Supreme Court remands traffic accident case for retrial due to unclear reasoning on liability and causation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a fatal traffic accident involving a motorcycle and a car. The Court found the lower court's reasoning on liability and causation to be vague, insufficient, and contradictory concerning the speed of the vehicles and road dimensions. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges to ensure a proper examination of the legal issues.
Legislator headnote
AI generatedArticles 10 of the General Provisions of 1911, 297, 300, 330, and 914 of the Civil Code; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: A judgment is subject to cassation if the lower court provides unclear, insufficient, or contradictory reasoning regarding the existence or non-existence of negligence and the causal link between the driver's conduct and the accident.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 826 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 826/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Ελένη Μαραμαθά, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ....., 2) ....., 3) ......, 4) ........, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χατζηκωνσταντή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Δ. Τριανταφύλλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/3/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/336/42Ειδ.Δ/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 246/2006 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου στη Σάμο. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 25/2/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου λόγου
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. .....έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σάμου ....... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ1. Όμως, αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση συγκρούσεως οχημάτων, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του οχήματος που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού και της συγκρούσεως από την οποία προκλήθηκαν οι ζημίες.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας από τους οδηγούς αυτούς παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεων τούτων από τους οδηγούς δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του ατυχήματος.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 12 παρ. 1 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999) αυτός που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδιο στην κυκλοφορία, κατά δε το άρθρο 16 παρ.4 του ίδιου Κώδικα ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνση του κυκλοφορία, εκτός από περιστάσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν.
Τέλος, κατ' άρθρο 2 παρ.1 του ΚΟΚ έρεισμα είναι η πέραν του οδοστρώματος ακραία λωρίδα της οδού. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ. επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ανελέγκτως ότι το τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο θανατώθηκε ο Χ, έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "Στις 12-9-1999 και περί ώρα 16.00 ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) οδηγούσε το υπ' αριθμ. ...... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, που ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στη 2η εναγομένη ( αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, επί της οδού ...., με κατεύθυνση από ....
προς ...... Τον ίδιο χρόνο ο Χ, γιός των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών, ήδη αναιρεσειόντων, οδηγώντας τη χωρίς αριθμό κυκλοφορίας μοτοσικλέτα του εκινείτο στην ίδια οδό με τον εναγόμενο, με αντίθετη κατεύθυνση. Δηλαδή από ..... προς ...... Η παραπάνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως και έχει συνολικό πλάτος στο σημείο της σύγκρουσης 3.10 μ.
με έρεισμα στις δύο πλευρές του δρόμου πλάτους 0,80 μ. Στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του εναγομένου υπήρχε κάδος απορριμμάτων (1,05 μ. πλάτους), ο οποίος βρισκόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του στο έρεισμα του δρόμου και σε απόσταση 0,20 μ. από τον παρακείμενο τοίχο. Προσμετρώντας λοιπόν το πλάτος του αυτοκινήτου (1,60μ) στο πλάτος του κάδου (1,05μ) και στην απόσταση μεταξύ τοίχου και κάδου προκύπτει ότι απέμενε ελεύθερο οδόστρωμα (4,70-2,85) πλάτους 1,85 μ.
Ο οδηγός της μοτοσικλέτας, κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα επέπεσε στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου. Περί της ταχύτητας της μοτοσικλέτας σαφείς και κατηγορηματικές είναι οι καταθέσεις της μάρτυρος Γ1 στο ακροατήριο, όπου αναφερόμενη στον οδηγό της μοτοσικλέτας είπε "έφυγε με τρομακτικό θόρυβο.
Σκέφτηκα ότι θα σκοτωθεί και ξαφνικά άκουσα το μπάμ" και αυτή της ιδίας μάρτυρος στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου. Η ιδία μάρτυρας καταθέτοντας στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σάμου κατέθεσε ότι φεύγοντας ο θανών ακούστηκε ένα μαρσάρισμα πολύ δυνατό που την έκανε να πιάσει τα αυτιά της και να πεί "Παναγία μου πως τρέχει έτσι".
Αντίθετα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ταχύτητα του οχήματος του εναγομένου. Η μάρτυς Γ1, η οποία επισκέφθηκε τον τόπο του ατυχήματος μετά το ατύχημα κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο ήταν σταματημένο πριν τον κάδο απορριμμάτων και στο ρεύμα πορείας του. Ο μάρτυρας των εναγόντων ........, ο οποίος βρέθηκε στον τόπο του ατυχήματος 10 λεπτά μετά σύγκρουση κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο του εναγομένου βρισκόταν δίπλα στον κάδο απορριμμάτων, οπότε αυτό είχε καταλάβει μέρος του οδοστρώματος το προορισμένο για τα αντιθέτως κινούμενα οχήματα. 'Όμως, στην αποκρουόμενη περίπτωση, και αν ακόμη ο ισχυρισμός αυτός που αποτελεί την βάση της ευθύνης του εναγομένου για το επελθόν αποτέλεσμα σύμφωνα με την αγωγή γινόταν δεκτός, και πάλι στο εναπομείναν τμήμα του οδοστρώματος θα μπορούσε να διέλθει ακώλυτα η μοτοσικλέτα.
Το ατύχημα με το τραγικό αυτό αποτέλεσμα οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά του θανόντος που δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος το προορισμένο για την πορεία του, αλλά έβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτήν που απαιτούσαν οι συνθήκες, δηλαδή στενός δρόμος, κατοικημένη περιοχή και στροφή με περιορισμένη γιαυτόν ορατότητα, με αποτέλεσμα να επιπέσει με σφοδρότητα στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του εναγομένου που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, στη συνέχεια να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα και να τραυματισθεί θανάσιμα, καθόσον μάλιστα δεν φορούσε προστατευτικό κράνος..." Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού προηγουμένως, κατά παραδοχή της εφέσεως των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο-αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο η αγωγή είχε απορριφθεί ως αόριστη, ακολούθως, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Επίσης, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση κατά της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, ως προς την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. 'Ετσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα της υπάρξεως ή μη συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην επέλευση του ατυχήματος, έτσι ώστε καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 300, 330 εδ.
β', 914, 2 παρ.1, 12 παρ.1 και 16 παρ.4 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999). Πιο συγκεκριμένα: α) ενώ δέχεται το Εφετείο ότι το πλάτος του οδοστρώματος είναι 3.10 μ., στη συνέχεια, υπολογίζοντας και το πλάτος του ερεισμάτων, χωρίς να διευκρινίζει αν αυτά ήταν ελεύθερα, αναβιβάζει το πλάτος του ελευθέρου οδοστρώματος σε 4,70 μ. β) παρότι βεβαιώνει ότι στο αντίθετο ρεύμα, όπου εκινείτο ο θανατωθείς, είχε απομείνει ελεύθερο τμήμα οδοστρώματος 1,05 +0,80=1,85 μ.
δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, ενώ, με βάση τα δεδομένα αυτά, προκύπτει ότι αυτός είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κατά 0,50 μ. γ) ενώ δέχεται ότι ο θανατωθείς εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή που απαιτούσαν οι συνθήκες, δεν προσδιορίζει πόση ήταν η ταχύτητα με την οποία εκινείτο, αλλά ούτε ποιά ήταν η ενδεδειγμένη ταχύτητα ενόψει των περιστάσεων που επικρατούσαν.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές κατά ένα μέρος αιτιολογίες, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλες δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-
Αναιρεί την 246/2006 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και
-
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ