Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider evidence on loan cancellation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision, ordering a remand for further examination. The appellants argued the lower court failed to consider specific corporate documents proving the bank had the authority to cancel the loan contract. The Court found this omission a procedural error warranting the appeal's acceptance and remitted the case to the same court for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 para. 3 lit. b, 106, 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2, 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure; If an appellate court fails to consider crucial evidence submitted by the parties, the appeal must be allowed and the case remanded for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 825 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 825/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Συνεταιριστικής Τράπεζας με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΣΥΝ. ΠΕ.", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζορμπά και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ν. του Β., κατοίκου ... ο οποίος, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Κουκουζέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ. Ν. του Χ., συζύγου Π. Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παύλο Ντόκα και Θωμά Κουκουζέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2017 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 252/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/10/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 18.10.2021 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 72/ 21.10.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 252/ 20.05.2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και έκανε δεκτή μεν τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εκκαλούσας-καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 39/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή των εφεσιβλήτων-ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και ακυρωθεί η προσβληθείσα υπ' αριθμ. 2/2017 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, γενομένου δεκτού ως κατ' ουσίαν βάσιμου του πρόσθετου λόγου της ανακοπής τους, με τον οποίο οι τελευταίοι ισχυρίζονταν ότι εσφαλμένα είχε εκδοθεί η παραπάνω διαταγή πληρωμής εκ μέρους της αναιρεσείουσας σε βάρος τους, με την οποία υποχρεούνταν να καταβάλουν σ' αυτήν, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 161.462,26 ευρώ, επειδή η καταγγελία της επίδικης υπ' αριθμ.186/21.09.2011 σύμβασης χορήγησης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο)λογαριασμό, μετά των υπ' αριθμ. 186/ 03.07.2013 συμβάσεων αύξησης του ορίου πίστωσης και υπ' αριθμ. 186/21.09.2011,186/30.11.2011,186/07.03.2015 και 186/18.10.2015 πρόσθετων πράξεων, ήταν άκυρη, καθώς δεν υπεγράφετο από τα αρμόδια όργανα της δικαιούχου και νομιμοποιούμενης σε καταγγελία καθής η ανακοπή αναιρεσείουσας, αλλά από τα κατονομαζόμενα πρόσωπα, τα οποία δεν είχαν την εξουσία να εκπροσωπήσουν την τελευταία.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Η καταγγελία, η οποία είναι μονομερής δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, η οποία απευθύνεται σε ορισμένο πρόσωπο(άρθρο 167 ΑΚ), μπορεί να γίνει και από πληρεξούσιο, οπότε έχει εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 226 ΑΚ κατά το οποίο, μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλον χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου εγγράφου είναι άκυρη αν αυτός προς τον οποίο γίνεται την αποκρούσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση δια της οποίας συντελείται μονομερής δικαιοπραξία ή οιονεί δικαιοπραξία εκ μέρους προσώπου που φέρεται ως αντιπρόσωπος άλλου, μπορεί, εφόσον δεν του επιδεικνύεται πληρεξούσιο έγγραφο, να την αποκρούσει, για το λόγο αυτό, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της απόκρουσης της δήλωσης χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, η επιχειρούμενη πράξη είναι άκυρη. Η ακυρότητα είναι απόλυτη, δεν θεραπεύεται με μεταγενέστερη έγκριση και επέρχεται ανεξάρτητα από το αν ο φερόμενος ως πληρεξούσιος είχε ή όχι την πληρεξουσιότητα, για να επέλθουν δε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα της πράξεως και μάλιστα ex nunc πρέπει αυτή να επιχειρηθεί εκ νέου εγκύρως.
Το πρόσωπο εξάλλου προς το οποίο απευθύνεται η δήλωση την αποκρούει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση αν ενεργήσει εντός των χρονικών ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τις περιστάσεις. Το ζήτημα δε αυτό είναι νομικό και ως εκ τούτου η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 139/2016, ΑΠ 694/1997).Σε περίπτωση που το ως άνω πρόσωπο δεν πράξει τούτο, δηλαδή δεν ενεργήσει εντός των ως άνω χρονικών ορίων, η μονομερής δικαιοπραξία που επιχειρείται προς άλλο χωρίς επίδειξη του πληρεξουσίου είναι ισχυρή, αν υπάρχει πληρεξουσιότητα ή επακολούθησε έγκριση.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 216 και 217 ΑΚ, η εξουσία για αντιπροσώπευση δίνεται με πληρεξουσιότητα προς τον εξουσιοδοτούμενο, που υποβάλλεται στον τύπο τον απαιτούμενο για τη δικαιοπραξία στην οποία αφορά. Επί νομικών προσώπων την πληρεξουσιότητα δίνει εκείνος που για κάθε συγκεκριμένη δικαιοπραξία έχει το δικαίωμα εκπροσωπήσεώς του(ΑΠ 1085/2019).
Από τις ανωτέρω δε σκέψεις συνάγεται ότι, όταν η καταγγελία από τον πληρεξούσιο έγινε εγγράφως, πρέπει αυτός να επιδείξει το πληρεξούσιο έγγραφο, γιατί διαφορετικά έχει το δικαίωμα αυτός προς τον οποίο γίνεται να την αποκρούσει χωρίς υπαίτια βραδύτητα, οπότε επέρχεται ακυρότητα, και μάλιστα ανεξάρτητα αν υπήρχε πράγματι πληρεξουσιότητα ή αν εγκρίθηκε η καταγγελία.
Αντίθετα, αν δεν εναντιωθεί αυτός προς τον οποίο γίνεται, το κύρος της καταγγελίας, που βαρύνεται να αποδείξει ο καταγγέλλουν ότι έγινε από αντιπρόσωπό του, θα εξαρτηθεί από την ύπαρξη ή μη του πληρεξουσίου εγγράφου ή της έγκρισης εκ μέρους του (καταγγέλλοντος), η οποία πρέπει να γίνει μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, είτε με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού ή άλλου εγγράφου είτε με δήλωση του παριστάμενου διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη (ΑΠ 139/2016).Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.1 και 4 του Ν.1667/1986 περί αστικών συνεταιρισμών, όπως η παρ.1 έχει τροποποιηθεί με τις παρ.25 άρθρου 27 Ν.2166/1993 και παρ.5 άρθρου 17 Ν.3156/2003 και αντικατασταθεί με την παρ.6 άρθρου 26 Ν.3867/2010 "Το Διοικητικό Συμβούλιο αποτελείται από πέντε τουλάχιστον Μέλη που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση...
Η διάρκεια της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ορίζεται με το καταστατικό και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών ούτε μικρότερη των δύο ετών(παρ. 1)...Το διοικητικό συμβούλιο διοικεί και εκπροσωπεί το συνεταιρισμό, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού. Το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να μεταβιβάζει αρμοδιότητές του σε ένα ή περισσότερα μέλη, στο διευθυντή ή σε άλλον υπάλληλο του συνεταιρισμού.
Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οφείλουν να καταβάλλουν την επιμέλεια που καταβάλλουν στις δικές τους υποθέσεις κατά τη διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού(παρ.4).". Τέλος, κατά τον αριθμό 11 περ. γ` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 54/2020, ΑΠ 322/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επίδικη από 09.12.2016 εξώδικη δήλωση καταγγελίας της σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό με τις επακολουθήσασες αυξητικές και πρόσθετες πράξεις της εκ μέρους της καθής η ανακοπή αναιρεσείουσας, που κοινοποιήθηκε στους ανακόπτοντες αναιρεσίβλητους στις 14.12.2016 (εκ παραδρομής αναγράφεται στην προσβαλλόμενη ως ημερομηνία κοινοποίησης η 14.12.2011), δεν ήταν υπογεγραμμένη από τα αρμόδια κατά νόμο όργανα εκπροσώπησής της, αλλά από τους δυο κατονομαζόμενους υπαλλήλους της, που δεν επέδειξαν στους ανακόπτοντες το πληρεξούσιο έγγραφο, βάσει του οποίου οι εν λόγω υπάλληλοι μπορούσαν να προβούν στην ως άνω ενέργεια για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, δεχόμενο μάλιστα ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν απέκρουσαν αμέσως την εγκυρότητα της καταγγελίας, και, επομένως, η αναιρεσείουσα έφερε το βάρος της απόδειξης του έγκυρου της καταγγελίας και της απαραίτητης γι' αυτήν ύπαρξη της σχετικής πληρεξουσιότητας, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ` επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις της, κατά την εκδίκαση της ανακοπής τόσο στο πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και ενώπιον του Εφετείου, μεταξύ άλλων, κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι:
α)το υπ' αριθμ. ... πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Γεωργίου Φ. Αθάνατου, από το οποίο προκύπτει ότι αμφότεροι οι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας Κ. Ζ. και Δ. Κ. είχαν εξουσιοδοτηθεί νόμιμα από αυτήν (αναιρεσείουσα), δια του Προέδρου της, να την εκπροσωπούν και να υπογράφουν παντός είδους αιτήσεις, δικόγραφα, εξώδικα και όλα όσα έγγραφα αναφέρονται σε αυτό, β)το υπ' αριθμ. 234/07.12.2016 πρακτικό της Εκτελεστικής Επιτροπής αυτής (αναιρεσείουσας) από το οποίο προκύπτει ότι υπήρχε ειλημμένη απόφαση να καταγγελθεί το δάνειο σε βάρος των αναιρεσίβλητων και γ)τα υπ' αριθ. 868/2014 και 896/2015 πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, σχετικά αντίστοιχα με τον "Κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης" και την "Διαχείριση προσωπικού", έγγραφα από τα οποία προκύπτει το δικαίωμα και της Εκτελεστικής Επιτροπής της αναιρεσείουσας να λαμβάνει αποφάσεις για καταγγελία δανείων και να αναθέτει σε συγκεκριμένους υπαλλήλους (εν προκειμένω τους κατονομαζόμενους υπαλλήλους της Κ.
Ζ. και Δ. Κ.) να τις υλοποιήσει. Το Εφετείο, όμως, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν έγινε έγκυρη καταγγελία της σύμβασης και ως εκ τούτου δεν πληρούνταν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεχόμενο ότι η απαίτηση της καθής η ανακοπή δεν ήταν βέβαιη και εκκαθαρισμένη, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι κρινόμενη ανακοπή με το αίτημα ακύρωσης της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και έτσι να επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, και να απορρίψει την έφεση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, κατ' ουσίαν, αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
Όμως από το γεγονός ότι το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να μνημονεύει και να αντικρούει τα ως άνω έγγραφα, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο αν έλαβε υπόψη και τα παραπάνω κρίσιμα αποδεικτικά έγγραφα. Επομένως, ο παραπάνω τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 εδ.β' ΚΠολΔ, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν, που εξέδωσε την απόφαση αυτή, ενώ οι αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως ειδικότερα στο διατακτικό αναφέρεται (άρθρα 106,176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτήν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 252/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ