Supreme Court dismisses appeal against land ownership confirmation after forced expropriation for farmer rehabilitation. The court rejects arguments regarding forest land status. The court rules that administrative bodies cannot re-examine expropriation facts. The court holds that administrative bodies lack authority to re-examine expropriation facts once ownership is confirmed. The court concludes that administrative bodies cannot re-examine expropriation facts after ownership transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Court of Appeal's decision confirming the plaintiff's ownership of land acquired through forced expropriation for farmer rehabilitation. The State argued the land was originally forest land and the lower court erred in applying specific agricultural codes, while the plaintiff maintained the administrative transfer of title was valid. The court ruled that since the administrative bodies had already determined the land's status and transferred ownership, they cannot re-examine these facts, rendering the State's legal arguments based on the land's original classification inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 91, 93, 193 of the Agricultural Code; Article 15 of Law 1734/1987; Article 51 of the Entry Law; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: Once administrative bodies confirm the status of expropriated land and transfer ownership, they lack the authority to re-examine these facts, and private parties cannot challenge the resulting ownership title based on the land's prior classification.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 826/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Αδαμόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65ΤΜ/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο με την από 9/12/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 11/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων του Αγροτικού Κώδικα, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ/γμα 29.10/6-12-1949 συνάγονται τα εξής: Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση αγροτικών ακινήτων, που ανήκουν σε νομικά ή φυσικά πρόσωπα για τη γεωργική αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών (άρθρο 1). Μετά την απαλλοτρίωση και όσο διαρκεί η διαδικασία της αποκατάστασης το Δημόσιο γίνεται κύριο των αγροτικών ακινήτων κατά πρωτότυπο τρόπο, παραδίδει δε αυτό το ίδιο τα ακίνητα στον αρμόδιο φορέα (ΣΑΑΚ ή ΕΑΠ) προς διαχείριση που συνήθως περιλαμβάνει το στάδιο της προσωρινής διανομής (άρθρο 91) και το στάδιο της οριστικής διανομής (άρθρο 93) και τέλος τα ακίνητα αυτά, που έχουν προσλάβει τη μορφή κλήρων, τα παραχωρεί στους αποκαθιστάμενους.
Καθένας από αυτούς, αποκαλούμενος κληρούχος, αποκτά την κυριότητα του κλήρου, με τη μεταγραφή του οικείου, παραχωρητηρίου (άρθρο 193), την αποκτά δε και αυτός κατά τρόπο πρωτότυπο. Από την παραχώρηση των τεμαχίων στον κληρούχο και μέχρι την έκδοση του παραχωρητηρίου, η μεν κυριότητα παραμένει στο Δημόσιο, ο δε κληρούχος, που ονομάζεται προσωρινός κληρούχος, έχει το δικαίωμα της πλήρους διαχείρισης και κάρπωσης των τεμαχίων, το οποίο αποτελεί ιδιώνυμο εμπράγματο δικαίωμα ή οιονεί επικαρπία.
Περαιτέρω στη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 3147/ 2003 (Α' 135/5.6.2003), ορίζεται ότι: "Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του Ν. 1734/1987 (που αναφέρεται σε κοινόχρηστες και διαθέσιμες εκτάσεις του αγροτικού κώδικα), ο χαρακτηρισμός από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων και τις Επιτροπές Οριστικών Διανομών, ως προς τη μορφή των εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο διανομής, σύμφωνα με τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, είναι έγκυρος και δεσμευτικός και δεν επανεξετάζεται από τα όργανα της Διοίκησης.
Εκτάσεις στις οποίες έγινε κτηνοτροφική αποκατάσταση και χαρακτηρίστηκαν από τις Επιτροπές Απαλλοτριώσεων ως χερσολίβαδα της παραγράφου 2 του άρθρου 45 του Ν. 4173/1929 (ΦΕΚ 205 Α') υπάγονται στις εκτάσεις που αναφέρονται στην περίπτωση β της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του Συντάγματος, η απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων δεσμεύει τα αρμόδια δασικά όργανα ως προς το ζήτημα της κυριότητας της έκτασης και ως προς το είδος της επιτρεπόμενης χρήσης, για την οποία είχε αρχικώς γίνει η αποκατάσταση με την απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα περιστατικά "Το επίδικο ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 10.938 τ.μ., βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του αγροκτήματος Ι. Μ. Ζωοδόχου Πηγής Άνδρου, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του χωριού ...
του ομώνυμου δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου Υδρούσας Άνδρου. Το εν λόγω ακίνητο συντίθεται από τρία τεμάχια, όπως αυτά απεικονίζονται με τα αριθμητικά στοιχεία (1), (2) και (3) στο προσαρτημένο στην αγωγή από Νοεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου- τοπογράφου μηχανικού Γ. Α. Κ., ... Το ως άνω όλο ακίνητο των 10.398 τ.μ.
περιήλθε στον ενάγοντα Ε. Κ. ως ακολούθως: α) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα λόγω πωλήσεως εκ μέρους του πατέρα του Ι. Κ. του Α., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../9-9-1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Άνδρου Αναστασίου Φ. Δημητρίου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα και β) το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής από τον πιο πάνω τον πατέρα του, ο οποίος παρακράτησε ισόβια την επικαρπία του ως άνω ιδανικού μεριδίου του ακινήτου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../9-9-1993 συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει επίσης μεταγραφεί νόμιμα.
Ήδη δε μετά την απόσβεση της επικαρπίας λόγω του επελθόντος στις 13-1-1998 θανάτου του πατέρα του και την αυτοδίκαιη επιστροφή αυτής στην ψιλή κυριότητα, ο ενάγων απέκτησε το ως άνω ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα. Το ακίνητο αυτό είχε παραχωρηθεί με την υπ' αριθμ. 7/1955 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κυκλάδων, σε μείζονα έκταση 13.250 τ.μ., στον ανωτέρω δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι.
Κ. για την αγροτική του αποκατάσταση, κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Άνδρου, αποτελούμενο από δύο τεμάχια και δη τα υπ' αριθμ. 338 και 339, εμβαδού 7.062 τ.μ. και 6.183 τ.μ. αντίστοιχα, όπως αυτά απεικονίζονται στο από 31-8-1961 επίσημο σχεδιάγραμμα της Δ/νσης Τοπογραφικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Γεωργίας.
Για την παραχώρηση αυτή, μετά την κυρωθείσα με το ν.δ. 3784/1957 οριστική διανομή, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 317.379/25-9-1964 παραχωρητήριο του Υπουργείου Γεωργίας (Δ/νση Εποικισμού), το οποίο μετεγράφη στα βιβλία μεταγραφών του ... Στο παραχωρητήριο αυτό, με το οποίο ο ως άνω κληρούχος απέκτησε την κυριότητα του κλήρου πρωτοτύπως από το μέχρι τότε κύριο αυτού Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, τα δύο τεμάχια του παραχωρηθέντος κλήρου περιγράφονται, το μεν υπ' αριθμ. 338 ως αγρός ποτιστικός, το δε υπ' αριθμ. 339 ως αγρός.
Τα δύο αυτά αγροτεμάχια μετεξελίχθηκαν σε τρία και έλαβαν τη μορφή και την έκταση που περιγράφεται παραπάνω, μετά την κατά το έτος 1996 αλλαγή στη χάραξη της επαρχιακής οδού Χώρας-Γαυρίου, η οποία, ενώ προηγουμένως διαχώριζε την όλη έκταση των 13.250 τ.μ. σε δύο τεμάχια, απέκοψε το υπ' αριθμ. 3 τεμάχιο από το υπ' αριθμ. 2, με επακόλουθο το διαχωρισμό της έκτασης σε τρία πλέον τεμάχια, ενώ η διαπλάτυνση τόσο της εν λόγω επαρχιακής οδού, όσο και των εφαπτόμενων στα τρία αγροτεμάχια οδών, μείωσε τη συνολική επιφάνεια της έκτασης, που ανέρχεται πλέον σε 10.938 τ.μ.
Εξάλλου, την επίδικη έκταση νεμήθηκε ο ενάγων με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δυνάμει των πιο πάνω τίτλων από την κατά το έτος 1993 προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας και παράδοση της νομής, από κοινού μεν με τον επικαρπωτή κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου πατέρα του, μετά δε το θάνατο του τελευταίου κατά το έτος 1998 μόνος ο ίδιος, ως αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου, συνεχώς και αδιαλείπτως έως και την άσκηση της αγωγής, ασκώντας σ' αυτήν τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό της και συγκεκριμένα προβαίνοντας στην καλλιέργεια της με σιτάρι, κριθάρι κ.λ.π., στην περιποίηση της (όργωμα, λίπανση), στη χρησιμοποίηση της για τη βόσκηση αιγοπροβάτων, στην περίφραξη και τον καθαρισμό της, στην τοπογράφηση της από μηχανικό και στην εποπτεία και φύλαξη της.
Τις ίδιες δε πράξεις νομής ασκούσε στην επίδικη έκταση συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Ι. Κ., χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανένα, από την κατά το έτος 1964 έκδοση του υπ' αριθμ. 317.379/25-9-1964 παραχωρητηρίου του Υπουργείου Γεωργίας και τη μεταγραφή αυτού, χρόνος κατά τον οποίο ο ίδιος απέκτησε την κυριότητα του κλήρου από το μέχρι τότε κύριο αυτού Ελληνικό Δημόσιο και από τον οποίο άρχισε να νέμεται τούτο με τα προσόντα της χρησικτησίας.
Επομένως, κατά τα προαναφερόμενα, ο ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος Ε. Κ. κατέστη κύριος και των τριών επιδίκων τμημάτων που απαρτίζουν το όλο ακίνητο, δυνάμει των ανωτέρω τίτλων κτήσεως, και σε κάθε περίπτωση με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του τον αντίστοιχο χρόνο νομής του αμέσου δικαιοπαρόχου του.
Κατά το έτος 2000 όμως η Δ/νση Δασών Ν. Κυκλάδων της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με την υπ' αριθμ. 1143/12-4-2000 πράξη χαρακτηρισμού, χαρακτήρισε το ανωτέρω, αποτελούμενο από τα τρία επιμέρους αγροτεμάχια, επίδικο αγροτικό ακίνητο ως δασική έκταση, στη' συνέχεια δε, με το υπ' αριθμ. πρωτ. 3560/17-10-2000 έγγραφο της χαρακτήρισε το ίδιο ακίνητο ως έκταση που "διαχειρίζεται ως δημόσια".
Τέλος, με το από 8-1-2004 έγγραφο της δασολόγου της Δ/νσης Δασών Π.Ν. Αιγαίου Α. Δ. χαρακτηρίζεται και πάλι ο κατά τα άνω παραχωρηθείς γεωργικός κλήρος ως δασική έκταση σε ποσοστό 70-80%, και μάλιστα τα μεν περιγραφέντα ανωτέρω υπ' αριθμ. 1 και 2 τμήματα αυτού ως "ανέκαθεν δασικής μορφής", το δε υπ' αριθμ. 3 ότι "παρουσίαζε στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας κατά το παρελθόν (κυρίως το 1945)".
Με τις ενέργειες αυτές των αρμοδίων οργάνων του το εναγόμενο- εφεσίβλητο εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητα του ενάγοντος- εκκαλούντος- εφεσίβλητου Ε. Κ. επί του επιδίκου, την οποία αυτός απέκτησε, όπως προαναφέρθηκε, παραγώγως, με αδιάκοπη σειρά τίτλων από το έτος 1964, αλλά και πρωτοτύπως (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), με συνεχή και αδιάλειπτη νομή και κατοχή, με την προσμέτρηση στο δικό του χρόνο και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του.
Σύμφωνα όμως με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 1 του ν. 3147/ 2003, η υπ' αριθμ. 7/1955 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων, με την οποία παραχωρήθηκε ο επίδικος αγροτικός κλήρος στο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Ι. Κ. κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Άνδρου για την αγροτική του αποκατάσταση, δεσμεύει τα αρμόδια δασικά όργανα ως προς το ζήτημα της κυριότητας της έκτασης, κατά τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, προς απόκρουση της κατ' αυτού αναγνωριστικής της κυριότητας του ενάγοντος αγωγής, πρόβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως λόγο της υπό κρίση εφέσεως του, τον ισχυρισμό ότι το ίδιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, που βρίσκεται στη νήσο Άνδρο των Κυκλάδων: 1) δικαιώματι πολέμου και βάσει των με ημερομηνία 3 Φεβρουαρίου, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/ 1 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832, με τα οποία αναγνωρίστηκε η Ελλάδα ως ανεξάρτητο Κράτος, 2) ως αείποτε αδέσποτο, 3) βάσει των διατάξεων των άρθρων 1, 2 και 3 του από 17/29.11.1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", ενόψει του ότι τούτο ήταν τουλάχιστον από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και μέχρι σήμερα δασική έκταση της παρ. 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, και οι τυχόν πρώην ιδιοκτήτες του δεν προσήγαγαν μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (ήτοι μέχρι την 30-11-1837) τους τυχόν νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους στη Γραμματεία επί των Οικονομικών για αναγνώριση, 4) ως ανέκαθεν χορτολιβαδική έκταση και 5) με τακτική και έκτακτης χρησικτησία.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί η κυριότητα του στους ανωτέρω υπ' αριθμ. 1-4 λόγους (και ανεξαρτήτως της νομιμότητας ενός εκάστου από αυτούς), αλυσιτελώς προβάλλεται και πρέπει να απορριφθεί, ενόψει του ότι είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι το ίδιο είχε αποκτήσει, και μάλιστα πρωτοτύπως, την κυριότητα του επιδίκου κλήρου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, στη συνέχεια δε αποξενώθηκε από αυτήν με την έκδοση του προαναφερθέντος παραχωρητηρίου στο όνομα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος κληρούχου και τη μεταγραφή αυτού, χρόνος κατά τον οποίο ο τελευταίος κατέστη κύριος αυτού, επίσης πρωτοτύπως.
Τέλος, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με τακτική χρησικτησία -ο οποίος συνιστά ένσταση ως προς τον επικαλούμενο με την αγωγή παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας, αλλά και τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης αυτής, ενώ αιτιολογημένη άρνηση αυτής ως προς τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο χρόνος (από το έτος 1964, αφετήριο της έκτακτης χρησικτησίας του ενάγοντος, έως την άσκηση της αγωγής) δεν είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας- πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, ενόψει του ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε καμία πράξη νομής επί του επιδίκου αγροτικού κλήρου μετά την 23-5-1968 (οπότε τέθηκε σε ισχύ ο α.ν. 431/1968 που επέτρεπε την κτήση της νομής του κληροτεμαχίου και συνακόλουθα την, με τη συνδρομή και των λοιπών νομίμων προϋποθέσεων, κτήση κυριότητας με χρησικτησία), ενώ οι μόνες ενέργειες που έλαβαν χώρα σε σχέση με αυτό είναι οι ανωτέρω πράξεις των αρμοδίων οργάνων του, που εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 2000-2004.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο ενάγων Ε. Κ. κατέστη κύριος του όλου επιδίκου ακινήτου, συντιθέμενου από τα τρία τεμάχια που περιγράφονται παραπάνω, τόσο κατά τρόπο παράγωγο, δυνάμει των ανωτέρω τίτλων κτήσεως, όσο και πρωτότυπο, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής του τον αντίστοιχο χρόνο του άμεσου δικαιοπαρόχου του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, συνεκδικάζοντας αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση του τελευταίου (ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη στο σύνολό της την αγωγή, Το αναιρεσείον, υπό την επίκληση του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ακολούθων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων 1) με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης των άρθρων 5, του μοναδικού άρθρου και του άρθρου 1 των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 αντίστοιχα, σε συνδυασμό με την από 9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως 2) με το δεύτερο λόγο του άρθρου 16 του Ν.21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" 3) με τον τρίτο λόγο του άρθρου 1 του Β.Δ/τος της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" 4) με τον τέταρτο λόγο κατά ένα μέρος τις διατάξεις του από 17/29-11-1836 Β.Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" 5) με τον πέμπτο λόγο του άρθρου 51 του Εισ.Νακ., των ν.8 παρ. 1 κωδ (7.39), ν.9 παρ. 1 Βασ. (50.14), ν.1 κωδ (7.31), 7 παρ. 12 κωδ (7.39), 14 κωδ (11.61) του ΒΡΔ., 18,21 του Ν.21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", κατά την απόρριψη των λόγων της έφεσης του με τους οποίους επανέφερε στο Εφετείο τον ισχυρισμό του περί της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με τους προαναφερόμενους τρόπους, τον οποίο είχε πρωτοδίκως προβάλλει, ως εναγόμενος, διατυπώνοντας παράπονα κατά της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν το σχετικό ισχυρισμό.
Περαιτέρω με το υπόλοιπο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του "ως αείποτε δασικό".
Όλοι οι λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι, καθ' όσον στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με την ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες, ώστε με την παράλειψη της εφαρμογής τους να υποπέσει στις επικαλούμενες αναιρετικές πλημμέλειες, αφού με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος με πρωτότυπο τρόπο, μετά την απαλλοτρίωση υπέρ αυτού ακινήτων τρίτων για την αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, από την οποία κυριότητα και αποξενώθηκε το 1964 με την μεταγραφή του εκδοθέντος παραχωρητηρίου υπέρ του κληρούχου, δικαιοπαρόχου του ενάγοντος στο οποίο τα δύο παραχωρηθέντα στον τελευταίο τεμάχια των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που αποτέλεσαν το επίδικο, χαρακτηρίζονται ως αγροί, τα όργανα δε της διοίκησης, όπως τα δασικά όργανα, δεσμεύονται ως προς την κυριότητα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και τη μορφή τους, όπως χαρακτηρίσθηκε από την αρμόδια επιτροπή της απαλλοτρίωσης και της οριστικής διανομής και δεν έχουν τη δυνατότητα επανελέγχου των στοιχείων αυτών, των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για τον προαναφερόμενο σκοπό.
Οι παραδοχές δε αυτές, που δεν προσβάλλονται με λόγο αναίρεσης, αποκλείουν την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, Το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3639/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.
Κ.Πολ.Δ. 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134.423/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 253/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ