμμεσα αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος.

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, α) ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, β) η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, γ) η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, και δ) ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 225/2009, ΑΠ 574/2010).

Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζονται, ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, με ποιό τρόπο παραβιάσθηκαν και ποιος ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας.- Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Ιουνίου 2017 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 3063/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ