Supreme Court partially allows appeal against first defendant for procedural error and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the first defendant while dismissing it against the other two defendants. The appellants argued that the lower court erred by failing to address specific claims and making false statements regarding the deceased plaintiff's personality. The court found a procedural violation in the lower court's handling of the incidental claim and the use of defamatory assertions, leading to the remittal of that specific portion for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 144, 145, 495, 553, 564 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 1: An appeal is admissible if the lower court failed to examine necessary claims or committed procedural errors such as making false statements that infringe upon personality rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 825 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 825/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Β. του Ε., χήρας Δ. Π., κατοίκου ..., 2) Π. Β. του Ε., κατοίκου ……, 3) Α. Β. του Ε., κατοίκου ……., ως καθολικών διαδόχων της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Η. Β., χήρας Ε. Β. το γένος Π. Π., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Δρούγκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Γαλλία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Καραμαριά, που ανακάλεσε την από 3/12/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "..." ("...") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δημητρακόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." ("..."), που εδρεύει στην ……και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Στυλιανού που ανακάλεσε την από 12/11/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2006 κύρια αγωγή και την από 2/12/2007 παρεμπίπτουσα αγωγή της αποβιωσάσης Η. Β., την από 20/4/2006 ανταγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και τις από 17/1/2006 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή και από 17/1/2006 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση του δευτέρου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6375/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5527/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/6/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 144, 145, 495 παρ. 1, 553 παρ. 1, 564, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και των άρθρων 11 και 12 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 29.12.1980, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981 συνάγονται τα εξής: Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, δηλαδή, εκείνη, η οποία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης (ή μη) κρίνεται από το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η γνήσια προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και αν ο αναιρεσείων διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστης διαμονής, είναι εξήντα (60) ημέρες, επίσης, από την επίδοση της προσβαλλομένης, ενώ, αν δεν επιδόθηκε η απόφαση, που περατώνει τη δίκη, η (καταχρηστική) προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής είναι δύο (2) έτη από τη δημοσίευση αυτής.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η αφετηρία της διετούς προθεσμίας αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και λήγει μόλις περάσει η αντίστοιχη ημερομηνία του δεύτερου έτους, με το πέρας του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή αργία την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας-εργάσιμης ημέρας.
Από τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 3 Α, Β και Γ του Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 23-1-2017, ορίζεται ότι εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, καθώς και ότι, σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικο μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο. Από τις ως άνω διατάξεις ορίζεται ότι το ποσό του παραβόλου ανέρχεται στο ποσό των 450 ευρώ, όταν με το ένδικο μέσο της αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση του εφετείου. Με βάση τα ανωτέρω, η κατάθεση του παραβόλου συνιστά τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης. Εφόσον, όμως, ορίζεται ότι το απαράδεκτο γεννάται, αν δεν κατατεθεί το παράβολο από τον ασκήσαντα το ένδικο μέσο και όχι αν αυτό δεν κατατεθεί εμπροθέσμως, η κατάθεση αυτού μετά την άσκηση της αναίρεσης και πριν από τη συζήτησή της δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτής (Α.Π. 480/2020, Α.Π. 933/2019, Α.Π. 341/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση από 3-6-2020 (11737/1158/9-12-2019) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 5527/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), δεδομένου ότι η αναιρεσιβαλλομένη, η οποία δεν επιδόθηκε, δημοσιεύθηκε στις 7-12-2017 και, συνεπώς, η καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης άρχισε από την επομένη, ήτοι στις 8-12-2017 και έληγε στις 8-12-2019.
Πλην όμως, ενόψει του ότι η ημέρα αυτή ήταν Κυριακή, η διετής προθεσμία έληγε, την επόμενη εργάσιμη ημέρα, ήτοι στις 9-12-2019, ημέρα Δευτέρα, οπότε και ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από τη σχετική πράξη κατάθεσης (άρθρα 140, 141 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., 11 της από 29-12-1980 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν.1157/1981).
Εξάλλου, το οφειλόμενο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3Β περ. δ' του Κ.Πολ.Δ., παράβολο κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων στις 3-12-2021, δηλαδή, πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (6-12-2021) και, συνεπώς, πληρώθηκε η ως άνω τυπική προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως αυτής. Συνακόλουθα, εφόσον η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Ι) Η Η. Β., άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 2-1-2006 (1934/169/9-1-2006) αγωγή της κατά: α) της εταιρείας με την επωνυμία "....", β) του S. D., νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης, γ) του Μ. Τ., δ) του Σ. Δ., ε) του ν.π.δ.δ. υπό την επωνυμία " ..." και στ) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...". Με την αγωγή αυτή, μετά την παραδεκτή μετατροπή σε αναγνωριστικό του καταψηφιστικού αιτήματος και την παραδεκτή παραίτηση από το αγωγικό δικόγραφο ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, η ενάγουσα ζητούσε να αναγνωριστεί ότι οι πρώτη, δεύτερος και πέμπτο των εναγομένων της οφείλουν χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, ως συνυπαίτιοι για το στην εν λόγω αγωγή περιγραφόμενο αεροπορικό ατύχημα, συνεπεία του οποίου θανατώθηκε, εκτός των άλλων και ο συγγενής της, σύζυγος της θυγατέρας της και ότι η έκτη εξ αυτών ασφαλιστική εταιρεία της οφείλει την καταβολή του ασφαλίσματος, δηλαδή, του ποσού, το οποίο ήθελε αναγνωριστεί ως οφειλόμενο από το πέμπτο εναγόμενο. Στο ίδιο δικόγραφο, σωρεύθηκε, επικουρικά, πλαγιαστική αγωγή κατά της έκτης των εναγομένων, λόγω της αδράνειας του ασφαλισμένου, πέμπτου εξ αυτών.
ΙΙ) Η πρώτη εναγομένη εταιρεία, με τις από 20-4-2006 προτάσεις της, άσκησε ανταγωγή κατά της ενάγουσας, με την οποία υποστήριξε ότι αυτή (ενάγουσα), υπερβαίνοντας το, κατ' άρθρο 206 του Κ.Πολ.Δ., επιβαλλόμενο μέτρο ευπρέπειας του δικανικού λόγου, ισχυρίστηκε ψευδώς και εν γνώσει του ψεύδους της ότι (η πρώτη εναγομένη-αντενάγουσα) προτίμησε να θυσιάσει την ασφάλεια των επιβατών, προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της, με συνέπεια να επιφέρει βαρύτατο πλήγμα στο όνομα και τη φήμη της και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η αντεναγομένη της οφείλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ποσό 1.000.000 ευρώ.
ΙΙΙ) Η ενάγουσα-αντεναγομένη, με το από 2-12-2007 (264271/11736/2007) δικόγραφο, άσκησε παρεμπίπτουσα αγωγή-επανταγωγή κατά της πρώτης εναγομένης-αντενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι η τελευταία, με την ως άνω ανταγωγή προσέβαλε την προσωπικότητά της και ζήτησε, κατ' επιτρεπτή μετατροπή σε αναγνωριστικό του καταψηφιστικού αιτήματος, να αναγνωριστεί ότι οφείλει να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.000.000 ευρώ, καθώς επίσης, να υποχρεωθεί να ανακαλέσει τους προσβλητικούς ισχυρισμούς της, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα καθυστέρησης, να μην επαναλάβει στο μέλλον τους ανωτέρω ισχυρισμούς της και να της χορηγήσει έγγραφη δήλωση συγνώμης, με το στο άνω δικόγραφο περιεχόμενο.
ΙV) Το πέμπτο των εναγομένων, με το από 17-1-2006 (12661/654/2006) δικόγραφο, ανακοίνωσε τη δίκη στην ασφαλιστική εταιρεία "..." (έκτη των εναγομένων), την οποία προσεπικάλεσε και άσκησε παρεμπίπτουσα αγωγή κατ' αυτής, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι του οφείλει οποιοδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα, μετά των τόκων και της δικαστικής δαπάνης και V) Το ίδιο (πέμπτο) εναγόμενο, με το από 17-1-2006 (12662/652/2006) δικόγραφο ανακοίνωσε τη δίκη στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολυμπιακή Αεροπορία", την οποία προσεπικάλεσε σε αναγκαστική παρέμβαση.
Το ανωτέρω Δικαστήριο, με την 6375/2012 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας α) δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την κύρια αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων και αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίησή της, λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 17.000 ευρώ, ενώ την απέρριψε κατ' ουσία, ως προς τους δεύτερο και πέμπτο των εναγομένων, β) απέρριψε την ευθεία αγωγή της ενάγουσας κατά της έκτης των εναγομένων, ασφαλιστικής εταιρείας ως μη νόμιμη και την πλαγιαστική τοιαύτη, ως προώρως ασκηθείσα, γ) απέρριψε ως απαράδεκτες, λόγω αοριστίας των αντίστοιχων δικογράφων, τόσον τη δια των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή της πρώτης των εναγομένων κατά της ενάγουσας όσον και την παρεμπίπτουσα αγωγή-επανταγωγή της ενάγουσας κατά της πρώτης των εναγομένων και δ) απέρριψε την από 17-1-2006 (12661/654/2006) ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή καθώς την από 17-1-2006 (12662/652/2006) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών α) η πρώτη εναγομένη, με την από 19-11-2015 (7135/30-11-2015) έφεσή της κατά των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής ενάγουσας, ήδη αναιρεσειόντων, δεδομένου ότι η αρχικώς ενάγουσα, Η. Β. είχε αποβιώσει στις 16-11-2012, ήτοι, μετά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, β) οι τελευταίοι, με την από 19-10-2016 (4382/27-10-2016) έφεσή τους κατά της πρώτης, δεύτερου, πέμπτου και έκτης των εναγομένων και γ) το πέμπτο εναγόμενο, με την από 21-11-2013 (6808/22-11-20-13) έφεση κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ...", υπό τον όρο ευδοκίμησης της ανωτέρω β' έφεσης.
Το Εφετείο Αθηνών, με την 5527/2017 απόφασή του, ήδη αναιρεσιβαλλομένη, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω εφέσεις, έκρινε παραδεκτές ως εμπροθέσμως και νομοτύπως ασκηθείσες τις α' και γ' εξ αυτών, ως εκπρόθεσμη όμως τη β' τοιαύτη (ήτοι την έφεση που άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες), την οποία εκτίμησε ως αντέφεση, ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που προσβάλλονται με την έφεση και ως εκείνα που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, κατ' άρθρο 523 του Κ.Πολ.Δ.
Στη συνέχεια, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις και την αντέφεση και α) απέρριψε κατ' ουσία την αντέφεση των ήδη αναιρεσειόντων, αφού ερεύνησε όλους τους στο εφετήριο δικόγραφο λόγους, ακόμη και αυτούς, οι οποίοι δεν αφορούσαν στα εκκληθέντα με την α' έφεση κεφάλαια και τα αναγκαίως μετ' αυτών συνεχόμενα, β) απέρριψε κατ' ουσία τη γ' έφεση και γ) δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και ι) απέρριψε ως αόριστες την αγωγή και τη στο ίδιο δικόγραφο ασκηθείσα επικουρικώς πλαγιαστική αγωγή, την ανταγωγή της πρώτης των εναγομένων- εκκαλούσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και την παρεμπίπτουσα ανταγωγή-επανταγωγή της αρχικής ενάγουσας, Η.
Β. και β) απέρριψε την από 17-1-2006 (12661/654/2006) ανακοίνωση δίκης- προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή καθώς και την από 17-1-2006 (12662/652/2006) ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση, που άσκησε το πέμπτο των εναγομένων-εκκαλούν και ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων. Την ως άνω τελεσίδικη απόφαση προσέβαλαν οι αντεκκαλούντες, με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
Επισημαίνεται ότι, κατά δήλωση των αναιρεσειόντων στο αναιρετήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δευτέρου των εναγομένων, S. D., επέδωσε στην πρώτη εξ αυτών δήλωση ότι ο τελευταίος απεβίωσε στις 28-5-2018, χωρίς να γνωστοποιείται δήλωση συνέχισης της δίκης από τυχόν κληρονόμους του.
Με το άρθρο 926 του Α.Κ. καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων, στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά στην περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων, οι οποίοι ενέχονται εις ολόκληρον.
Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας.
Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσον και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που προξενήθηκε από την αδικοπραξία, για τις οποίες οφείλεται χρηματική ικανοποίηση, κατ' άρθρο 932 του Α.Κ. και για την πληρωμή της οποία ευθύνονται όλοι οι υπαίτιοι εις ολόκληρον (Α.Π. 901/2004). Ο βαθμός της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν, δηλαδή, ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών, κατ' άρθρο 927 του Α.Κ. (Α.Π. 1170/2019, Α.Π. 59/2019, Α.Π. 1124/2015, Α.Π. 1804/2014).
Στην ανωτέρω περίπτωση, η παθητική εις ολόκληρον ενοχή στηρίζεται στον ίδιο το νόμο και οι περισσότεροι συνοφειλέτες ευθύνονται σε εκπλήρωση της ίδιας παροχής. Υπάρχει, δηλαδή, ταυτότητα παροχής, που δεν προϋποθέτει αναγκαστικά ταυτότητα νομικού και πραγματικού λόγου γενέσεώς της και, ως εκ τούτου, η υποχρέωση ή κοινή ευθύνη των συνοφειλετών μπορεί να πηγάζει από διαφορετική αιτία και να γεννήθηκε σε διαφορετικό χρόνο (Α.Π. 283/2011, Α.Π. 81/1991).
Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, όχι μόνον, όταν περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται για αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., αλλά και όταν όλα ή μερικά από αυτά ευθύνονται αντικειμενικά και μάλιστα ανεξάρτητα από το αν η αντικειμενική ευθύνη ρυθμίζεται στον Αστικό Κώδικα ή σε ειδικούς νόμους.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, αν ευθύνονται πολλοί σε αποζημίωση από αδικοπραξία, κατ' άρθρο 926 του Α.Κ., έναντι του δικαιούχου της αποζημιώσεως ενέχονται όλοι εις ολόκληρον, ανεξαρτήτως του βαθμού πταίσματος εκάστου, αντιστοίχως δε, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς, απαιτώντας ολόκληρη την αποζημίωση, ανεξαρτήτως του ποσοστού συμμετοχής (βαθμού πταίσματος) στην τέλεση της αδικοπραξίας εκάστου συνυπαίτιου, ο οποίος δεν δύναται να ζητήσει να προσδιοριστεί ο βαθμός του πταίσματός του, καθόσον ο προσδιορισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΣτΕ 1029/2018, Α.Π. 1655/2017, Α.Π. 871/2010).
Και τούτο, διότι προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή ή, έστω, η δυνατότητα κοινής εναγωγής από το ζημιωθέντα περισσότερων προσώπων, φερόμενων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά (Α.Π. 96/2018, Α.Π. 462/2017, Α.Π. 1229/2013). Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο δανειστής στραφεί κατά ενός μόνον συνυπαιτίου, είτε αναγκαστικά για νομικούς λόγους είτε με δική του πρωτοβουλία, ασκώντας το δικαίωμα επιλογής του συνοφειλέτη, από τον οποίο θα απαιτήσει την παροχή, εάν ικανοποιηθεί πλήρως από το συνοφειλέτη αυτόν, το δικαίωμα αναλίσκεται, αφού μόνο μία φορά μπορεί να αξιώσει την εκπλήρωση της παροχής και δεν μπορεί αυτός να αξιώσει εκ νέου την παροχή ή μέρος της από τους λοιπούς συνοφειλέτες.
Εάν, όμως, η παροχή εκπληρωθεί κατά ένα μόνο μέρος, η οφειλή εξακολουθεί να υπάρχει για το ανεκπλήρωτο τμήμα της εις ολόκληρον μεταξύ των οφειλετών. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 416 επ. του Α.Κ., προβλέπονται οι τρόποι απόσβεσης της ενοχής. Μεταξύ αυτών είναι και η καταβολή (άρθρο 416 του Α.Κ.). Τα άρθρα 483 έως 485 του ίδιου Κώδικα καθιερώνουν την αρχή της αντικειμενικής ενέργειας των σ` αυτά αναφερόμενων γεγονότων, στην περίπτωση που περισσότεροι οφειλέτες οφείλουν την ίδια παροχή και καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής, όμως, έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά.
Μεταξύ των γεγονότων που έχουν αντικειμενική ενέργεια είναι και η ολική ή μερική εκπλήρωση της οφειλής με καταβολή της από οποιοδήποτε εις ολόκληρο συνοφειλέτη, που γίνεται, με σκοπό την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή και, επομένως, αυτή έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της απαίτησης του δανειστή και έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών κατ` ίσο με την καταβολή μέρος (Α.Π. 630/2015), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 416 και 483 παρ. 1 εδ. 1 του Α.Κ.
Η τελευταία μάλιστα είναι αναγκαστικού δικαίου και, συνεπώς, τυχόν συμφωνία του δανειστή με τον καταβαλόντα οφειλέτη για υποκειμενική μόνο ενέργεια της καταβολής είναι χωρίς σημασία (Α.Π. 1694/2017, Α.Π. 890/2005). Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, όταν ο θάνατος κάποιου προσώπου προήλθε από πράξεις περισσότερων προσώπων, τα οποία ενέχονται παθητικώς εις ολόκληρον, τότε, κάθε μέλος της οικογένειας του θανόντος έχει δικαίωμα να στραφεί είτε εναντίον όλων των συνυπαίτιων είτε διαδοχικά εναντίον καθενός από αυτούς, απαιτώντας από καθένα ολόκληρη τη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη, αφού και στην περίπτωση αυτή υπάρχει ταυτότητα παροχής με την έννοια που αναφέρθηκε, η οποία ουδόλως αναιρείται από το ότι είναι δυνατόν για κάθε υπόχρεο να προσδιοριστεί διαφορετικό ύψος χρηματικής ικανοποίησης, λόγω του ότι τα επιμέρους προσδιοριστικά στοιχεία αυτής είναι πιθανόν να διαφέρουν για κάθε συνυπαίτιο (Α.Π. 1190/2019, Α.Π. 1694/2017, Α.Π. 1823/1981).
Επομένως, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που κάποιος συνυπαίτιος υπάγεται στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, αφού, όπως αναφέρθηκε, προϋπόθεση της εις ολόκληρον ευθύνης αποτελεί μόνον η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά και, συνεπώς και στην περίπτωση αυτή ουδόλως επηρεάζεται η ουσία, το περιεχόμενο και η έκταση της αξίωσης.
Κατά συνέπεια, εφόσον για έκαστο των συνυπαίτιων και εις ολόκληρον ευθυνόμενων προσώπων προσδιοριστεί η οφειλόμενη χρηματική ικανοποίηση, ενιαία ή διαδοχικά, στο αυτό χρηματικό ποσό, υπάρχει πλήρης ταυτότητα παροχής και ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει ολόκληρο το ποσό αυτό από οποιονδήποτε υπόχρεο, ενώ, σε περίπτωση που καθοριστεί, ενιαία ή διαδοχικά, ως χρηματική ικανοποίηση διαφορετικό ποσό για έκαστο υπόχρεο, εις ολόκληρον οφειλή υφίσταται μόνο στο βαθμό που οι υποχρεώσεις αλληλοκαλύπτονται, ήτοι, μόνο κατά το ποσό που ευθύνονται όλοι οι υπόχρεοι.
Επομένως, στην περίπτωση που κάποιος από τους συνυποχρέους κατέβαλε το ποσό που επιδικάστηκε ως χρηματική ικανοποίηση, δεν δικαιούται ο δικαιούχος να στραφεί πλέον για το ποσό αυτό κατά των υπολοίπων, καθώς η καταβολή αναπτύσσει αντικειμενική ενέργεια υπέρ των υπολοίπων συνυπόχρεων, οι οποίοι δικαιούνται να προβάλουν τη σχετική από το άρθρο 483 του Α.Κ.
ένσταση (Α.Π. 328/1981). Εάν όμως η καταβολή από κάποιο συνοφειλέτη αφορά σε μέρος της χρηματικής ικανοποίησης, επιφέρει απαλλαγή των λοιπών συνυπόχρεων μόνο κατά το μέρος τούτο και ο δικαιούχος δικαιούται να απαιτήσει από τους συνοφειλέτες το υπόλοιπο μη αποσβεσθέν μέρος της απαίτησής του. Σύμφωνα με όσα προεκτίθενται, με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθμ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη ο ενάγων από την κοινή αδικοπρακτική συμπεριφορά περισσοτέρων, αρκεί, λόγω της εις ολόκληρον ευθύνης των τελευταίων, η αναφορά ενός και μόνον ποσού, το οποίο, καθένας μεν από αυτούς έχει υποχρέωση να το καταβάλει ολόκληρο, ο δε ενάγων δανειστής έχει δικαίωμα να το απαιτήσει μόνο μια φορά, ενώ, η παράθεση των ειδικότερων προσδιοριστικών παραγόντων της ηθικής βλάβης, όπως είναι η έκταση της βλάβης του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος καθενός των υπαιτίων, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση καθώς και οι προσωπικές σχέσεις των διαδίκων, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως ενός εκάστου των υπαιτίων κ.λ.π., που αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων, που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής (έκταση βλάβης, βαρύτητα πταίσματος), είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθορισθεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (συμπαρομαρτούσες συνθήκες), δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, δεν είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι` αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση ο ασφαλιστής αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον αντισυμβαλλόμενο (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση).
Ειδικότερα, ασφαλισμένος στη σύμβαση ασφάλισης κατά ζημιών, όπως είναι και η ασφάλιση της αστικής ευθύνης κατά το άρθρο 25 του ως άνω νόμου, είναι αυτός που θίγεται με την επέλευση του κινδύνου και χάριν του οποίου συνάπτεται η σύμβαση ασφάλισης. Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, αν όμως αυτές δεν συμπίπτουν, η ασφάλιση συνάπτεται τότε για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, κατά την έννοια του άρθρου 411 του Α.Κ.
Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος είναι ο ασφαλισμένος τρίτος και αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να ζητήσει την καταβολή του ασφαλίσματος απευθείας από τον ασφαλιστή. Εξάλλου, ναι μεν η ασφάλιση της αστικής ευθύνης δεν είναι από μόνη τη φύση της και το σκοπό της γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση, αλλά, σύμβαση, που λειτουργεί μεταξύ των μερών, ο δε τρίτος που προβάλλει αξιώσεις κατά του λήπτη της ασφάλισης μόνο πλαγιαστικά μπορεί να στραφεί κατά του ασφαλιστή, ασκώντας κατ' αυτού τα αντίστοιχα δικαιώματα του ασφαλισμένου (άρθρο 72 του Κ.Πολ.Δ.).
Σε περίπτωση, όμως, που η ασφάλιση της αστικής ευθύνης προβλέπεται από το νόμο ως υποχρεωτική, ρητά ορίζει το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 2496/1997, ότι ο τρίτος έχει ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή και μάλιστα και πέραν από το ασφαλιστικό ποσό, μέχρι το όριο, για το οποίο η ασφάλιση είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, η εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν έχει ακόμη αρχίσει, σύμφωνα με τη ρητή επιφύλαξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του ως άνω άρθρου 26 του ν. 2696/1997, αφού δεν έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες στην παράγραφο αυτή αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση συναρμόδιου Υπουργού, με τις οποίες θα καθοριστούν οι υπηρεσίες ή τα νομικά πρόσωπα, που θα δέχονται τις κοινοποιήσεις των ασφαλιστών, καθώς και η διαδικασία του ελέγχου τήρησης της υποχρεωτικής ασφάλισης και οι αναγκαίες λεπτομέρειες λειτουργίας των υποχρεωτικών ασφαλίσεων της αστικής ευθύνης.
Συνεπώς, στο πλαίσιο του ν. 2496/1997, που ισχύει από τις 17.11.1997, δεν απορρέει από τις συμβάσεις υποχρεωτικής ασφάλισης ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή, εφόσον δεν εκδόθηκαν οι παραπάνω υπουργικές αποφάσεις, έστω και αν για το συγκεκριμένο είδος αστικής ευθύνης η ασφάλιση προβλεπόταν ως υποχρεωτική, πριν από το ν. 2496/1997, εκτός, αν με την ασφαλιστική σύμβαση, ειδικά συμφωνήθηκε να λειτουργεί αυτή ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου ή ρητά ο νόμος παρέχει στον τρίτο ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή.
Υποχρεωτική πριν ήδη από το ν. 2496/1997 ήταν, κατά το άρθρο 137 του Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου (ν. 1815/1988), η αεροπορική ασφάλιση για τις ζημίες από τη σύμβαση μεταφοράς επιβατών, πραγμάτων ή αποσκευών, ενώ με το άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 2407/23.7.1992 (L 240) του Συμβουλίου ορίστηκε ως υποχρεωτική στον κοινοτικό χώρο η ασφάλιση του αερομεταφορέα κατά των κινδύνων αστικής ευθύνης ατυχημάτων, ιδίως όσον αφορά στους επιβάτες, τις αποσκευές, το φορτίο, το ταχυδρομείο και τους τρίτους, διευκρινίστηκε δε με το άρθρο 3 παρ. 1 (β) του Κανονισμού (ΕΚ) 2027/9-10-1997 του Συμβουλίου (L. 285) ότι η παραπάνω υποχρέωση έχει την έννοια ότι ο κοινοτικός αερομεταφορέας ασφαλίζεται οπωσδήποτε μέχρι του ορίου της, κατά την παράγραφο 2, ευθύνη και κατόπιν μέχρι ένα εύλογο ποσό.
Ωστόσο, ούτε από τις διατάξεις αυτές ούτε από εκείνες του άρθρου 1 του ν.δ. 400/1970 "περί της ιδιωτικής επιχειρήσεως ασφαλίσεως" προκύπτει ευθεία αξίωση του τρίτου κατά του ασφαλιστή για τις ζημίες του από αερομεταφορά ούτε βέβαια μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά στις αερομεταφορές η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του κωδικοποιημένου με το π.δ/γμα 237/1986 ν. 489/1976, σύμφωνα με την οποία το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό της σύμβασης αυτής, με την οποία ασφαλίζεται υποχρεωτικά, η αστική ευθύνη για ζημίες από αυτοκίνητο, ευθεία αξίωση κατά του ασφαλιστή για τις ζημίες αυτές, αφού πρόκειται για διαφορετικά είδη υποχρεωτικά καλυπτόμενης αστικής ευθύνης (Α.Π. 180/2014, Α.Π. 179/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 29/1998, Α.Π. 156/2017).
Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο, για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο 'απαράδεκτο' νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της.
Μέσω του ανωτέρω αναιρετικού λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό ασκήσεως ενδίκων μέσων καθώς και των πρόσθετων λόγων αυτών (Α.Π. 1181/2019, Α.Π. 503/2018, Α.Π. 370/2014). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 159 παρ. 3 και 160 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η παράβαση διάταξης, που ρυθμίζει τη διαδικασία, και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης, συνεπάγεται την ακυρότητά της, την οποία πάντοτε απαγγέλλει το δικαστήριο, μόνο στην περίπτωση, κατά την οποία αυτό, χωρίς να διατάξει αποδείξεις, αλλά ακολουθώντας τους κανόνες της ελεύθερης απόδειξης, κρίνει ότι η παράβαση δεν προκάλεσε στον προτείνοντα διάδικο βλάβη, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας.
Θεωρείται, πάντως, ότι δεν υπάρχει δικονομική βλάβη στην περίπτωση, κατά την οποία παραβιάστηκαν διατάξεις, που ρυθμίζουν τη διαδικασία (όπως η μη επίδοση ή η μη προσήκουσα επίδοση), όταν από τη σημειωθείσα παράβαση δεν επηρεάζεται η δυνατότητα και η προϋπόθεση της εξασφάλισης ασκήσεως δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι, πρωτίστως, το θεμελιώδες δικαίωμα της υπερασπίσεως ή της άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης που εκδόθηκε (Ολ.Α.Π. 12/2000, Α.Π. 1293/2018, Α.Π. 1219/2007).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ειδικώς και ως προς κάθε λόγο αναιρέσεως. Το έννομο συμφέρον θεμελιώνεται στη βλάβη που υφίσταται ο ηττηθείς διάδικος από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, την επιβλαβή έννομη συνέπεια της οποίας επιδιώκει να ανατρέψει με την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (Α.Π. 796/2020, Α.Π. 1081/2017, Α.Π. 640/2015, Α.Π. 209/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο απέρριψε την από 19-10-2016 (4382/27-10-2016) έφεσή τους κατά της 6375/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμη άσκησής της, παρότι η επίδοση της ως άνω απόφασης στην πρώτη εξ αυτών (Α.
Β.) είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη, με συνέπεια τη μη εκκίνηση, ως προς αυτήν, της προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, ισχυρισμό, τον οποίο προέβαλαν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κρίση, που προκάλεσε σ' αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη, καθότι το Εφετείο όφειλε, λόγω της ελαττωματικότητας της ως άνω επιδόσεως, να δεχθεί ότι το εν λόγω ένδικο μέσο ασκήθηκε εμπρόθεσμα από την πρώτη εξ αυτών και, δυνάμει του κατ' άρθρο 537 του Κ.Πολ.Δ.
επεκτατικού αποτελέσματος της έφεσης και από τους λοιπούς. Πλην όμως, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι είναι βάσιμη η ως άνω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ουδεμία βλάβη υπέστησαν από την επικαλούμενη ακυρότητα της επίδοσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στην πρώτη εξ αυτών. Και τούτο διότι, όπως προεκτίθεται, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρότι εκτίμησε ως αντέφεση την κατ' αυτό εκπροθέσμως ασκηθείσα έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ερεύνησε, έστω και εσφαλμένα, όλους τους δι' αυτής προβληθέντες λόγους και όχι μόνον τους λόγους που αφορούσαν στα κεφάλαια της εκκληθείσας απόφασης, που προσβλήθηκαν με την έφεση της πρώτης των εναγομένων και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και σε εκείνα, που συνέχονται αναγκαστικά με αυτά.
Συνακόλουθα, ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 2-1-2006 (1934/169/9-1-2006) αγωγής, η ήδη αποβιώσασα ενάγουσα (Η. Β., μητέρα των ήδη αναιρεσειόντων), εξέθεσε: Ότι, στις 14-9-1999, το αεροσκάφος, ελληνικού νηολογίου ..., το οποίο είχε κατασκευασθεί από την πρώτη εναγομένη (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), εκτελούσε πτήση από Αθήνα προς Βουκουρέστι Ρουμανίας, μεταξύ δε των επιβατών, ήταν και ο Δ.
Π., υιός της θυγατέρας της (ήδη πρώτης των αναιρεσειόντων). Ότι, κατά τη διάρκεια της πτήσης, συνέβη το ατύχημα, συνεπεία του οποίου έχασε τη ζωή του, μεταξύ των άλλων και ο ως άνω συγγενής της. Ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των εναγομένων και κυρίως της πρώτης εξ αυτών, κατασκευάστριας του αεροσκάφους, κατά τα ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα.
Ότι, το 1992, η τελευταία παραχώρησε το ως άνω αεροσκάφος στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία και, στη συνέχεια, τούτο περιήλθε, κατά κυριότητα, στο πέμπτο των εναγομένων (Ταμείο Αεροπορικής Αμύνης), ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, το οποίο είχε υποχρέωση να επιβλέπει και να μεριμνά για την κατάλληλη και ιδίως ασφαλή λειτουργία του ως άνω αεροσκάφους, που, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο στην έκτη των εναγομένων, ασφαλιστική εταιρεία, ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων.
Ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία, μετά 47 περίπου λεπτά από την απογείωσή του και, ενώ το ως άνω αεροσκάφος βρισκόταν στο επίπεδο των 15.000 ποδών και εκινείτο με ταχύτητα 332 κόμβων, παρουσίασε συνεχείς ανεξέλεγκτες βίαιες ταλαντώσεις, ως προς τον άξονα ανόδου-καθόδου, διάρκειας 27 δευτερολέπτων, συνεπεία των οποίων προκλήθηκαν σωματικές βλάβες και θάνατοι επιβατών, μεταξύ των οποίων και του συγγενούς της (συζύγου της θυγατέρας της).
Ότι καθοριστικοί παράγοντες για την επέλευση του ως άνω ατυχήματος αποτέλεσαν κυρίως πράξεις και παραλείψεις της πρώτης εναγομένης, όπως περιγράφονται στο αγωγικό δικόγραφο, ενώ το πέμπτο των εναγομένων δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή σχετικά με τον εντοπισμό και την επανόρθωση των παραλείψεων αυτών.
Ότι στο μοιραίο αποτέλεσμα συνετέλεσε τόσον ο δεύτερος των εναγομένων, πρόεδρος και γενικός διευθυντής της πρώτης εξ αυτών, ο οποίος, ως εκ της θέσεώς του όφειλε να έχει μεριμνήσει, ώστε αυτή να έχει προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να αποφευχθούν οι στο δικόγραφο περιγραφόμενες παραλείψεις, όσον και οι πράξεις και παραλείψεις του τρίτου και του τέταρτου των εξ αυτών, ανώτατων στελεχών της Ολυμπιακής Αεροπορίας.
Ότι ο αδόκητος θάνατος του γαμπρού της προκάλεσε σ' αυτήν έντονα συναισθήματα θλίψης και, συνακόλουθα, ζητούσε, μετά την παραδεκτή μετατροπή σε αναγνωριστικό του καταψηφιστικού αιτήματος και την παραίτηση του αγωγικού δικογράφου, ως προς τους τρίτο και τέταρτο των εναγμένων, να αναγνωριστεί ότι είναι υποχρεωμένοι να της καταβάλουν, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης α) οι πρώτη και δεύτερος το ποσό των 5.000.000 ευρώ, εις ολόκληρον ο καθένας και β) το πέμπτο και η έκτη, το ποσό των 1.500.000 ευρώ, ομοίως, εις ολόκληρον.
Ότι η διαφοροποίηση των ποσών της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης οφείλεται στη βαρύτητα των πράξεων και παραλείψεων της πρώτης των εναγομένων, συνεπεία των οποίων προκλήθηκε το ως άνω αεροπορικό ατύχημα και, εντεύθεν, ο θάνατος του συγγενούς της, ως και η ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική υπεροχή αυτής και του δεύτερου εναγομένου.
Με το εν λόγω περιεχόμενό της η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, καθόσον η κυρίως ενάγουσα αιτείται διαφορετικά χρηματικά ποσά ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης από τους εναγομένους, που φέρονται ως συνυπεύθυνοι για την πρόκληση της ζημίας. Με τον τρόπο όμως αυτό και δεδομένου ότι πρόκειται για το ίδιο βιοτικό συμβάν, δεν προσδιορίζεται η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ως ενιαίο μέγεθος, η αναφορά, δηλαδή, ενός και μόνου χρηματικού ποσού, το οποίο καθένας μεν από τους εναγομένους έχει υποχρέωση να καταβάλει εις ολόκληρο, η δε ενάγουσα έχει δικαίωμα να το απαιτήσει κατ' επιλογήν της, διαιρετά ή σε ολόκληρο από τον καθένα από τους αντιδίκους της μόνο μία φορά.
Ούτε δε είναι δυνατός ο προσδιορισμός του μεγέθους της αξίωσης της ενάγουσας είτε κρίνοντας ότι το χρηματικό αυτό ποσό ανέρχεται στο ποσό των 5.000.000 ευρώ, που αιτείται την καταβολή ολόκληρου μόνο από τους δύο πρώτους εναγομένους και επιμερίζει ως προς τους λοιπούς, είτε κρίνοντας ότι το χρηματικό αυτό ποσό ανέρχεται στο άθροισμα των επιμέρους ποσών που αιτείται από όλους τους εναγομένους, καθότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με σαφήνεια από το περιεχόμενο της αγωγής.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου και η νομίμως σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο με την κυρία αγωγή, πλαγιαστική αγωγή είναι αόριστη, καθόσον αορίστως ζητείται η καταβολή της ένδικης απαίτησης από την έκτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία προς το πέμπτο εναγόμενο, που φέρεται να αδρανεί. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τόσον την κύρια αγωγή όσον και τη στο ίδιο δικόγραφο σωρευόμενη πλαγιαστική τοιαύτη ως αόριστες, δεν αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του επιδίκου δικαιώματος της αρχικώς ενάγουσας και δη οι διατάξεις των άρθρων 914, 926, 932, 480-482 του Α.Κ.
και, συνακόλουθα, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Μετά ταύτα, με δεδομένη την, κατά τα ανωτέρω, αοριστία του αγωγικού δικογράφου, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες, αντίστοιχα, στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 410, 411 επ.
του Α.Κ., σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 2496/1997 και σε κάθε περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 5 και παρ. 1 του ίδιου νόμου και μη λήψη υπόψη του αγωγικού ισχυρισμού ότι η ασφαλιστική σύμβαση αποτελούσε τοιαύτη υπέρ τρίτου, λόγω απόρριψης ως μη νόμιμης της στο ίδιο δικόγραφο σωρευόμενης ευθείας αγωγής της ενάγουσας κατά της έκτης των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ποσό των 1.500.000 ευρώ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων.
Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις στην ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με βάση τις οποίες η κυρίως ενάγουσα δεν δικαιούτο να στραφεί ευθέως κατά της ως άνω εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, ήδη τρίτης των αναιρεσιβλήτων, παρά μόνον πλαγιαστικώς, λαμβανομένου, επιπροσθέτως, υπόψη ότι με την ανωτέρω αγωγή της δεν επικαλείται, ως προς την επίμαχη σύμβαση ασφαλίσεως, συμφωνία περί καταρτίσεως συμβάσεως υπέρ τρίτου, αλλά ότι η σύμβαση αυτή συνιστά σύμβαση υπέρ τρίτου, παραθέτει, δηλαδή, την άποψή της ως προς τη φύση της εν λόγω συμβάσεως.
Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. του ίδιου Κώδικα), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, που αυτός υπέστη από την προσβολή, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού), από την ΕΣΔΑ (άρθρ. 8 ν.δ.
του 53/1974) και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (άρθρ. 17 και 22 ν. 2462/1997). Στις εκδηλώσεις της προσωπικότητας, με την προαναφερόμενη έννοια, περιλαμβάνεται η τιμή και η υπόληψη, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου, καθώς και η ελευθερία (σωματική, ψυχική και οικονομική), η οποία περιλαμβάνει τη δυνατότητα ακώλυτης ανάπτυξης κάθε ανθρώπινης ενέργειας.
Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή κατευθύνονται στην αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής, προσωπικής και επαγγελματικής αξίας του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, κατά τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων και αξιώσεών του ή σε άλλες εκφάνσεις της ζωής του ή κατατείνουν στην περιφρόνησή του.
Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον. Ως άρση της προσβολής νοείται ο άμεσος παραμερισμός της πράξης, που συνιστά την προσβολή, ώστε να επανέλθει η προηγούμενη κατάσταση. Η άρση, επομένως, προϋποθέτει ότι η πράξη της προσβολής είναι παρούσα και ενεργή.
Αν η πράξη έχει συντελεστεί και παραμένουν τα αποτελέσματα της προσβολής, δεν νοείται άρση της προσβολής με την έννοια του άρθρου 57 του Α.Κ., αλλά, γεννώνται αξιώσεις με αποκαταστατικό χαρακτήρα (ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αποζημίωση), εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του προσβάλλοντος. Εάν η προσβολή, δηλαδή, έχει λήξει, η άρση των αποτελεσμάτων της επιτυγχάνεται με τη διάταξη του άρθρου 59 του Α.Κ.
Επιπλέον, η αξίωση παράλειψης της προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον αναφέρεται σε μελλοντική προσβολή, δηλαδή, συνιστά προληπτικό μέτρο και προϋποθέτει απειλούμενη προσβολή, ήτοι για την κατάφαση της αξίωσης πρέπει να υπάρχει βάσιμη απειλή επικείμενης προσβολής και δεν αρκεί η επίκληση μιας υποθετικής απειλής.
Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του προσβάλλοντος (Ολ.Α.Π. 812/1980, Α.Π. 706/2020, Α.Π. 149/2020, Α.Π. 1436/2017 Α.Π. 1431/2017, Α.Π. 1599/2000, Α.Π. 1735/2009).
Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά, αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου και στις επιταγές της έννομης τάξης, να αντίκειται, δηλαδή, σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την προσβολή, μπορεί δε να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Σύμφωνα με το άρθρο 116 του Κ.Πολ.Δ., οι διάδικοι, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι και οι πληρεξούσιοι αυτών οφείλουν να τηρούν τους κανόνες των χρηστών ηθών και της καλής πίστεως, να αποφεύγουν ενέργειες, που φανερά οδηγούν στην παρέλκυση της δίκης, να εκθέτουν τα πραγματικά γεγονότα, που αναφέρονται στην υπόθεση, έτσι ακριβώς όπως τα γνωρίζουν με πληρότητα και σύμφωνα με την αλήθεια, αποφεύγοντας διφορούμενες και ασαφείς εκφράσεις.
Με την ως άνω διάταξη, που αποσκοπεί στον περιορισμό της κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων, επιβάλλεται στο διάδικο, κατά τη διενέργεια των διάφορων διαδικαστικών πράξεων, η τήρηση των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης καθώς και η αποφυγή ενεργειών, που οδηγούν στην παρέλκυσή της. Ακόμη δε επιβάλλεται, ως γνήσια υποχρέωση (και όχι απλώς δικονομικό βάρος), η τήρηση του αποκαλούμενου καθήκοντος αληθείας, με το οποίο απαγορεύεται στο διάδικο η εν γνώσει της αναληθείας τους προβολή αναληθών πραγματικών ισχυρισμών καθώς και η αμφισβήτηση των αληθών πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του.
Περαιτέρω, κατ' άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα, κάθε διάδικος, κατά την υπεράσπιση των απόψεων του, σε σχέση με την επίδικη διαφορά και κατά την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου του, υπέχει υποχρέωση να τηρεί το επιβαλλόμενο μέτρο ευπρέπειας του δικανικού λόγου, κατά τη σύνταξη των δικογράφων και των προτάσεων του, για να θεωρείται ότι μετέχει στη λειτουργία της δικαιοσύνης και να μην διατυπώνει, όταν μάλιστα δεν είναι αναγκαίο για την προσήκουσα υπεράσπιση της υπόθεσης, δηλαδή, των συμφερόντων του, φράσεις με οξείς χαρακτηρισμούς και κρίσεις σε βάρος του αντιδίκου του ή του πληρεξουσίου του ή του δικαστηρίου, οι οποίες ενέχουν καταφρονητική, ειρωνική μεταχείριση, ονειδισμό και περιφρόνηση των άνω παραγόντων της δίκης (Α.Π. 680/1994).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., άλλως, αυτή από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, για το λόγο ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, απέρριψε ως αόριστη την από 2-12-207 (264271/11736/2007) παρεμπίπτουσα αγωγή-επανταγωγή, που άσκησε η αρχικώς ενάγουσα Η. Β. κατά της πρώτης των εναγομένων ("....").
Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου αυτού προκύπτει ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα-επαντενάγουσα εξέθετε ότι: "... Η εναγομένη, με τις από 9-5-2006 προτάσεις της... δεν περιορίστηκε στην αντίκρουση των ισχυρισμών μου, αλλά συγχρόνως άσκησε εναντίον μου ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί ότι υποχρεούμαι να της καταβάλω το ποσό του 1.000.000 ευρώ για την αποκατάσταση της δήθεν ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη λόγω της δήθεν προσβολής της φήμης της από το περιεχόμενο της αγωγής μου. Συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη ισχυρίσθηκε με την εν λόγω ανταγωγή της τα ακόλουθα:...
Εν προκειμένω η αντίδικος με την υπό κρίση αγωγή της έχει παραβιάσει βάναυσα τις ανωτέρω επιταγές (άρθρο 206 ΚΠολΔ), προσβάλλοντας με υβριστικούς ισχυρισμούς την εταιρεία μας, επιφέροντας βαρύτατο πλήγμα στο όνομα και τη φήμη της... Η βαρύτατα υβριστική - συκοφαντική αυτή διατύπωση σε βάρος της εταιρείας μας που εντελώς ψευδώς, αόριστα και αναπόδεικτα υπολαμβάνει ευθέως εγκληματική αδιαφορία της εταιρείας μας για τη ζωή των επιβατών των αεροπλάνων που κατασκευάζει και μάλιστα με σκοπό τη μεγιστοποίηση των κερδών της θίγει το πλέον ευαίσθητο και σημαντικό κεφάλαιο της φήμης και του ονόματος και συνακόλουθα της υπόστασης της εταιρείας μας.
Χαρακτηριστικό της συνειδητά κακόβουλης αυτής φρασεολογίας (που έχει ως προφανή παράπλευρο σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και όχι την ανεύρεση της αλήθειας) είναι ο αμέσως μετά διατυπούμενος ισχυρισμός της αντιδίκου ότι δήθεν 'η αντιφατική και ακατανόητη στάση της Ν. επισημαίνεται και κατακρίνεται από όλα τα πορίσματα'...
Τέλος, συναφώς και με τα παραπάνω, οφείλουμε να επισημάνουμε... ότι η αντίδικος παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ... Στην κρινόμενη υπόθεση... προκύπτει ότι η εν γνώσει άσκηση προφανώς αβάσιμης αγωγής υπό την έννοια του άρθρου 205 ΚΠολΔ... Με τους ανωτέρω ισχυρισμούς της η αντίδικος προσέβαλε βαρύτατα την τιμή και την υπόληψή μου και την εν γένει προσωπικότητά μου, δοθέντος ότι...- Έχω παραβιάσει βάναυσα το επιβαλλόμενο μέτρο ευπρέπειας του δικανικού λόγου και έχω εκτραπεί σε εξυβριστικές ή ανάρμοστες φράσεις. -Έχω παραβιάσει βάναυσα το καθήκον αληθείας και τις ηθικές επιταγές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών. -Την έχω προσβάλλει με υβριστικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς. - Χρησιμοποίησα συνειδητά κακόβουλη φρασεολογία με προφανή παράπλευρο σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και όχι την ανεύρεση της αλήθειας. - Παραβίασα το άρθρο 205 ΚΠολΔ προβάλλοντας με το δικόγραφό μου εν γνώσει μάλιστα ψευδείς ισχυρισμούς και μια προφανώς αβάσιμη αγωγή. - Η εν γένει συμπεριφορά μου αποτελεί μία κλασική περίπτωση άμετρης προσφυγής στη δικαιοσύνη.
Με την προβολή των ανωτέρω ψευδών, κακόπιστων και προσβλητικών ισχυρισμών, η αντίδικος είναι προφανές ότι δεν αποσκοπούσε στην αντίκρουση της εναντίον της ασκηθείσης αγωγής μου αλλά αποκλειστικά στον εκφοβισμό μου και την εκμετάλλευση της τεράστιας οικονομικής ισχύος της, με την προβολή αξίωσης ανερχομένης στο σημαντικότατο ποσό του 1.000.000 ευρώ για την αποκατάσταση δήθεν ηθικής βλάβης...
Επειδή με τις ανωτέρω παράνομες και υπαίτιες ενέργειές της η εναγομένη προσέβαλε την προσωπικότητά μου και την τιμή και την υπόληψή μου. Επειδή η εναγομένη υποχρεούται σε άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, δοθέντος ότι υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της προσβολής. Επειδή η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί με απόφαση του δικαστηρίου σας να ανακαλέσει τους βαρύτατα προσβλητικούς και συκοφαντικούς ισχυρισμούς της.
Επειδή η εναγομένη πρέπει να υποχρεωθεί με απόφαση του Δικαστηρίου σας να μην επαναλάβει στο μέλλον τους εν λόγω ισχυρισμούς. Επειδή από τις εν λόγω ενέργειές της έχω υποστεί βαρύτατη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούμαι το εύλογο και δίκαιο ποσό των 2.000.000 ευρώ...". Η ένδική αγωγή, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919 και 932 του Α.Κ.
στοιχεία και ειδικότερα α) την ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας της παρεμπιπτόντως αρχικώς ενάγουσας-επαντενάγουσας, Η. Β., λόγω των ισχυρισμών της πρώτης των εναγομένων, παρεμπιπτόντως εναγομένης-επαντεναγομένης, ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, όπως παρατίθενται στην από 9-5-2006 ανταγωγή της, β) το παράνομο της προσβολής, το οποίο συνίσταται στην υπέρβαση του δικαιώματος της τελευταίας προς αντίκρουση της σε βάρος της αγωγής και υπεράσπισης των εννόμων συμφερόντων της, με την παράθεση ψευδών και προσβλητικών για την προσωπικότητα της παρεμπιπτόντως ενάγουσας-επαντενάγουσας ισχυρισμών, γ) το πταίσμα της ανωτέρω, παρεμπιπτόντως εναγομένης-επαντεναγομένης, ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία ενήργησε εν γνώσει του ψεύδους των ισχυρισμών της και δ) την ηθική βλάβη που, αιτιωδώς, υπέστη η παρεμπιπτόντως ενάγουσα-επαντενάγουσα, Η.
Β.. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε αόριστη την ανωτέρω παρεμπίπτουσα αγωγή, αξίωσε στοιχεία διάφορα των αναγκαίων και δη των υπό των ανωτέρω διατάξεων απαιτουμένων, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο, που προεκτίθεται και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό, για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ).
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ' αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, που ηττήθηκε και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη ενεχόμενοι, στα δικαστικά έξοδα των ως άνω δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 106, 176, 180 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση των 1) Α. Β. του Ε., 2) Π. Β. του Ε. και 3) Α. Β. του Ε. για αναίρεση της 5527/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη ενεχομένους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 5527/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη των αναιρεσιβλήτων.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο, που προεκτίθεται, για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, στη σύνθεση του οποίου θα μετέχουν άλλοι δικαστές.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ