Legislator Case Law & Legislation
826/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding expert opinion and procedural defects.

Case Number 826/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to order an expert opinion and incorrectly ruled on the vagueness of the lawsuit, but the court found these grounds inadmissible. The court held that the appeal lacked the necessary procedural prerequisites and did not demonstrate that specialized scientific knowledge was required for the expert opinion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 81(3), 82, 559, 562(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to order an expert opinion is inadmissible unless the lower court explicitly recognized the need for specialized scientific or artistic knowledge, and procedural defects regarding the presentation of arguments must have been formally raised in the lower instance.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility expert opinion requirement specialized scientific knowledge procedural defect presentation vagueness of lawsuit Code of Civil Procedure procedural prerequisites

Cited Legislation

AI generated
Articles 81(3) and 82 of the Code of Civil Procedure
Article 12 of Law 1337/1983
Articles 49(2) and (3) of Law 947/1979
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 826 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 826/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ν. συζ. Ι. Μ., το γένος Ι. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ηλιόπουλο και 2. Σ. συζ. Σ. Ρ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σακελλαρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 20-12-1999 αγωγή της Ν. Μ. (1η αναιρεσίβλητη), β) με την από 26-1-2001 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του Π. Π. (αναιρεσείων) και γ) με την από 22-2-2001 πρόσθετη παρέμβαση της Σ. Ρ. (2η αναιρεσίβλητη) που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9508/2001 μη οριστική, 2260/2007 οριστική, που στη συνέχεια διορθώθηκε με την 3909/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 4591/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2008 αίτησή του και με τους από 3-11-2009 και 16-12-2009 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 12-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης Σ. συζ. Σ. Ρ. το γένος Ν. Π., η οποία μετά από προσεπίκληση του εναγομένου - αναιρεσείοντος ως δικονομική εγγυήτρια άσκησε πρόσθετη υπέρ αυτού παρέμβαση στον πρώτο βαθμό και έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκτιμάται ως κλήση αυτής για να παραστεί στην παρούσα δίκη (βλ. άρθρα 81 παρ. 3 και 82 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.1337/1983 για επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων και οικιστική ανάπτυξη, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 49 §§2 και 3 του Ν. 947/1979 περί οικιστικών περιοχών, συνάγεται ότι με την κύρωση της πράξεως εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης οριστικοποιούνται οι αναφερόμενες σ' αυτήν εδαφικές μεταβολές σε συσχετισμό με τους φερόμενους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι από της μεταγραφής της αποκτούν πρωτοτύπως κυριότητα επί των αναγραφομένων ιδιοκτησιών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι οι πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που αποτέλεσαν τη βάση διαμορφώσεώς τους (ΑΠ 261/2003).

Εξάλλου κατά το άρθρο 12 §7α εδ. γ' του ίδιου Ν. 1337/1983, για τις ιδιοκτησίες που στις πράξεις εφαρμογής αναγράφονται με ελλιπή στοιχεία ή με την ένδειξη "άγνωστος", η καταχώρηση στη μερίδα των ιδιοκτητών γίνεται μετά από έκδοση διορθωτικής πράξης του οικείου Νομάρχη. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογίων, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το υπ' αριθμ. …/8-9-1967 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Σαλταβαρέα, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …/11-3-1970 πράξη εξοφλήσεως του τιμήματος του ίδιου συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα και τώρα εφεσίβλητη Ν.

Μ. (ήδη αναιρεσίβλητη), απέκτησε την κυριότητα, εξ αγοράς από τον αληθινό κύριό του Α. Λ., ενός αγροτεμαχίου, εκτάσεως 226,50 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και εμφαίνεται στο προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. …/1956 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Βαμβακά από Ιουλίου 1962 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Π.

Κ. υπό τα στοιχεία Ιβ. Το αγροτεμάχιο αυτό, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, είχε πρόσοψη ανατολικά επί προσώπου μέτρων 11,40 επί ιδιωτικής οδού, η οποία μετά την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο πόλεως ονομάζεται …, και συνόρευε προς νότο επί πλευράς 19,97 μέτρων με το υπό στοιχεία Ια αγροτεμάχιο, το οποίο ο Ν.

Π., απώτατος δικαιοπάροχος του εναγομένου και τώρα εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) και πατέρας της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσας και ήδη εκκαλούσας Σ. Π.-Ρ., είχε αγοράσει από τον ίδιο παραπάνω πωλητή Α. Λ., με το υπ' αριθμ. …/6-9-1965 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Μιχαήλ Βαμβακά, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το τελευταίο αυτό ακίνητο ήταν γωνιακό με ανατολική πρόσοψη επί πλευράς μέτρων 11,40 επί της παραπάνω ιδιωτικής οδού (μετέπειτα …) και νότια πρόσοψη επί πλευράς μέτρων 19,90 επί της κοινοτικής οδού, που μετέπειτα ονομάστηκε … . Η περιοχή που βρίσκονται τα δύο παραπάνω ακίνητα, εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως με το από 11-8-1987 Π.

Δ/γμα εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής "…" … (ΦΕΚ 859Δ/8-9-1987), και ακολούθως, με την υπ' αριθμ. 9990/Τ-156/26-4-1988 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, κυρώθηκε η υπ' αριθμ. 1η πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου στην παραπάνω περιοχή. Η απόφαση αυτή μεταγράφηκε νόμιμα στις 29-9-1988 και 6-10-1988 στα Υποθηκοφυλακεία Χαλανδρίου και Αμαρουσίου αντίστοιχα στον τόμο … και … και με αυξ.

αριθμ. 78 και 398 αντίστοιχα. Με την ένταξη στο σχέδιο πόλεως, η οδός … διαπλατύνθηκε και απέκτησε πλάτος 16 μέτρων, με αποτέλεσμα τη ρυμοτόμηση μεγάλου τμήματος του οικοπέδου του απώτατου δικαιοπαρόχου του εναγομένου-εκκαλούντος Ν. Π., που καθίστατο μη άρτιο. Μετά από ένσταση του τελευταίου μεταβλήθηκαν, με την παραπάνω πράξη εφαρμογής, οι θέσεις των ιδιοκτησίων των διαδίκων, ώστε το μεν οικόπεδο του Ν.

Π. παρέμεινε γωνιακό επί των οδών … και …, αλλά με αύξηση της προσόψεώς του επί της οδού …, επί της οποίας έχει πλέον πρόσοψη 21,47 μέτρα, αντί 11,40 μέτρα που είχε προηγουμένως και μείωση της προσόψεώς του επί της οδού …, επί της οποίας έχει πλέον πρόσοψη 9,50 μέτρα, αντί 19,90 μέτρα που είχε, το δε οικόπεδο της ενάγουσας-εφεσίβλητης μεταφέρθηκε και κατέστη όμορο προς δυσμάς του οικοπέδου Ν.

Π. με πρόσοψη 9,05 μέτρων επί της οδού … . Το νέο αυτό οικόπεδο της εφεσίβλητης, μετά την κύρωση της διορθώσεως της πράξης εφαρμογής, με την υπ' αριθμ. 10462/1304/16-7-1999 απόφαση της Νομαρχίας Αθηνών-Τομέας Ανατολικής Αθήνας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως προς τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του (ήτοι της εφεσίβλητης), που εφέρετο ως άγνωστος, βρίσκεται στο υπ' αριθμ.

… Οικοδομικό Τετράγωνο του Δήμου … Αττικής, έχει αριθμό 50, κτηματολογικό αριθμό 021050, επιφάνεια 203 τ.μ. και κατά νεότερη καταμέτρηση 193,85 τ.μ., εμφαίνεται στο από Σεπτεμβρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονος μηχανικού Μ. Τ. με τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει, σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα, βορειοανατολικά επί πλευράς Γ-Δ μέτρων 9,50 με ιδιοκτησία Σ.

Π., νοτιοανατολικά επί πλευράς Β-Γ μέτρων 20,90 με ιδιοκτησία εναγομένου, νοτιοδυτικά επί πλευράς Α-Β μέτρων 9,05 με την οδό …, επί της οποίας φέρει τον αριθμό 49 και βορειοδυτικά επί πλευράς Α-Δ μέτρων 20,90 με ιδιοκτησία Κ.. Το έτος 1989 ο Ν. Π., με τα υπ' αριθμ. … και …/29-6-1989 συμβόλαια της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σταυροπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μετεβίβασε το παραπάνω οικόπεδό του, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά θέση, όρια και έκταση με την πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, λόγω πωλήσεως, στο γαμπρό του Σ.

Ρ., και κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου, λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα του Σ. Π. σύζ. Σ. Ρ., άμεση δικαιοπάροχο του εναγομένου-εκκαλούντος και προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσα-εκκαλούσα. Οι νέοι αυτοί κύριοι του οικοπέδου Σ. Ρ. και Σ. Π.-Ρ., εξέδωσαν το έτος 1989 την υπ' αριθμ. …/20-7-1989 οικοδομική άδεια και άρχισαν βάσει αυτής να ανεγείρουν στο παραπάνω οικόπεδό τους διώροφη οικοδομή με υπόγειο, που έφτασε στο στάδιο των επιχρισμάτων.

Οι παραπάνω πώλησαν το ακίνητό τους (οικόπεδο και ημιτελή οικοδομή) στην Ε. Μ., με το υπ' αριθμ. …/8-9-1993 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Στυλιανής Δημητρέλλου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η τελευταία, με το υπ' αριθμ. …/31-7-1995 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίας Σταυροπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε εκ νέου το παραπάνω ακίνητο στην εκκαλούσα-προσθέτως υπέρ του εναγομένου παρεμβάσα Σ.

Π.-Ρ., η οποία στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. …/18-2-1998 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σοφού, που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε στον εναγόμενο-εκκαλούντα Π. Π., αφενός μεν το παραπάνω ακίνητο (οικόπεδο και ημιτελή οικοδομή), που πράγματι της ανήκε κατά κυριότητα, αφετέρου δε και το συνεχόμενο προς δυσμάς ακίνητο της εφεσίβλητης, δηλώσασα στο συμβόλαιο ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα και του ακινήτου αυτού με έκτακτη χρησικτησία, που άρχισε το έτος 1964, όταν ο πατέρας της Ν.

Π. το κατέλαβε ως αγνώστου ιδιοκτήτη και το ενέμετο έκτοτε, με διάνοια κυρίου, συνεχώς μέχρι και το έτος 1985 που το εδώρησε άτυπα σ' αυτήν, η οποία συνέχισε να το νέμεται με τα ίδια προσόντα μέχρι και την κατά τα παραπάνω μεταβίβασή του στον εναγόμενο. Τον ίδιο ισχυρισμό, διαφοροποιημένο ως προς το χρόνο έναρξης της χρησικτησίας, προέβαλε και ο εναγόμενος πρωτοδίκως, ότι δηλαδή απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου οικοπέδου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον τόσο αυτός όσο και οι δικαιοπάροχοί του Ν.

και Σ. Π. ενέμοντο αυτό με διάνοια κυρίου συνεχώς από το έτος 1965 έως και την άσκηση της αγωγής το έτος 1999. Όμως τα όσα ο εναγόμενος επικαλείται αναφορικά με τη νομή των παραπάνω δικαιοπαρόχων του στο επίδικο οικόπεδο δεν αποδείχθηκαν. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη, αφότου καταρτίστηκε το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. 620/8-9-1967 συμβόλαιο αγοράς του ακινήτου της, παρέλαβε τη νομή του από τον έως τότε κύριο αυτού Α.

Λ., ο οποίος το είχε περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, και έκτοτε άσκησε σ' αυτό με διάνοια κυρίου όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ως οικοπέδου διακατοχικές πράξεις, όπως επισκέψεις κατά τακτά χρονικά διαστήματα, συλλογή ελαιοκάρπου από το υπάρχον σ' αυτό ελαιόδενδρο, μάζεμα χόρτων, επίβλεψη, καθάρισμα, οριοθέτηση και επισκευή της περίφραξής του.

Επίσης η εφεσίβλητη υπέβαλλε ανελλιπώς τις κατά νόμο δηλώσεις ακίνητης περιουσίας, στις οποίες συμπεριελάμβανε και το επίδικο οικόπεδο. Μετά την κατά τα παραπάνω γενόμενη με την πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου μετατόπιση του οικοπέδου της επί της οδού …, η εφεσίβλητη συνέχισε να ασκεί παρόμοιας φύσεως διακατοχικές πράξεις, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθεί από τους εκάστοτε ιδιοκτήτες του ομόρου προς ανατολάς οικοπέδου των εκκαλούντων.

Συγκεκριμένα ο απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Ν. Π., που διατηρούσε φιλική γνωριμία με το σύζυγο της εφεσίβλητης, τον οποίο είχε γνωρίσει με αφορμή την αγορά των οικοπέδων τους από τον ίδιο πωλητή Α. Λ., ουδέποτε αμφισβήτησε την κυριότητα της εφεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο, ούτε εξεδήλωσε πρόθεση καταπατήσεως του οικοπέδου της αυτού.

Αλλά και στη συνέχεια η Σ. Π. και ο σύζυγός της Σ. Ρ. κατά την ανέγερση της οικοδομής τους στο παραπάνω οικόπεδό τους αφενός μεν φρόντισαν να κτιστεί αυτή ακριβώς στο όριο των δύο οικοπέδων, χωρίς να αφήσοουν παράθυρα ή άλλα ανοίγματα προς την πλευρά του οικοπέδου της εφεσίβλητης, αφού στην πλευρά αυτή, ως εκ του συνεχούς οικοδομικού συστήματος, θα κολλούσε η μελλοντική οικοδομή που θα ανεγείρετο στο οικόπεδο της εφεσίβλητης, αφετέρου δε, έλαβαν την άδεια της εφεσίβλητης για προσωρινή εναπόθεση οικοδομικών υλικών και μπαζών, μέσα στο οικόπεδο της τελευταίας, τα οποία και απομάκρυναν.

Με την άδεια επίσης της εφεσίβλητης κατασκεύασαν κατά την ανέγερση της οικοδομής τους στην πρόσοψη του επιδίκου οικοπέδου τοιχίο, προκειμένου να προφυλάξουν τα οικοδομικά υλικά που εναπόθεταν σ' αυτό, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε η μάρτυρας της ενάγουσας Α. Μ., της οποίας μάλιστα η κατάθεση στο σημείο αυτό επιβεβαιώνεται εμμέσως και από την κατάθεση του μάρτυρος των εκκαλούντων 1, συζύγου της εκκαλούσας Σ.

Π.. Επιπλέον, σε όλα τα προαναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια, που αφορούν το ακίνητο των εκκαλούντων, ως και στα προσαρτημένα στα συμβόλαια αυτά τοπογραφικά διαγράμματα, αναγράφεται ότι το ακίνητό τους συνορεύει με το ακίνητο τα εφεσίβλητης Ν. Μ., πράγμα που ασφαλώς δεν θα ανεγράφετο εάν πράγματι η εκκαλούσα Σ.

Π. πίστευε ότι είχε αποκτήσει κυριότητα και επί του ακινήτου αυτού της εφεσίβλητης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία μάλιστα, κατά τους ισχυρισμούς της, είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο του πατέρα της Ν. Π. από το έτος 1984, ήτοι σε χρόνο πολύ προγενέστερο από την κατάρτιση των ως άνω συμβολαίων. Εξάλλου, η εκκαλούσα Σ.

Π., αναγνωρίζοντας την αναλήθεια της περί έκτακτης χρησικτησίας δηλώσεώς της στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, πράγμα που ήξερε και ο εκκαλών-εναγόμενος Π. Π., ζήτησε και έλαβε από τον τελευταίο, κατά την ημερομηνία καταρτίσεως του συμβολαίου αυτού, αντέγγραφο, υπό τη μορφή έγγραφης δηλώσεώς του με ημερομηνία 18-2-1998, με το οποίο αυτός της δηλώνει ότι δεν έχει ουδεμία απολύτως αξίωση αποζημιώσεως ή άλλη αξίωση από αυτήν (Σ.

Π.), σε περίπτωση που η χρησικτησία στο επίδικο ακίνητο ήθελε, για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, να αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε και ανατραπεί και ότι παραιτείται ανεπιφύλακτα οιωνδήποτε αξιώσεών του από την αμφισβήτηση ή ανατροπή της χρησικτησίας στο ανωτέρω ακίνητο, δεδομένου ότι δεν κατέβαλε τίμημα για το ακίνητο αυτό που αφορά η χρησικτησία, παρά μόνο για το οικόπεδο με την ημιτελή οικοδομή επί της οδού … 1 - … .

Μάλιστα η εκκαλούσα Σ. Π. για την παραπάνω δήλωσή της περί χρησικτησίας στο προαναφερόμενο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, καταδικάστηκε, κατόπιν μηνύσεως της εφεσίβλητης, για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας, σε φυλάκιση τριάντα (30) μηνών, με την υπ' αριθμ. 4517/2004 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών.

Από το γεγονός δε ότι η εφεσίβλητη υπέβαλε στις 24-6-1999 στην Πολεοδομία Αγ. Παρασκευής Αττικής την υπ' αριθμ. πρωτ. 10462/24-6-1999 αίτησή της, με την οποία ζήτησε, εκτός από τη διόρθωση της πράξεως εφαρμογής, και να της αναφέρουν την ακριβή θέση και την έκταση που έχει το οικόπεδό τους μετά τη μετατόπισή του επί της οδού …, δεν συνάγεται και ότι αυτή δεν γνώριζε που βρίσκεται το οικόπεδό της μετά την πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου και άρα ότι δεν ασκούσε πράξεις νομής σ' αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών-εναγόμενος.

Πολύ περισσότερο όμως δεν συνάγεται από την αίτηση αυτή ότι ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο με διάνοια κυρίου οι παραπάνω δικαιοπάροχοι του εναγομένου-εκκαλούντος. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της προβληθείσας από τον εναγόμενο-εκκαλούντα πιο πάνω ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου οικοπέδου, ούτε, συνεπώς, η εκ των υστέρων κατάλυση της κυριότητας της εφεσίβλητης στο ακίνητο αυτό.

Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε η παραγώγως από αληθινό κύριο κτηθείσα κυριότητα της ενάγουσας-εφεσίβλητης και η μη κατάλυση εκ των υστέρων της κυριότητάς της από τον εναγόμενο και τους δικαιοπαρόχους του στο προαναφερόμενο ακίνητο που αποτέλεσε τη βάση διαμόρφωσης του επιδίκου πιο πάνω οικοπέδου επί της οδού …, από της μεταγραφής της προαναφερθείσας απόφασης του Νομάρχη που κύρωσε την πράξη εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου η ενάγουσα-εφεσίβλητη απέκτησε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, πρωτοτύπως κυριότητα επί του οικοπέδου αυτού.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία έκανε δεκτή την αγωγή και ως βάσιμη κατ' ουσία και αναγνώρισε την ενάγουσα αναιρεσίβλητη κυρία του επίδικου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς το ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, αφού διέλαβε πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν παρεβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού ειδικός τώρα έκρινε ότι οι ήδη διάδικοι ήσαν πραγματικοί κύριοι των ακινήτων που απετέλεσαν τη βάση διαμόρφωση τους και επομένως, ο δεύτερος λόγος του δευτέρου δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην ενάγουσα μολονότι μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, έγινε διόρθωση με την 10462/1304/16-7-1999 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως προς τα στοιχεία του ιδιοκτήτη του επιδίκου οικοπέδου που εφέρετο ως άγνωστος δεν παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 12 §7ε του Ν. 1338/1983 και επομένως ο περί του αντιθέτου μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης του πρώτου δικογράφου προσθέτων λόγων από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ. 2 και 270 παρ. 2 εδαφ. β' ΚΠολΔ όπως ίσχυαν μέχρι 1-1-2002, ήτοι πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001, οι οποίες καταλαμβάνουν την επίδικη διαφορά αφού η πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής είχε οριστεί για τις 19-2-2000, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ (όπως τότε ίσχυε) δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.

Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν λήφθηκαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη.

Συνεπώς, ως δικαστικά τεκμήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει και είχαν προσκομισθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων. Δεδομένου δε ότι οι μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν σε άλλη δίκη (πολιτική ή ποινική) ή ένορκες βεβαιώσεις που δεν λήφθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη, δεν αποτελούν ιδιαίτερες κατηγορίες αποδεικτικών μέσων, αλλά η χρησιμοποίηση τους ως δικαστικών τεκμηρίων γίνεται με την προσκόμιση και επίκληση των εγγράφων στα οποία αυτές περιέχονται, το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τις μνημονεύσει ειδικά, κατ' αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα έγγραφα, αλλά η μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν καλύπτει και αυτές, χωρίς μάλιστα κατά την αναφορά των εγγράφων να απαιτείται να γίνεται διάκριση μεταξύ εκείνων που λήφθηκαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και εκείνων που λήφθηκαν υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ειδικότερα: α) την …/30-6-2000 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρά του Α.

Δ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου και β) την …/2000 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρός του Α. Τ., οι οποίες, διατείνεται ο αναιρεσείων, "είτε θεωρηθούν ως ένορκες βεβαιώσεις ή ως δηλώσεις τρίτων για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, αν και προσκομίσθηκαν και έγινε νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις μου σε αυτό και αν και είχαν επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως με πληρότητα στα κατ' ιδίαν μέρη των προτάσεών μου αυτών αναπτύσσεται".

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού στο αναιρετήριο δεν διευκρινίζεται αν οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δόθηκαν ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, οπότε όμως δεν ήσαν νόμιμο επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ή αν προσκομίσθηκαν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οπότε θα έπρεπε να αναφέρεται ότι αυτές δόθηκαν στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης.

Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον συντρέχει η δεύτερη πιο πάνω περίπτωση, ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις παραπάνω σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ως τεκμήριο και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τις παραπάνω αναφερόμενες δύο ένορκες βεβαιώσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 338 §1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο διάδικος βαρύνεται με την απόδειξη μόνο των θεμελιωτικών της επιδίκου αξιώσεως ισχυρισμών του ή των διακωλυτικών της γέννησης ή καταργητικών της αξιώσεως του αντιδίκου των γεγονότων, περί των οποίων (και μόνον αν αμφισβητήσεων) υποχρεούται το δικαστήριο να διατάξει απόδειξη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 341 §2 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της με το άρθρο 14 §1 του Ν. 2915/2001. Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε αποδείξεις γι' αυτά, δεν ιδρύεται όπου κατά νόμο το δικαστήριο δεν υποχρεούται να διατάξει απόδειξη.

Τέτοια δε υποχρέωση δεν έχει το δικαστήριο και περί ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, εάν αυτός αποδεικνύεται δια των προαποδεικτικώς προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο 341 §1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.). Έτσι δεν διατάσσεται απόδειξη σε αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου αν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, ο τελευταίος δε προσκομίζει προαποδεικτικώς το μεταβιβαστικό συμβόλαιο και πιστοποιητικό μεταγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης του δευτέρου από 15-12-2009 δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (το οποίο καταλαμβάνει την επίδικη διαφορά, αφού η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στις 10-1-2000, και η πρώτη συζήτησή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ορίστηκε στις 19-2-2000, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 27-2-2001 οπότε και συζητήθηκε, ενώ η κατάργηση με το άρθρο 17 §2 του Ν. 2915/2001 του σχετικού λόγου αναίρεσης "δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" ισχύει για αγωγές που κατατίθενται από 1-1-2002 σύμφωνα με το άρθρο 15 Ν. 2943/2001), ότι το Εφετείο παρέλειψε να διατάξει αποδείξεις για τον τρόπο κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο είτε κατά παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν ήταν υποχρεωμένο να διατάξει αποδείξεις ως προς τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο από την ενάγουσα, αφού ο εναγόμενος επικαλούμενος κοινό απώτατο δικαιοπάροχο, δεν αμφισβητούσε την κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, η δε τελευταία είχε προσκομίσει προαποδεικτικώς το μεταβιβαστικό συμβόλαιο και το πιστοποιητικό μεταγραφής του.

Κατά μεν την §1 του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" κατά δε την §2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διάταξης της λέξης "ειδικές" αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσαι". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 §3 εδάφ. τελευταίο του Ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να διατάξει πραγματογνωμοσύνη αν και τη ζήτησε ο αναιρεσείων και απαιτούνταν ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης τοπογράφου μηχανικού και πολεοδόμου προκειμένου να γνωματεύσει για την ταυτότητα του διεκδικουμένου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης και στην απόφαση αυτή δεν υπάρχει παραδοχή ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 Κ.Πολ.Δ., εκτός των αναφερομένων σ' αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο Εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση και αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί πρωτοδίκως θα πρέπει να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός της αοριστίας είχε προταθεί με λόγο εφέσεως ή πρόσθετο λόγο εφέσεως, όπου δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση προσθέτων λόγων με τις προτάσεις.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε την ακυρότητα της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο η αοριστία της αγωγής από τον τότε εκκαλούντα και ηττηθέντα πρωτοδίκως εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο έφεσης, είναι απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος αφού από την επισκόπηση του εφετηρίου και των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι δεν έγινε σχετική πρόταση της αοριστίας της αγωγής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-10-2008 αίτηση και τους προσθέτους λόγους του Π. Π. του Α. για αναίρεση της 4591/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ