Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for misreading and error in fact-finding under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the final judgment of the Court of Larissa and the preliminary judgment of the Bologno Court. The appellant argued that the lower courts misread documents and erred in fact-finding regarding theft and forgery charges. The court ruled that such errors constitute non-reviewable factual assessments rather than legal misreadings, rendering the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20), 561(1) of the Civil Procedure Code; An appeal based on misreading of evidence is inadmissible if it merely contests the court's evaluation of facts, which falls under non-reviewable factual determinations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 826/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Γεράσιμο Φουρλάνο, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Μ. συζ. Ν. Σ., το γένος Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Παπαποστόλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτων- καθών η κλήση: 1. Γ. Π., ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους α) Δ. χήρα Γ. Π. το γένος Ι. Α., κατοίκου ... και β) Β. Π. του Ν., κατοίκου ..., 2. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝC Π. Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων κεφαλαίων" και τον διακριτικό τίτλο "ΙΝC Π. Α ΕΔΑΚ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕFG E. ERGASIAS ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου και υπεισελθούσας νόμιμα σε όλα τα δικαιώματα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΕ" η οποία απορροφήθηκε λόγω συγχώνευσης από την "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG E. ΑΕ". Η πρώτη και δεύτερη δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Γραφανάκη και η τέταρτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-4-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, 170/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, 927/2005 μη οριστική και 566/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση των αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-1-2010 αίτησή της. Μετά από ματαίωση της προκείμενης υπόθεσης η συζήτηση επαναφέρεται εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με την 2-4-2014 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 14-9-2012 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαραλαμπίας Σίμου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αναίρεση κατά της 170/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου και να γίνει δεκτός ο δεύτερος υπό στοιχείο α’ λόγος της αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλονται οι, ερήμην του πρώτου εναγομένου-εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου και κατ’ αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, εκδοθείσες κατά την τακτική διαδικασία 566/2008 οριστική απόφαση (καθώς και η συμπροσβαλλόμενη με αυτή μη οριστική 927/2005) του Εφετείου Λάρισας και 170/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Με την εν λόγω οριστική απόφαση του Εφετείου απερρίφθη κατ’ ουσίαν η από 20-10-2003 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την από 24-4-2000 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να της καταβάλουν λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 9.988.828 δραχμών με τους νόμιμου τόκους.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 και 566§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ’ ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 εφαρμόζονται και στην κατ’ αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου κάποιου διαδίκου, πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, εάν ο θάνατος επήλθε μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υφίσταται εκκρεμής δίκη, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης πρέπει να απευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενο δε κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσής του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.
Η κατά του αποβιώσαντος απευθυνόμενη αίτηση αναίρεσης, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ ΑΠ 27/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Π. απεβίωσε στις 4-9-2009, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου (25-8-2008), και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η οποία έγινε στις 5-1-2010, αφήνοντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του Δ.
και την αδελφή του Β. Ν. Π., οι οποίες και έχουν κληθεί με την από 2-4-2014 κλήση της αναιρεσείουσας για να παραστούν στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου, με την ως άνω ιδιότητά τους, για τη συζήτηση της υπόθεσης στην αναφερομένη στην αρχή δικάσιμο. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης το θάνατο του ανωτέρω αντιδίκου της και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης δεν είναι άκυρη κατά το μέρος κατά το οποίο στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου και νομίμως συζητείται η υπόθεση με τους πιο πάνω κληρονόμους του.
Από τις ...6-10-2011 και ...18-7-2011 καθώς και τις ...22-8-2014 και ...14-7-2014 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Βόλου Α. Κ., τις οποίες η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, επικαλείται και προσκομίζει, προκύπτει ότι οι πρώτη και δεύτερη των καθ’ ων η κλήση Δ. χήρα Γ. Π. και Β. Ν. Π., κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστούν κατά την ως άνω δικάσιμο της 27-10-2014. Επομένως, εφόσον δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.2 του ίδιου Κώδικα να συζητηθεί η αναίρεση σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β’ , 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν το Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας να της καταβάλουν ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας το ποσό των 9.988.828 δραχμών, είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του πρώτου των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων Γ. Π.. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τον εν λόγω εφεσίβλητο που δικάσθηκε ερήμην. Επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής απόφασης στον εν λόγω ερημοδικασθέντα διάδικο (και μετά το θάνατο αυτού στις ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους του) δεν προκύπτει είτε με την προσκόμιση σχετικής έκθεσης επίδοσης είτε με επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης αυτής.
Δεν αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι ο διάδικος αυτός απώλεσε το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, την ύπαρξη ή έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος (Ολ ΑΠ 15/2001). Ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι ασκήθηκε από τον ως άνω διάδικο (ή τους κληρονόμους του) ανακοπή ερημοδικίας και απορρίφθηκε ή ότι ο τελευταίος αποδέχθηκε την αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην ως προς αυτόν απόφαση ή ότι παραιτήθηκε από την ασκηθείσα από εκείνον κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα άσκησης του ένδικου τούτου μέσου.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ο οποίος, ενόψει του ως άνω περιεχομένου της ένδικης αγωγής, τελεί σε σχέση απλής ομοδικίας με τους άλλους αναιρεσίβλητους, η αίτηση για αναίρεση της εν λόγω απόφασης του Εφετείου Λάρισας είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 922 του ίδιου Κώδικα, ο κύριος η ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Η δευτέρα των εναγομένων εδρεύουσα εις την Αττική ανώνυμη εταιρεία αντικείμενο έχει την διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων δια την προώθηση προς το επενδυτικό κοινό μεριδίων διατηρούσε υποκατάστημα εις την πόλη του Βόλου όπου χρησιμοποιούσε και τον πρώτον εναγόμενον ως οικονομικόν-ασφαλιστικόν σύμβουλον, ο οποίος ενεργούσε υπό τις εντολές και τις οδηγίες αυτής, προστηθείς εις την υπηρεσίαν της.
Με την άνω ιδιότητά του ο πρώτος εναγόμενος, συνδεόμενος με πολυετή φιλία με τον σύζυγον της εναγούσης, συνέστησε εις αυτούς την επένδυση χρηματικών ποσών εις την αγοράν μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων εις την δευτέρα εναγομένην εταιρεία ώστε η ενάγουσα και ο σύζυγος της από το έτος 1994 είχαν ως από κοινού συνδικαιούχοι σε αμοιβαία κεφάλαια της δευτέρας εναγομένης, αριθμό συναλλαγών με την τελευταία.
Ειδικώτερον, η συμμετοχή και απόκτηση μεριδίων της εναγούσης και του συζύγου της Ν. Σ., άρχισε τη 17-2-1994 με αγορά 7.991 μεριδίων με ποσόν 10 εκ δραχμών βάσει αιτήσεως του συζύγου της, ως κύριου δικαιούχου με συνδικαιούχον την ενάγουσα, εν συνεχεία την 28-12-1995 με νέα αίτηση συμμετοχής της εναγούσης αγοράσθηκαν 1.347,61 μερίδια ποσού 2.040,000 εκδοθέντος του υπ’ αριθμ. ...
τίτλου, οι συναλλαγές των δε με την εναγομένη συνεχίσθηκαν ώστε την 8-4-1998 τα εναπομείναντα εις αμοιβαίο κεφάλαιο μερίδια ήταν 3.984,05 και δια τα οποία εξεδόθη ο υπ’ αριθμ. ... τίτλος με κύρια δικαιούχον την ενάγουσα και συνδικαιούχον τον σύζυγόν της με ποσόν συμμετοχής 6.640.681. Εν συνεχεία η ενάγουσα δια της από 14-4-1998 αιτήσεως της εζήτησε την μερική εξαγορά του υπ’ αριθμ. ...
τίτλου αμοιβαίων κεφαλαίων, εξαγόρασε 700 μερίδια ποσού 1.162.301 δραχμών. Δια την προδιαληφθεϊσα συναλλαγή εξεδόθη από την τραπεζική εταιρεία ING Bank εις την Αθήνα, εστάλη εις το υποκατάστημα της εις την πόλη του Βόλου και παρεδόθη εις την ενάγουσα η υπ’ αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή πληρωτέα εις διαταγήν της εναγούσης εις την Εμπορική Τράπεζα.
Εν συνεχεία η ενάγουσα, ως κύρια δικαιούχος κατόπιν των με ημερομηνία 14- 5-1998 τεσσάρων αιτήσεων της προς την εναγομένη διενήργησε την ολική εξαγορά του υπ’ αριθμ. ... τίτλου αμοιβαίων κεφαλαίων, εξαγόρασε 342,36 μερίδια ποσού 573.539 δραχμών δια την καταβολήν του οποίου εξεδόθη την 19-5-1998 εις την Αθήνα από την ING Bank η υπ’ αριθμ. ...
δίγραμμη τραπεζική επιταγή πληρωτέα εις διαταγήν της αιτούσης -εναγούσης εις την Εμπορική Τράπεζα. Επίσης η ενάγουσα προέβη εις την ολική εξαγορά του υπ’ αριθμ. ... τίτλου μεριδίων 339.10 ποσού 568,077 δραχμών δια την καταβολήν του οποίου εξεδόθη επίσης την 19-5-1998 η υπ’ αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή της ως άνω ING Bank πληρωτέα εις την Εμπορική Τράπεζα εις διαταγήν της εναγούσης.
Εξ ετέρου κατόπιν της προδιαληφθείσης από 14-5-1998 αιτήσεως της προς ολική εξαγορά του υπ’ αριθμ. ... τίτλου η ενάγουσα εξαγόρασε 3.984 μερίδια ποσού 6.674.280 δραχμών δια την καταβολήν του οποίου εξεδόθη την 19-5-1998 η υπ’ αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή, πληρωτέα εις την Εμπορική Τράπεζα εις διαταγήν της εναγούσης, επίσης προέβη και εις την ολική εξαγορά του υπ’ αριθμ. ...
τίτλου (με αίτηση την 14-5-1998) εξαγόρασε 647,61 μερίδια ποσού 1.084.909, εκδοθείσης της υπ’ αριθμ. ... δίγραμμης επιταγής της εις διαταγήν της αιτούσης εναγούσης πληρωτέας εις την Εμπορική Τράπεζα. Οι εκδοθείσες ανωτέρω επιταγές παρεδόθησαν εις την ενάγουσα εις το υποκατάστημα της εναγομένης εις τον Βόλο με αντίστοιχη απόδειξη παραλαβής.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι η ενάγουσα έθεσε την υπογραφή της εις την θέση οπισθογραφήσεως εις τις υπ’ αριθμ. ..., ..., ... και ... επιταγές, οι τίτλοι δε εμφανίσθηκαν προς πληρωμή εις την τρίτη εναγομένη τραπεζική εταιρεία. Η υπ’ αριθμ. ... τραπεζική (δίγραμμη) επιταγή οπισθογραφήθηκε από τον σύζυγον της εναγούσης Ν.
Σ., πλήρως δε αποδεικνύεται ότι εις την θέση της οπισθογραφήσεως των επιδίκων επιταγών ετέθη η υπογραφή της εναγούσης δια τις τέσσερις πρώτες και συζύγου της τελευταίας καθόσον όλα τα έγγραφα των συναλλαγών της με την δευτέρα εναγομένη φέρουν την ίδια υπογραφή της και δεν απαιτείται διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Περαιτέρω, απεδείχθη ότι τις προδιαληφθείσες επιταγές παρέδωσε η ενάγουσα εις τον πρώτον εναγόμενον ο οποίος εμφάνισε προς πληρωμή εις την τρίτη εναγομένη την 23-4-1998 την υπ’ αριθμ. ... δίγραμμη επιταγή και την 20-5-1998 τις λοιπές επιταγές και το συνολικόν ποσόν πιστώθηκε εις τον τηρούμενον εις την τρίτη εναγομένη με κωδικό ...
λογαριασμόν του πρώτου των εναγομένων. Πρέπει να λεχθεί ότι η συνήθης τακτική των τραπεζικών εταιρειών είναι να μη πληρώνουν δίγραμμες επιταγές (οι οποίες παρεδόθησαν εις την ενάγουσα δια την ασφάλεια των συναλλαγών των) σε τρίτους μη αναγραφόμενους εις το σώμα της επιταγής παρά μόνον σε γνωστούς τους πελάτες που έχουν συναλλαγές με την τράπεζα και εν προκειμένω ο πρώτος εναγόμενος από πολλών ετών διατηρούσε λογαριασμόν εις την τρϊτην εναγομένη, εθεωρείτο δε "πελάτης καλής πίστεως", συμφώνως και προς την κατάθεση του διευθυντού του υποκαταστήματος της εις την πόλη του Βόλου.
Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα δύο και πλέον έτη μετά την, ως ισχυρίζεται, κλοπή και πλαστογραφία των επιταγών από τον πρώτον εναγόμενον, και αφού είχε συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου η ένδικη αγωγή υπέβαλε την 10-12-2001 την κατά του πρώτου εναγομένου "και παντός τρίτου υπευθύνου" μήνυση δια τα αδικήματα της κλοπής, της πλαστογραφίας κ.α.
μάλιστα κατόπιν αναφοράς εις τις προτάσεις των δευτέρας και τρίτης των εναγομένων. Εκ πάντων των ανωτέρων απεδείχθη ότι με την παραλαβή των επιταγών με τα ποσά των εξαγορών των μεριδίων ολοκληρώθηκε η διαδικασία εξαγοράς από την ενάγουσα των αμοιβαίων κεφαλαίων και επίσης η υποχρέωση της δευτέρας εναγομένης εταιρείας προς την μεριδούχον ενάγουσα και ως εκ τούτου έπαυσε και η σχέση προστήσεως μεταξύ του πρώτου και της δευτέρας των εναγομένων.
Επομένως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ της εναγούσης, του συζύγου της και του πρώτου των εναγομένων παρεδόθησαν από τους πρώτους στον τελευταίον οι επίδικες επιταγές, το ποσό των οποίων επληρώθη από την τρίτην εναγομένην τραπεζικήν εταιρείαν εις τον καλής πίστεως πελάτην της, τρίτον των εναγομένων και εν προκειμένω εγεννήθη νέα προσωπική - ιδιωτική διαφορά μεταξύ των".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η από 24-4-2000 ένδικη αγωγή για καταβολή αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την από 20-10-2003 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 170/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα της μη τέλεσης αδικοπραξίας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου- προστηθέντος από την δεύτερη εναγομένη- αναιρεσίβλητη, σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, τεκμηριώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα με τα παρατιθέμενα ανωτέρω πραγματικά επιχειρήματα, τα οποία συνήγαγε από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Ειδικότερα, σαφείς και πλήρεις είναι οι παραδοχές του Εφετείου ότι οι επίδικες επιταγές παραδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο από τη δικαιούχο αυτών (ενάγουσα) και, επομένως, δεν περιήλθαν στην κατοχή του με κλοπή (όπως στην ένδικη αγωγή αναφέρεται), καθώς και ότι οι υπογραφές που τέθηκαν σ’ αυτές στη θέση του οπισθογράφου δεν είναι προϊόν πλαστογράφησης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, όπως, επίσης στην αγωγή αναφέρεται, με βάση δε τις παραδοχές αυτές δεν πληρούται το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, την οποία και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Δεν απαιτείτο δε για την νομική πληρότητα της απόφασης η παράθεση και άλλων, εκτός των ανωτέρω, αιτιολογιών και ειδικότερα δεν απαιτείτο ο προσδιορισμός του χρόνου και τόπου κατάρτισης της πιο πάνω αναφερόμενης "μεταγενέστερης συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας, του συζύγου της και του πρώτου των εναγομένων για παράδοση των επίδικων επιταγών", αφού κρίσιμο εν προκειμένω γεγονός είναι η (αποκλείουσα την κλοπή) παράδοση των επίδικων επιταγών και δεν ενδιαφέρει ο χρόνος και ο τόπος κατάρτισης της συμφωνίας για την παράδοσή τους.
Περαιτέρω, ενόψει της πιο πάνω παραδοχής, αναφορικά με τη συμφωνία της ενάγουσας (και του συζύγου της) για την παράδοση των επίδικων επιταγών στον πρώτο εναγόμενο δεν είναι ουσιώδες ζήτημα αν η ενάγουσα αυτοπροσώπως ή δια του συζύγου της τις παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο και κατά συνέπεια η επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα αντίφαση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκ του ότι σε ένα σημείο δέχεται ότι "τις προδιαληφθείσες επιταγές παρέδωσε η ενάγουσα εις τον πρώτον εναγόμενον" και σε άλλο ότι αυτές (επιταγές) "παρεδόθησαν από τους δύο συζύγους στον πρώτο εναγόμενο" δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης από τον αριθμ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος Η επιταγή του άρθρου 340 εδ. β’ ΚΠολΔ., σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθηση του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσκομισθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί από αυτούς, η παράλειψη δε του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο ως άνω έκτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, διότι δεν προσδιορίζει τα αποδεικτικά μέσα από το οποίο άντλησε το αποδεικτικό της πόρισμα, είναι απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό της, ότι η ένδικη αγωγή της ως προς τον πρώτο εναγόμενο- εφεσίβλητο έπρεπε να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν λόγω του τεκμηρίου ομολογίας που συνάγεται από την ερημοδικία του κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 271 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του από το ν. 2915/2001.
Επίσης, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. α’ του ίδιου άρθρου προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα δέχθηκε, α) ότι "με την παραλαβή των επιταγών με τα ποσά των εξαγορών των μεριδίων ολοκληρώθηκε η διαδικασία εξαγοράς..
και ως εκ τούτου έπαυσε και η σχέση πρόστησης μεταξύ του πρώτου και της δευτέρας των εναγομένων" και β) ότι "οι υπογραφές που τέθηκαν στις επίδικες επιταγές, στη θέση του οπισθογράφου, είναι δικές της", χωρίς όμως οι αναιρεσίβλητοι να προτείνουν σχετικούς ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του αφορά αποκλειστικά τον πρώτο αναιρεσίβλητο ως προς τον οποίο η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, κατά τα ανωτέρω, ως απαράδεκτη και κατά συνέπεια δεν υπάρχει στάδιο έρευνάς του.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του (που αφορά και τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων), είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικά περιστατικά και επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας που αντλήθηκαν από τις αποδείξεις.
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, για το παραδεκτό του λόγου αναίρεσης, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της πρότασης αυτής, εκτός αν πρόκειται, α) για παράβαση η οποία δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό ο οποίος αφορά την δημόσια τάξη.
Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά την δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
ΑΠ 15/2000). Η ως άνω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση την οποία όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ο αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, ο οποίος είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, ισχυριζομένη με το αναιρετήριο, ότι στην προκειμένη υπόθεση έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ΚΠολΔ όπως ίσχυαν πριν το ν. 2915/2001, αφού η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής της είχε προσδιορισθεί να γίνει πριν την ισχύ του νόμου αυτού (1-1-2002), προσάπτει στο Εφετείο τις ακόλουθες αιτιάσεις:
Με το δεύτερο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος, (υπό στοιχεία Β1,3), από τον αριθ.11 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι έλαβε υπόψη. για τη διαμόρφωση του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματός του, με βάση το οποίο απέρριψε την ένδικη αγωγή της, ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις υπ’ αριθ.45 και 46/22-1-2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη, (τις οποίες και το Πολυμελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη) καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, χωρίς να εκδοθεί μη οριστική απόφαση για αποδείξεις, κατ’ άρθρο 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον ως άνω ν. 2915/2001.
Επίσης, με τον πέμπτο λόγο, ο οποίος ως εκ του περιεχομένου του αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθ.13 που αναφέρεται στο αναιρετήριο), ψέγει το Εφετείο, διότι δεν κήρυξε ακυρότητα της αποδεικτικής διαδικασίας, καθόσον τόσο το Πολυμελές Πρωτοδικείο όσο και το ίδιο (με την μη οριστική 927/2005 απόφασή του) δεν διέταξαν αποδείξεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 341 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το ν. 2915/2001.
Οι λόγοι αυτοί είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αν ο ως άνω ισχυρισμός περί εφαρμογής των δικονομικών διατάξεων που ίσχυαν πριν το ν. 2915/2001, (που στηρίζει τους λόγους), προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ο χρόνος πρότασής του και επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, από την επισκόπηση της από 20-10-2003 έφεσης της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η τελευταία δεν προέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχετικό ισχυρισμό. Κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κατά την τακτική διαδικασία, όπως η προκειμένη, δεν επιτρέπεται η λήψη υπόψη ως αποδεικτικών μέσων τέτοιων ενόρκων βεβαιώσεων που έγιναν χωρίς την πιο πάνω κλήτευση, τούτο δε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, γιατί αναφέρεται στη νομιμότητα του αποδεικτικού μέσου.
Η κρίση του δικαστηρίου για τη λήψη ή μη αποδεικτικού στοιχείου, λόγω νόμιμης ή μη κλήτευσης του αντιδίκου, αντιστοίχως, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί ανάγεται σε κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η παράλειψη όμως του δικαστηρίου να βεβαιώσει στην απόφασή του ότι τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις δεν ιδρύει τον από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (περ.
β) λόγο, καθόσον, αν στην απόφαση δεν βεβαιώνεται το αντίθετο θεωρείται ότι αυτές έχουν ληφθεί κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (Ολ ΑΠ. 2/2008) . Επομένως, ο ως άνω δεύτερος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του (υπό στοιχεία Β2), με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμ.11 περ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι έλαβε υπόψη τις προαναφερθείεσες υπ’ αριθ. 45, 46/22-1-2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη χωρίς να βεβαιώνεται αν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις για τη λήψη τους, είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρ. 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ’ αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
β’ του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρ. 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρ. 524§1εδ.β ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.
Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων. Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 240 ΚΠολΔ.
Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η επίκληση στην κατ’ έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα τμήματα των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (Ολ ΑΠ 23/2008).
Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 839/2010 ΑΠ 1058/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμ 11 περ. β’ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως το περιεχόμενό του εκτιμάται, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της όλα τα έγγραφα που προσκόμισε η δεύτερη αναιρεσίβλητη και είχε επικαλεσθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις της, χωρίς ωστόσο να τα επικαλεσθεί νόμιμα και με τις προτάσεις της στο Εφετείο, αφού σ’ αυτές δεν γίνεται σαφής και εξειδικευμένη αναφορά στα αντίστοιχα έγγραφα, αλλά απλή παραπομπή στο περιεχόμενο των πρωτόδικων προτάσεών της, που ενσωματώθηκαν στις εφετειακές προτάσεις της.
Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το σχετικό απαράδεκτο, προτάθηκε από την αναιρεσείουσα στο Εφετείο, με δεδομένο ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση του απαραδέκτου αυτού απευθείας στον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα, δεν πρόκειται για απαράδεκτο που αφορά τη δημόσια τάξη, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα για παράβαση την οποία η αναιρεσείουσα μπορούσε να προτείνει με την προσθήκη έστω των προτάσεών της στο Εφετείο, έχοντας, σε κάθε περίπτωση, τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αντίστοιχων προτάσεων της αντιδίκου της και, συνεπώς, να αντιληφθεί την έλλειψη νόμιμης, κατά τα προεκτεθέντα, επίκλησης απ’ αυτήν των εγγράφων που προσκόμισε.
Από τις διατάξεις των άρθρων 339, 432 επ. και 440 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απόφαση που εκδόθηκε επί άλλης δίκης κατά την ποινική διαδικασία έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο δεσμευτική δύναμη, όπως ως προς τις βεβαιώσεις πραγμάτων και τις διατάξεις που περιέχει. Δεν είναι, όμως έγγραφο, αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τις αιτιολογίες της, διότι, μεταξύ άλλων, τα βεβαιούμενα υπ’ αυτής περιστατικά δεν συνέβησαν κατά την παρά του δικαστικού λειτουργού σύνταξή της, ως δημοσίου εγγράφου. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δεν δέχθηκε πλήρη αποδεικτική δύναμη από την τελεσίδικη 743/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, (που εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της 3892/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου) ως προς τα αναφερόμενα στις αιτιολογίες της περιστατικά της διάπραξης εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου των πράξεων της κλοπής και πλαστογραφίας των επίδικων επιταγών και της απάτης δια της χρήσης αυτών, αλλά, αφού εκτίμησε την απόφαση αυτή ελευθέρως μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, έκρινε ότι δεν διαπράχθηκαν οι εν λόγω αξιόποινες πράξεις, δεν υπέπεσε στην από τον αριθ.. 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο με αυτή διατυπούμενος λόγος αναίρεσης της παραμόρφωσης του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται όταν το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπήρξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο απότοκο λανθασμένης απ’ αυτό ανάγνωσης αποδεικτικού κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ. εγγράφου, με αποτέλεσμα να αποδοθεί σε αυτό περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό. Επομένως, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στην περίπτωση της εσφαλμένης, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας περιεχόμενου εγγράφου, αφού αυτή εμπίπτει στην, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το ίδιο δικαστήριο πραγματικών γεγονότων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση της παραμόρφωσης των ως άνω υπ’ αριθμ. 3892/2002 και 743/2004 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, αντίστοιχα, διότι δέχθηκε περιστατικά εντελώς αντίθετα από τις εν λόγω ποινικές αποφάσεις με τις οποίες ο πρώτος εναγόμενος καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις της κλοπής των επίδικων επιταγών και της πλαστογράφησης της υπογραφής της στη θέση του οπισθογράφου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβάλλεται εσφαλμένη ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά η συναγωγή από αυτά, με (εσφαλμένη κατά την αναιρεσείουσα) εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που υποστηρίζει ως ορθό η τελευταία. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί (και όσον αφορά τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων).
Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2), καθώς ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Μ. συζύγου Ν. Σ. για αναίρεση της 566/2008 οριστικής απόφασης (και της συμπροσβαλλόμενης με αυτή μη οριστικής 927/2005) του Εφετείου Λάρισας καθώς και της 170/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την καθεμία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ