Legislator Case Law & Legislation
825/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court fully examined the claim.

Case Number 825/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Single Court of Appeal in Patras. The appellant argued that the appellate court failed to rule on his claim of ownership based on acquisitive prescription and improperly considered facts not raised in the appeal. The court rejected these arguments, stating that the appellate court had fully examined and rejected the ownership claim, and its additional remarks were merely supplementary to reinforce its negative decision. Consequently, the cassation petition was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 581 of the Code of Civil Procedure; The cassation court rejects an appeal when the lower court has fully examined and rejected the substantive claim, finding the appellant's arguments regarding non-examination of the claim or consideration of unraised facts to be baseless.

Keywords

AI generated
cassation appeal property ownership acquisitive prescription non-examination of claim consideration of unraised facts legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553§1 item b, 556§1, 558 item a, 564§3, 566§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577§1 of the Code of Civil Procedure
Article 577§2 of the Code of Civil Procedure
Article 561§2 of the Code of Civil Procedure
Article 495§3 item e of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189§1, 191§2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22§§1, 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 825/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ.-Ά. (B.-A.) Μ. (B.) του Ά. (A.) και της Β. (V.), κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-1-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 20.01.2021, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 255/17.05.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την από 25.06.2014 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 74/16.10.2012 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, το οποίο είχε απορρίψει την από 20.01.2011 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.).

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ήδη αναιρεσείων με την από 20.01.2011 αγωγή του, που απηύθηνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και έστρεψε κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου, επικαλούμενος παράγωγο, άλλως πρωτότυπο, τρόπο κτήσεως της κυριότητας του περιγραφομένου σ' αυτή (αγωγή) ακινήτου και έννομο συμφέρον, ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος αυτού (επίδικου ακινήτου).

Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 74/16.10.2012 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή. Την απόφαση αυτή προσέβαλε με την απευθυνομένη στο Μονομελές Εφετείο Πατρών από 25.06.2014 έφεσή του ο ήδη αναιρεσείων συζητήσεως δε γενομένης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ομοιοτρόπως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 255/17.05.2019 οριστική (τελεσίδικη) απόφαση αυτού, με την οποία η άνω έφεση έγινε τυπικά δεκτή, αλλά απορρίφθηκε στην ουσία της.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ήδη αναιρεσείων με την από 20.01.2021 αίτησή του που απευθύνεται στο Δικαστήριο τούτο και με την οποία ζητεί την αναίρεσή της για τους διαλαμβανομένους στο δικόγραφό της δύο λόγους. Οι παραδοχές του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, επί των οποίων αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) επιστήριξε την εκφορά της κρίσεώς του, κατ' απόλυτο αντιγραφή, είναι οι ακόλουθες: "Ο ενάγων δυνάμει του υπ' αριθμ. 2639/08-05-2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας, του συμβολαιογράφου Ληξουρίου, Ιωσήφ Λουκέρη, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο 241 και με αριθμό 30 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου, που καταρτίστηκε μεταξύ αφενός του ενάγοντος ως αγοραστή και αφετέρου του Π.

Σ., του Π. ως πωλητή, απέκτησε ο πρώτος κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή ένα ακίνητο - αγροτεμάχιο, άρτιο και οικοδομήσιμο, συνολικής έκτασης 6.087,15 τ.μ., που βρίσκεται στην Κτηματική Περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος "Αθέρα", του Δήμου Παλικής Κεφαλληνίας, στη θέση "Μαύρενα". Το εν λόγω ακίνητο αποτυπώνεται με τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10,11, 12, 13,14,15, 16,17, 18,19, 20, 21, 1 στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα, του πολιτικού μηχανικού, Στυλιανού Α.

Θεοφιλάτου, και συνορεύει, σύμφωνα με το παραπάνω τοπογραφικό, βορειοανατολικά σε καμπύλη πλευρά 1-2-3-4-5-6-7 μήκους μέτρων 125,27 με αγροτικό δρόμο μέσου πλάτους 4,00 μέτρων, βορειοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 7-8-9 μήκους μέτρων 28,47 με ιδιοκτησία Γ. Σ., νοτιοδυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 9-10-11- 12-13-14-15-16-17-18-19-20 μήκους μέτρων 142,15 με αγροτικό μονοπάτι μέσου πλάτους 1,50 μέτρου και πέραν αυτού με ιδιοκτησίες κατά ένα μέρος Π.

Σ. του Σ. σε πλευρά μήκους μέτρων 82,09 και κατά το υπόλοιπο μέρος αγνώστου σε πλευρά μήκους μέτρων 60,06, νότια σε πλευρό μήκους μέτρων 8,50 και νοτιοανατολικά σε πλευρά 21-1 μήκους μέτρων 66,66 με ιδιοκτησία Π. Π.. Τον μήνα Ιούνιο του έτους 2007 ο ενάγων θέλησε να εκδώσει οικοδομική άδεια, πλην, όμως, το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο, έκτοτε και μέχρι σήμερα αμφισβητεί την κυριότητά του και ισχυρίζεται ότι του ανήκει κατά κυριότητα τμήμα του παραπάνω περιγραφόμενου ακινήτου και ειδικότερα το τμήμα Α με τα στοιχεία 1,2,3,4,5,14,15,16,17,18,19,20,21,1, εκτάσεως 3.720,66 τ.μ.

στο άνω τυπογραφικό του πολιτικού μηχανικού, Θ. Α.. Σ., διότι, όπως, επί λέξει, αναφέρει στις έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε στο πρωτόδικο δικαστήριο και νόμιμα επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, "σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση τελεσιδικίας της Δ/νσης Δασών Κεφαλληνίας - την οποία όμως και δεν προσκομίζει το εναγόμενο - έχει χαρακτηριστεί ως μη δασικού χαρακτήρα - στο σημείο αυτό μάλλον το εναγόμενο εννοεί ότι κατέστη δασικό και εκ παραδρομής αναφέρει "μη δασικό" - που εμπίπτει στην παρ. 2 του αρθ. 3 του Ν. 998/79, η οποία κατέστη οριστική και αμετάκλητη".

Κατόπιν αυτών, ισχυρίζεται επιπλέον το εναγόμενο ότι η επίδικη έκταση είναι δασική, που δεν έχει αναγνωριστεί με έναν από τους νόμιμους τρόπους και δεν θεωρείται αναμφισβήτητα ιδιωτική, ενώ ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε ως καλλιέργεια. Επίσης, ότι κατά τον χρόνο ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα (έτος 1864) μέχρι και το έτος 1946 η επίδικη έκταση υπήρξε "εξ υπαρχής αδέσποτη" ως μη ανήκουσα στην κυριότητα κανενός, οπότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ "ως εξυπαρχής αδέσποτο" ανεξαρτήτως δηλαδή του δασικού ή μη δασικού χαρακτήρα αυτού, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με πρωτότυπη κτήση και αυτοδικαίως από το νόμο, ήτοι τον αστικό κώδικα, ανεξαρτήτως αν ενέργησε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις (αρθ. 2 παρ. 1 α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 53 ΕισΝΑΚ).

Ο εν λόγω ισχυρισμός του εναγόμενου ότι του επίδικου τμήματος Α έχει την κυριότητα διότι αποτελεί δασική έκταση είναι μη νόμιμος και πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση για τον ίδιο λόγο, αφού σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, προκειμένου περί δασών στα Επτάνησα μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ' αυτής αλλά απαιτείται, προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου, η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946, του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου κτήσεως κυριότητας ..., ήτοι για τα δάση στην Κεφαλληνία δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ της 16-11-1936 "περί ιδιωτικών δασών".

Επομένως, και κατά την εκκαλουμένη απόφαση πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δηλαδή η επίδικη έκταση υπήρξε "εξ υπαρχής αδέσποτη" ως μη ανήκουσα στην κυριότητα κανενός, οπότε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ "περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με πρωτότυπη κτήση και αυτοδικαίως από το νόμο, ήτοι τον αστικό κώδικα, ανεξαρτήτως αν ενέργησε επ' αυτού διακατοχικές πράξεις, ο οποίος αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής [δεδομένου ότι τα περιστατικά που κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου του προσδίδουν κυριότητα με χρησικτησία είναι προγενέστερα ή και σύγχρονα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή].

Από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα το εναγόμενο και δεν αμφισβητούνται και από τον ενάγοντα στα πλαίσια της διαδικασίας έκδοσης πράξης "Χαρακτηρισμού Έκτασης" σχετικά με το προπεριγραφέν ακίνητο, ήτοι από τα έγγραφα της Διεύθυνσης Δασών Νομού Κεφαλληνίας και συγκεκριμένα: α) Την με αριθμ.

πρωτ. ΔΥ/... έκθεση αυτοψίας και εισηγήσεως της Δ/νσης Δασών Κεφαλληνίας με συν. Αποσπάσματα χάρτη, β) την με αρ. ... πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Δ/νσης Δασών Κεφαλληνίας και γ) τις με αρ. ... ανακοινώσεις δημοσιεύσεως] αποδεικνύεται ότι το ως άνω υπό Α τμήμα αποτελεί δασική έκταση εμπίπτουσα ειδικότερα στην παρ. 2 του άρθρου 3 ν. 998/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3208/03 και προσδιορίστηκε ειδικότερα ότι εμπίπτει στις κατηγορίες:

ε' άρθρου 4 παρ. 1 [Ν. 998/1979: ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΑΣΩΝ - δασικών εκτάσεων άρθρον 4. Κατηγορίαι δασών και δασικών εκτάσεων. 1. Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις, δια την αποτελεσματικήν και διαρκή προστασίαν των, διακρίνονται αναλόγως προς την ωφελιμότητα και τας λειτουργίας τας οποίας εξυπηρετούν ως ακολούθως: "α) Δάση και δασικές εκτάσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερο επιστημονικό, αισθητικό, οικολογικό και γεωμορφολογικό ενδιαφέρον ή περιλαμβάνονται σε ειδικές ζώνες διατήρησης και ζώνες ειδικής προστασίας (εθνικοί δρυμοί, αισθητικά δάση, υγροβιότοποι, διατηρητέα μνημεία της φύσης, δίκτυα και περιοχές προστατευόμενα από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, αρχαιολογικοί χώροι, το άμεσο περιβάλλον μνημείων και ιστορικοί τόποι).

Η περ. α' αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 3 αρθρ. 1 Ν. 3208/2003, ΦΕΚ Α' 303/24.12.2003. β) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι εντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων ή οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις).

γ) Δάση και δασικαί εκτάσεις, αι οποίαι παρουσιάζουν ιδιαιτέραν σημασίαν από απόψεως παραγωγής δασικών προϊόντων ή άλλων αγαθών πρωτογενούς παραγωγής (εκμεταλλεύσιμα ή παραγωγικά δάση και δασικαί εκτάσεις). δ) Δάση και δασικαί εκτάσεις προσφερόμεναι δι' αναψυχήν του πληθυσμού ή αποτελούσαι παράγοντα συνθηκών διαβιώσεως αυτού εν τη περιοχή ή της τουριστικής αναπτύξεως ταύτης (δάση και δασικαί εκτάσεις αναψυχής).

ε) Τα δάση και αι δασικαί εκτάσεις αι μη εμπίπτουσαι εις οιανδήποτε των κατηγοριών α' έως και δ'.] και στις κατηγορίες: γ' και δ' του άρθρου 4 παρ. 2 ν. 998/79 [2. Από της απόψεως της θέσεως των δασών και δασικών εκτάσεων εν σχέσει προς τους χώρους ανθρωπίνης εγκαταστάσεως και δραστηριότητος, διακρίνονται: ... γ) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός ζώνης πλάτους χιλίων (1.000) μέτρων εκατέρωθεν των εθνικών οδών και διακοσίων (200) μέτρων εκατέρωθεν επαρχιακών οδών.

δ) Δάση και δασικαί εκτάσεις κείμεναι εντός ή πέριξ τουριστικών περιοχών ή λουτροπόλεων και εις ακτίνα τριών χιλιάδων (3.000) μέτρων από του κέντρου τούτων]. Σύμφωνα, ακόμα, με τα παραπάνω έγγραφα το τμήμα Β του επίδικου ακινήτου, με τα στοιχεία 5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,5 εμβαδού 2.366,49 τ.μ. δεν είναι ούτε δάσος, ούτε δασική έκταση εμπίπτουσα ειδικότερα στην παρ. 6α άρθρου 3 Ν. 998/Ι979.

Ενόψει, περαιτέρω, της παραπάνω αμφισβήτησης του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου της κυριότητας του ενάγοντος στο τμήμα Α του επίδικου ακινήτου, οφείλει ο ενάγων, διότι φέρει ο ίδιος το βάρος απόδειξης της αγωγής του, να αποδείξει την κυριότητά του αυτή επί του ένδικου ακινήτου, την δική του και των δικαιοπαρόχων του, είτε με παράγωγο τρόπο, είτε με πρωτότυπο τρόπο, σύμφωνα και με όσα λέχθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκαν σχετικά με τον τρόπο κτήσης του ακινήτου από τον ενάγοντα και τους δικαιοπαρόχους του και τα εξής: Όπως ήδη λέχθηκε παραπάνω το επίδικο ακίνητο ο ενάγων απέκτησε με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με αγορά, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2639/8-5-2007 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ληξουρίου, Ιωσήφ Λουκέρη, του Βασιλείου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τόμο 241 και με αριθμό 30 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου, από τον Π.

Σ., του Π. και της Κ.. Ο τελευταίος απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο και αυτός με παράγωγο τρόπο το ίδιο έτος, ήτοι το 2007 κατόπιν σύστασης γονικής παροχής προς αυτόν από την μητέρα του, Κ. Λ., του Σ., σύζυγος Π. Σπυράτου, για την οποία συντάχθηκε το υπ' αριθμ. 12431/8-2-2007 συμβόλαιου, του συμβολαιογράφου Ληξουρίου, Νικολάου Ξυδιά, του Φωτοϊωάννη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο 240 και με αριθμό 56 των βιβλίων μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου.

Στην τελευταία, δικαιοπάροχο μητέρα του, Κ. Λ., περιήλθε δυνάμει σύστασης άτυπης προίκας, από τον θείο της, Π. Γ. Λ., κάτοικο Αθήνας, που έλαβε χώρα στις 6 Οκτωβρίου 1958, στον Αθέρα και συντάχθηκε προς τούτο το, με ίδια ημερομηνία, παραχωρητήριο - συμφωνητικό προικοδοτήσεως, που υπογράφεται από τον ως άνω προικοδότη - παραχωρούντα και τους εκεί αναφερόμενους μάρτυρες, Α.

Ε.. Λ. και Σ. Ε.. Σ., κάτοικοι της Κοινότητας Αθέρα. Από την μελέτη όμως των εν λόγω τίτλων, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ταυτίζεται με το ακίνητο που αναφέρεται στους τίτλους αυτούς. Ειδικότερα, από τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα σε αντιπαραβολή με τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα αρχικό τίτλο, ήτοι το ως άνω από 6-10-1958 συμφωνητικό προικοδότησης, με το οποίο ο Π.

Λ., του Γ. προικοδοτεί την Κ. Λ., του Σ. (απώτατη δικαιοπάροχο του ενάγοντος) αποδεικνύεται ότι το επίδικο, όπως αυτό περιγράφεται στην ένδικη αγωγή δεν περιλαμβάνεται μεταξύ αυτών που προικοδοτούνται με το προικοσύμφωνο και από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι ταυτίζεται με κάποιο από τα εκεί αναφερόμενα ή ότι έχει σχέση με την επίδικη έκταση.

Ειδικότερα, το επίδικο ακίνητο, για το οποίο ζητεί ο ενάγων την αναγνώριση της κυριότητας δεν ταυτίζεται, ως προς τα σύνορα, την έκταση και την περιγραφή με κανένα από τα ακίνητα που αναγράφονται στο προικοσύμφωνο, που ο ίδιος επικαλείται και προσκομίζει. Στο τελευταίο, το μοναδικό ακίνητο που ταυτίζεται με το επίδικο μόνον ως προς τη θέση "Μαυρένα", του Δημοτικού Διαμερίσματος Αθέρα, του Δήμου Παλικής Κεφαλληνίας, είναι αυτό που περιγράφεται ως αγροχώραφο, με αριθμό 2, στη δεύτερη σελίδα του προικοσυμφώνου.

Όμως, το αγροτεμάχιο αυτό, σύμφωνα πάντα με την έγγραφη σύσταση προικός, έχει έκταση τέσσερα (4) στρέμματα και συνορεύει Ανατολικά με Δ. Σοτήραν, δυτικά με Ε. Δ.. Λ., βόρεια με Γ.. Φ. και νότια με δημόσιο δρόμο, περιγραφή που δεν συμπίπτει με αυτήν του ακινήτου στην αγωγή και του αποτυπωθέντος στο από Δεκεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, Σ.

Θ., όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση. Πρέπει, μάλιστα, να λεχθεί ότι στο προαναφερόμενο τοπογραφικό, σύμφωνα με τη δήλωση του μηχανικού επ' αυτού, τα όρια και οι όμοροι ιδιοκτήτες υποδείχθηκαν από τον Π. Σ., χωρίς να ελεγχθούν οι τίτλοι ιδιοκτησίας. Επομένως, το αγωγικό ακίνητο, όπως περιγράφεται ως προς την έκταση και τα σύνορα στην αγωγή, στην υπ' αριθμ. 12431/08-02-2007 γονική παροχή και στο υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας δεν ταυτίζεται με κανένα από τα ακίνητα που ο προικοδότης, Π. Λ. του Γ. παρέδωσε ως προικώα στην ανιψιά του και απώτερη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, Κ. Λ., του Σ., δικαιοπάροχο του άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Π. Σ., του Π. και της Κ.. Ο ενάγων, προς αντίκρουση του γεγονότος αυτού με την ένδικη έφεσή του ισχυρίζεται ότι στο προικοσύμφωνο αυτό αναφέρεται μεν μόνο η τοποθεσία του ακινήτου, όμως, λόγω έλλειψης τοπογραφικού, εκείνη την χρονολογία, έλλειψης γνώσεων και λόγω του γεγονότος, πως έχουν περάσει από το έτος 1958 μέχρι το έτος 2007, που έγινε η μεταβίβαση, 49 χρόνια δεν είναι δυνατόν να ταυτίζονται οι όμοροι και η επιφάνεια του ακινήτου και ότι αυτά επιβεβαιώνονται σε κάθε περίπτωση και από τους εκ τρίτου συμβαλλόμενους, στο με αριθ. 2639/2007 συμβόλαιο, με το οποίο ο ενάγων αγόρασε το ακίνητο, μάρτυρες, Μ.

Λ., του Ε., Ε. Σ., του Σ. και Π. Σ., του Ι. και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του. Στο παραπάνω συμβόλαιο, [φύλλο 3 αυτού] και από την επισκόπησή του αναγράφεται επί λέξει ότι: "Στο σημείο αυτό οι εκ τρίτου συμβαλλόμενοι, οι οποίοι έχουν ιδιοκτησίες γειτονικές του μεταβιβαζόμενου με το παρόν ακινήτου, δήλωσαν ότι αναγνωρίζουν, αποδέχονται και συνομολογούν όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα στον τίτλο κτήσης και συνεπώς και την κυριότητα του πωλητή και των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του στο ακίνητο αυτό".

Οι δηλώσεις αυτές έχουν αξία και σημασία, όμως, μόνον όσον αφορά την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο της απώτερης δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, Κ../νας Λ., όπως τούτο θα λεχθεί και θα διακριβωθεί κατωτέρω και όχι όσον αφορά τον προικοδότη αυτής και θείο της, Π. Λ., του Γεράσιμου, δεδομένου ότι όπως ήδη αποδείχθηκε το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται με κανένα από τα αναφερόμενα στο από 6 Οκτωβρίου 1958 προικοσύμφωνο.

Πρέπει, ακόμα, να απορριφθούν και ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντος - που αναφέρθηκαν παραπάνω - διότι δεν αποδείχθηκε ότι οι εκ τρίτου συμβαλλόμενοι αναγνώρισαν, αποδέχθηκαν και συνομολόγησαν τα αναφερόμενα στο προικοσύμφωνο, το περιεχόμενο του οποίου δεν αναφέρεται ουδόλως στο συμβόλαιο.

Αντιθέτως, στο τελευταίο γίνεται μνεία, σχετικά με την κτήση κυριότητας της Κ../νας Λ., μόνον περί "άτυπης προίκας" [όπισθεν φύλλου 2ου του υπ' αριθμ. 2639/8.5.2007 συμβολαίου] από τον θείο της και ουδέν άλλο. Εξάλλου, η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος, με την βοήθεια ακόμα και του γιου της και άμεσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, στα επί σαράντα εννέα (49) έτη που κατείχε το ακίνητο μετά την ισχυριζόμενη από αυτήν άτυπη προίκα, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής αλλά και την επιμέλεια που δύναται ο μέσος επιμελής άνθρωπος να επιδείξει, είχε την δυνατότητα, πλην όμως δεν το έπραξε, και τοπογραφικό να συντάξει και να επιμεληθεί του περιουσιακού της στοιχείου, ώστε να μπορεί ανά πάσα ώρα να αποδείξει τους όμορους ιδιοκτήτες αυτού, ακόμα και όσο αυτοί ζούσαν ή και τους διαδόχους τους και την επιφάνεια του ακινήτου.

Περαιτέρω, οι δηλώσεις των εκ τρίτου συμβαλλόμενων, οι οποίοι έχουν ιδιοκτησίες γειτονικές του επίδικου ακινήτου επιβεβαίωσαν τα αναφερόμενα αμέσως προηγουμένως στο ως άνω συμβόλαιο κτήσης από τον ενάγοντα του ακινήτου, όπως αυτό περιγράφεται λεπτομερώς στην αγωγή και ειδικότερα ότι: το ακίνητο αυτό περιήλθε στην άμεση δικαιοπάροχο (Κ./να Λ.) του πωλητή (Π.

Σ.) συνεπεία του παραπάνω αναφερόμενου από 6-10-1958 συμφωνητικού προικοδότησης, του Π. Λ., του Γ., προς την Κ. Λ. και σύστασης προς αυτήν άτυπης προίκας, η οποία (Κ./να Λ.) έκτοτε και συνεχώς μέχρι την ανωτέρω μεταβίβαση στον πωλητή με το παρόν συμβόλαιο, ενέμετο και κατείχε το ανωτέρω αγροτεμάχιο με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, αποκλειστικά στο όνομά της, με την πεποίθηση ότι αυτό είναι πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας, νομής και κατοχής της, για δικό της αποκλειστικά όφελος, με καλή πίστη, δημόσια, αναμφίβολα, ειρηνικά, ανεπίληπτα, καθιστώσα προς όλους δήλη τη θέλησή της ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά, ασκώντας σε αυτό όλες τις πράξεις νομής και διακατοχής που αρμόζουν σε κύριο τέτοιου ακινήτου.

Αυτά, όμως, είναι εσφαλμένα και σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκαν, όπως λέχθηκε παραπάνω, αφού το ακίνητο για το οποίο ομιλούν οι μάρτυρες και βεβαιώνουν ότι αναφερόταν στο προικοσύμφωνο και επί του οποίου καταθέτουν ότι ασκούσε πράξεις νομής και κατοχής η δικαιοπάροχος του ενάγοντος, δεν ταυτίζεται με κανένα από τα εκεί (στο προικοσύμφωνο) αναφερόμενα και συνεπώς οι μαρτυρίες τους κρίνονται μη πειστικές.

Ομοίως και για τον ίδιο λόγο και η κατάθεση της μάρτυρος αποδείξεως, Ε., συζ. Ε. Λ., η οποία στην κατάθεσή της αναφέρεται στο προικοσύμφωνο και στην άσκηση διακατοχικών πράξεων από τον Π. Λ., προικοδότη, επί των ακινήτων, όμως, που αναφέρονται στο προκοσύμφωνο και επομένως όχι επί του επίδικου. Επίσης, η μάρτυρας αποδείξεως, Φ.

Μ. Γ., του Φ., εργολάβος οικοδομών, σε σχετική ερώτηση δεν γνώριζε σε ποιά θέση βρισκόταν το επίδικο ακίνητο, η δε κατάθεσή της κρίνεται γενική και αόριστη σχετικά με την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, κατά τη θέση και τα όριά του και χωρίς επίκληση συγκεκριμένων διακατοχικών πράξεων από τους δικαιοπάροχους του ενάγοντα.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση εμπίπτει στους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο τίτλους. Επομένως η μεταβίβαση του επιδίκου που έγινε στον ενάγοντα δυνάμει του ως άνω συμβολαίου δεν προσπόρισε εις αυτόν την κυριότητα του επιδίκου, αφού αυτός απέκτησε από μη κύριον.

Ανεξαρτήτως όμως αυτού δεν αποδείχθηκε ότι οι φερόμενοι στα εν λόγω συμβόλαια ως απώτεροι δικαιοπάροχοί του άσκησαν, επί της επίδικης δασικής έκτασης διακατοχικές πράξεις διανοία κυρίου με καλή πίστη για 20 συνεχή χρόνια, ώστε να καταστούν κύριοι αυτής με έκτακτη χρησικτησία, ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι αναγνωρίστηκε κυριότητα ιδιώτη επί του επιδίκου.".

Σύμφωνα με το άρθρο 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Για τη μεταβίβαση, με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της, επί δε πλειστηριασμού η περίληψη της κατακυρωτικής εκθέσεως επέχει θέση συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεδομένου ότι αφορά ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργείται υπό το κύρος και τη συμμετοχή της αρχής και επιφέρει μετάθεση κυριότητας, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1002§1α', 1003 και 1005§1 του Κ.Πολ.Δ.

σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1192 αριθμ. 2 και 1198 του Α.Κ. (Α.Κ. 392/2023). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι δε ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί να μνημονεύονται και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, αλλά απαιτείται, επιπλέον, να εκτίθενται σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (παραδοχές) και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (Ολ.Α.Π. 57/1990).

Έτι περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1029/2021, Α.Π. 1040/2010), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της αποφάσεως (Α.Π. 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλομμένη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμελείας που προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 57/1990). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών αυτών συνισταμένων στις ευθέως και εκ πλαγίου παραβιάσεις των άρθρων 974, 976 - 979, 983, 1033, 1045, 1051, 1192 αριθμ. 1 και 1194 του Α.Κ.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αν και δέχθηκε ότι αυτός (αναιρεσείων) απέκτησε, λόγω πωλήσεως, από τον δικαιοπάροχό του το επίδικο ακίνητο, με υποβληθέν σε μεταγραφή συμβολαιογραφικό έγγραφο, και ο δικαιοπάροχός του απέκτησε, λόγω γονικής παροχής, το ακίνητο αυτό από τη δικαιοπάροχό του, με υποβληθέν σε μεταγραφή συμβολαιογραφικό έγγραφο, εν τούτοις ακολούθως το αυτό δικαστήριο δέχθηκε ότι η δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου του δεν είχε αποκτήσει το επίδικο ακίνητο και, τούτο, διότι δεν περιλαμβανόταν στο εδαφικό τμήμα που είχε παραχωρηθεί σε αυτή ατύπως, λόγω προικός, το έτος 1958.

Διατείνεται ακόμη ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο είτε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, είτε δεν διέλαβε καθόλου δικαιολογίες αναφορικά με ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς του και συγκεκριμένα αν η δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου του επελήφθη της νομής του επιδίκου ακινήτου για οποιονδήποτε λόγο, αν το αυτό πρόσωπο διενήργησε πράξεις νομής επί του καλλιεργουμένου τμήματος του επίδικου ακινήτου, του πνευματικού στοιχείου αυτής εκτεινομένου στο σύνολο αυτού, για ποιο λόγο η δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου του προέβη σε γονική παροχή προς τον τελευταίο, ενώ δεν είχε νεμηθεί το ακίνητο, ενώ το αναιρεσίβλητο ουδέποτε είχε ενεργήσει πράξεις νομής επ' αυτού και, επικουρικώς, αν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με συνυπολογισμό της νομής των δικαιοπαρόχων του επ' αυτού.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως παραδεκτώς προβάλλεται, αλλά είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι οι μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες στα πρόσωπα του αναιρεσείοντος και του δικαιοπαρόχου του θα μπορούσαν, κατά τις σχετικές δικαιοπρακτικές δηλώσεις, να προσπορίσουν στα πρόσωπά τους την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, εφόσον βεβαίως η απώτερη δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος και άμεση δικαιοπάροχος του αμέσου δικαιοπαρόχου αυτού (αναιρεσείοντος) είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενόψει του ότι η τελευταία είχε λάβει ατύπως ακίνητο, λόγω προικός.

Ότι η απώτερη δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος και άμεση δικαιοπάροχος του δικαιοπαρόχου αυτού ουδέποτε επελήφθη της νομής του επίδικου ακινήτου, παρά μόνο επ' αυτών, τα οποία περιλαβάνονταν στην ατύπως παραχωρηθείσα προς αυτήν προίκα. Και ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτίζεται προς οποιοδήποτε ακίνητο περιλαμβανόμενο στην ατύπως καταρτισθείσα σύμβαση προικός.

Συνεπώς, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου διέλαβε δε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ., που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ.), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110§2 Κ.Πολ.Δ.), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ.) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 13/1995) είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1225/2004, Α.Π. 1530/2001), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά τον νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήσαν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005, Α.Π. 864/2003), θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 2/2001, Ολ.Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (Α.Π. 881/1988).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο εφέσεως ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του Κ.Πολ.Δ., με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (Α.Π. 1933/2006, Α.Π. 1446/2003, Α.Π. 1011/1994) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (Α.Π. 760/2004, Α.Π. 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.

Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (Α.Π. 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.Α.Π. 14/2004, Ολ.Α.Π. 2/1989) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση εννόμου συνεπείας (Α.Π. 1058/1998) και βεβαίως το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου εφέσεως (Α.Π. 857/2007, Α.Π. 140/2006), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας εννόμου συνεπείας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλουμένου ή αποκρουομένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά (Α.Π. 839/2010), για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 1668/2005, Α.Π. 448/1996). Οφείλει πάντως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του Κ.Πολ.Δ., της πλημμελείας συνισταμένης, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου (8β'), ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έκρινε επί του αγωγικού ισχυρισμού του, ο οποίος επαναφέρθηκε με σχετικό λόγο εφέσεως, συμφώνως προς τον οποίο αυτός (αναιρεσείων) κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, ενεργώντας επ' αυτού πράξεις νομής και με προσμέτρηση στον δικό του χρόνο νομής τον συνολικό χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του (αμέσου και απωτέρας).

Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω σκέλος, είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι από την τελεσίδικη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτό (δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) έκρινε τον άνω αγωγικό ισχυρισμό και, εκ του πράγματος, τον απέρριψε. Περαιτέρω, ο αυτός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του (8α'), συμφώνως προς τον οποίο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα, καίτοι δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει στο αναιρεσίβλητο, εν τούτοις, αν και δεν διατυπώθηκε σχετικός λόγος εφέσεως, αποφάνθηκε ότι το ακίνητο δεν αποδείχθηκε ότι ανήκει κατά κυριότητα σε συγκεκριμένο ιδιώτη, με αποτέλεσμα να καταστήσει τη θέση αυτού (αναιρεσείοντος) δυσμενέστερη σε σχέση με τη θέση του μετά την έκδοση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι, κατά το ως άνω σκέλος, αβάσιμος και, τούτο, διότι η σχετική αναφορά του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου δεν δημιουργεί δεδικασμένο, αλλά είναι πλεοναστική κρίση, προς ενίσχυση της κυρίας κρίσεώς του ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκει, κατά κυριότητα, σε κάποιο από τα διάδικα μέρη.

Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495§ 3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 106, 176, 183, 189§1, 191§2 του Κ.Πολ.Δ.. Θα επιβληθούν όμως μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.01.2021 αίτηση του B. - A. B. του A. και της V., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 255/17.05.2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ