Legislator Case Law & Legislation
825/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's rejection of damages claim for fraudulent bank documents and negligent handling of funds.

Case Number 825/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Thessaloniki Court of First Instance's decision rejecting a damages claim based on fraudulent bank documents. The plaintiffs argued that the bank's employees issued forged checks and mishandled funds, while the bank contended the defendants lacked the expertise to detect the fraud. The court found the lower court erred in applying civil code provisions regarding fraud and negligence, ruling that the defendants' actions constituted a joint fault warranting compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 922, and 300 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a court of first instance violates substantive law when it incorrectly applies the standard for fraud and negligence in cases involving financial institutions and forged documents, thereby requiring the reversal of the judgment and remittal of the case.

Keywords

AI generated
fraudulent bank documents negligence in handling funds joint fault liability civil code fraud provisions appeal against first instance damages for financial loss bank employee misconduct

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
Article 922 of the Civil Code
Article 300 of the Civil Code
Article 562 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 825/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικού διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τρανταφυλλάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη, που ανακάλεσε την από 4/3/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Α., 2) Α. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σούσουρα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26076/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2621/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/11/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 23-11-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2621/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 26076/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 9-4-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατ' αυτής και άλλων μη διαδίκων στην παρούσα, για καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προς βεβαίωση λόγου αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Το δικαστήριο, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, που αποτελούν την ιστορική της βάση, προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της.

Η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αρ. 8 και 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής και τα οποία αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια.

Τούτο διότι, το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔικ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 308/2015, ΑΠ 502/2014). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015). Όταν, όμως, το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που είναι αναγκαία για το, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο του περιεχομένου της και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία δεν περιέχονται στο δικόγραφο αυτής, και δεχθεί την αγωγή ως ορισμένη παρά την αοριστία της, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 661/2015, ΑΠ 935/2014).

Δεν συνιστά όμως το λόγο αυτό η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν στα πλαίσια αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και ακριβέστερου προσδιορισμού των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση αυτής, αν και διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική της βάση (ΑΠ 559/2008, ΑΠ 1321/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δέχθηκε, ως προς το περιεχόμενο της ιστορικής βάσης αυτής, τα ακόλουθα: "Ότι η πρώτη εναγομένη Π. Κ., δικηγόρος … και νομική σύμβουλος της "Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε" ( Ε.Κ.Τ.Ε) και της "Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", οι οποίες ήδη συγχωνεύτηκαν με απορρόφησή τους από την τρίτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.

Ε", εκμεταλλευόμενη την ιδιότητα της αυτή, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της ανατέθηκε από την τράπεζα και προκειμένου να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος τους, παρέστησε εν γνώσει της ψευδώς στον πρώτο ενάγοντα, που ενεργούσε και για λογαριασμό του δεύτερου ενάγοντα, ότι της είχε ανατεθεί από τις προαναφερθείσες τράπεζες η διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου με σταθερό επιτόκιο 24%, και ότι τα χρηματικά ποσά που θα της παρέδιδε, προκειμένου να συμμετάσχει στο ως άνω επενδυτικό πρόγραμμα ο ίδιος με το δεύτερο ενάγοντα γιο του θα τα κατέθετε για λογαριασμό τους στις εν λόγω τράπεζες, οι οποίες και θα εξέδιδαν στο όνομα τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα.

Ότι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και βεβαιώσεις της, έπεισε τον πρώτο ενάγοντα και μέσω αυτού τον δεύτερο, να της παραδώσουν το συνολικό ποσό των 29.347,02 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους, ενώ τους παρέδωσε πλαστούς τίτλους και παραστατικά.

Ότι ο δεύτερος εναγόμενος Θ. Π., ο οποίος εργαζόταν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας στις προαναφερόμενες τράπεζες, ενεργώντας παράνομα αι υπαίτια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν και κατά κατάχρηση αυτής, με σκοπό τον πορισμό παράνομου περιουσιακού οφέλους, παρείχε άμεση συνδρομή στην ανωτέρω πρώτη εναγομένη κατά τη διάρκεια και εκτέλεση των προαναφερομένων αξιόποινων πράξεων.

Ότι λόγω της σε βάρος τους παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των ως άνω εναγομένων, οι ενάγοντες υπέστησαν θετική και αποθετική ζημία, που συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος που με βεβαιότητα θα κέρδιζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κατά το χρονικό διάστημα από την τελευταία ανανέωση της επένδυσης του αναφερόμενου χρηματικού ποσού μέχρι την 31-3-1999, οπότε άσκησαν την υπ' αριθμ.1294/14-1-2000 αγωγή τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ,από την οποία παραιτήθηκαν με την κρινόμενη αγωγή.

Ότι για την παραπάνω ζημία, αλλά και την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπραξία των δυο πρώτων εναγομένων ευθύνεται παράλληλα και η τρίτη εναγομένη καθολική διάδοχος των τραπεζών που προέστησαν τους υπαιτίους υπαλλήλους τους ...". Ακολούθως, το Εφετείο, έκρινε ότι η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο αυτής στοιχεία και, απορρίπτοντας τον υποβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής, έκρινε αυτή νόμιμη, θεμελιούμενη στα άρθρα 914, 922, 297, 298, 926, 927, 932 ΑΚ.

Με βάση το διαλαμβανόμενο περιεχόμενο της αγωγής, στο δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα τα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά αυτής ζημίας στους αναιρεσίβλητους, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας.

Επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για την ίδρυση της ευθύνης της προστήσασας τράπεζας ΕΚΤΕ από την αδικοπραξία του προστηθέντος και αναφερόμενου ειδικά υπαλλήλου της δεύτερου εναγομένου (Θ.Π.),επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ήτοι η σχέση πρόστησης, με βάση την συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση, η ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και συνιστάμενη στην παροχή απλής συνδρομής στην ως άνω αδικοπραγήσασα (Π.Κ.) και ότι η ενέργεια αυτή του ανωτέρω προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής, καθώς και ότι μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα αυτόν υφίσταται εσωτερική συνάφεια.

Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι κατά το δικόγραφο της αγωγής και η αναφερόμενη πρώτη εναγόμενη (Π. Κ.) ήταν προστηθείσα των άνω τραπεζών, αλλά περιγράφονται και πράξεις και παραλείψεις άλλων στελεχών αυτών, με τις οποίες θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας, ως διαδεχθείσας τις προστήσασες όλους τους υπαίτιους της ζημίας, τράπεζες.

Τα εκτιθέμενα στοιχεία αδικοπραξίας του προστηθέντος υπαλλήλου της ήδη αναιρεσείουσας (δεύτερου εναγόμενου) είναι αρκετά για την ευθύνη του ιδίου σε αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας τράπεζας και κατ' επέκταση της αναιρεσείουσας.

Δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αγωγή για τη θεμελίωση της ευθύνης του ως άνω προστηθέντος της τελευταίας και, συνεπώς, για το ορισμένο αυτής, ότι αυτός επέδειξε συγκεκριμένη συμπεριφορά, με την οποία προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους την απόφαση να συναλλαγούν με την Π. Κ. και να πεισθούν ότι συναλλάσσονται με την τράπεζα ΕΣΤΕ στην σκοπούμενη επένδυση.

Εξάλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι, ισχυρίστηκαν στο δικόγραφο, εκτός των άλλων, αφενός μεν ότι τα γραμμάτια είσπραξης που παρέδιδε η ανωτέρω πρώτη εναγόμενη στους εξαπατώμενους ήταν πλαστογραφημένα φωτοαντίγραφα γνήσιων εγγράφων της Τράπεζας ΕΣΤΕ που είχε χορηγήσει σ' αυτήν ο δεύτερος, σαφώς δε κατά το όλο νόημα του περιεχομένου της αγωγής, τέτοιας μορφής ήταν και εκείνα που παραδόθηκαν στους αναιρεσίβλητους, αναφέρεται δε ειδικά ότι ήταν πλαστοί οι τίτλοι που τους παραδόθηκαν (σελίδα 10 της αγωγής), και εκτίθεται ότι οι κωδικοί αριθμοί οι οποίοι αναγράφονταν στους τίτλους που παραδόθηκαν σ' αυτούς, ήταν υπαρκτοί αριθμοί γνήσιων κωδικών (σελίδα 10 της αγωγής) και ότι τούτους είχε χορηγήσει ο πρώτος στη δεύτερη.

Επίσης, στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνεται ότι η συναλλαγή με την πρώτη έλαβε χώρα εντός της τράπεζας υπό τα βλέμματα όλων των υπαλλήλων, προς απόκτηση εμπιστοσύνης και ότι αυτοί εντελώς ανυποψίαστοι ουδέποτε μπορούσαν να φανταστούν ότι λάμβαναν πλαστά παραστατικά και ότι τα τελευταία έφεραν σφραγίδες και υπογραφές.

Είναι δε εμφανές, από τη διατύπωση του περιεχομένου ότι ο όλος τρόπος ενέργειας της ανωτέρω πρώτης εναγομένης και του συνεργού της δεύτερου εναγομένου, ότι εκτίθεται πως εφαρμόστηκε και στην περίπτωση των αναιρεσιβλήτων και ότι τα αμέσως προηγουμένως αναφερόμενα στοιχεία πρόκλησης εμπιστοσύνης και σχηματισμού πίστης και ασφάλειας, ότι πρόκειται για αληθή συναλλαγή, συντρέχουν και στους αναιρεσίβλητους.

Έτσι, στην αγωγή εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης των αναιρεσίβλητων και την ευθύνη της αναιρεσείουσας για την αποκατάσταση της ζημίας τους, ώστε η αγωγή να είναι ορισμένη. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν θα προκύψει από τις αποδείξεις η βασιμότητα των περιστατικών αυτών, ώστε να κριθεί η αγωγή βάσιμη και κατ' ουσίαν.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, για τη θεμελίωση αξίωσης προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη ή παράλειψη του δράστη που είναι παράνομη, που ενέχει προσβολή δικαιώματος ή προστατευομένου από το νόμο συμφέροντος άλλου προσώπου, β) η πράξη ή η παράλειψη να είναι υπαίτια, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) πρόκληση θετικής ή αποθετικής ζημία, δ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και της ζημίας.

Η τελευταία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική των πραγμάτων πορεία, και επέφερε πράγματι, το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη ήταν ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, δηλαδή αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη, κατά την ανωτέρω έννοια, σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 23/1988, ΑΠ 669/2017, ΑΠ 631/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία, ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η διάταξη έχει εφαρμογή επί προστήσαντος φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο δεν συνδέεται συμβατικά με τον ζημιωθέντα τρίτο.

Η εφαρμογή της προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης. Αυτή η σχέση υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσης, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και, κατά τη οποία, ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή, έστω, στις γενικές οδηγίες και εντολές ή, μόνο, στην επίβλεψη του πρώτου, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης έχει τέτοια ευρύτητα ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 1325/2007, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003), β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.

Η τελευταία (κατάχρηση υπηρεσίας) υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών, οι οποίες δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφ' όσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας, η οποία ανατέθηκε σ' αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1462/2013, ΑΠ 1396/2011, ΑΠ 331/2010).

Δηλαδή, πρέπει να κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας, εξαιτίας, ακριβώς, της σχέσης, των μέσων και των ευκαιριών που ανέθεσε ο προστήσας, στο πλαίσιο της ειδικής σχέσης προς τον προστηθέντα, με τη χρησιμοποίηση τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο του ανατέθηκαν (ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1888/2013, ΑΠ 337/2010) και ο ζημιωθείς τρίτος δεν γνώριζε την κατάχρηση, ούτε όφειλε να την γνωρίζει (ΑΠ 552/2013, ΑΠ 959/2004, ΑΠ 799/2001).

Αντίθετα, ο προστήσας δεν ενέχεται έναντι του ζημιωθέντος προς αποζημίωση αυτού, όταν η αδικοπραξία είναι άσχετη ή ξένη με την υπηρεσία που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική συμπεριφορά του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.

Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της βλαπτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, πλην όμως οφείλεται σε αίτια ανεξάρτητα από αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 9/2011).

Η εν λόγω αστική ευθύνη του προστήσαντος είναι γνήσια αντικειμενική, εφόσον αυτός, χωρίς ίδιο πταίσμα, ευθύνεται για το πταίσμα, του υπ' αυτού προστηθέντος (ΑΠ 844/2008). Δικαιολογητικό λόγο της ευθύνης αυτής αποτελεί το γεγονός, ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, διευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και καρπούμενος τα οφέλη της.

Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη για τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

Τη συνδρομή της ανωτέρω προϋπόθεσης ευθύνης από το άρθρο 922 ΑΚ, φέρει το βάρος να επικαλεστεί και να αποδείξει εκείνος που ζημιώθηκε από τη συμπεριφορά του προστηθέντος, προκειμένου να θεμελιώσει το δικαίωμα του προς αποζημίωση (ΑΠ 555/2000). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 959/2004).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.

Αρκεί, για να ενέχεται καθένας από τα περισσότερα πρόσωπα, οι πράξεις ή παραλείψεις των οποίων, επέφεραν σωρευτικώς τη ζημία, εις ολόκληρον έναντι του ζημιωθέντα, η ενέργεια καθενός να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 299/2007).

Ούτε απαλλάσσεται κάποιος από αυτούς της ευθύνης εκ του ότι μόνη η δική του θετική ή αρνητική ενέργεια, χωρίς τη συνδρομή και των λοιπών, δεν θα επέφερε τη ζημία είτε και εκ του ότι δεν δύναται να εξακριβωθεί τίνος εκ τούτων η πράξη επέφερε τη ζημία (ΑΠ 208/2006). Στην έννοια της "κοινής πράξης" υπάγεται, όχι μόνο η κατά συναυτουργία τέλεση της άδικης πράξης, η οποία θεμελιώνει την αδικοπραξία, αλλά κάθε σύμπραξη ή συμμετοχή με οποιαδήποτε μορφή, στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, όπως η ηθική αυτουργία, η άμεση και η απλή συνεργεία, η παραυτουργία (εάν τα περισσότερα πρόσωπα που πραγματώνουν με τη συμπεριφορά τους ορισμένη αδικοπραξία δεν έχουν μεταξύ τους καμιά συνεννόηση), η αναγκαία αιτιότητα, δηλαδή η περίπτωση που η ζημία προήλθε από τις ενέργειες περισσότερων προσώπων, από τις οποίες, όμως, καθεμιά μόνη της δεν ήταν ικανή να προκαλέσει το ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε.

Σε περίπτωση ευθύνης του προστήσαντος για αποζημίωση τρίτου, που ανέκυψε λόγω της πρόκλησης σ' αυτόν ζημίας, περιουσιακής ή μη, από αδικοπρακτική συμπεριφορά προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου του, έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ (ΑΠ 530/2014).

Συνεπώς, ο προστήσας, εναγόμενος από το ζημιωθέντα τρίτο για αποκατάσταση της ζημίας του, μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό ότι, εκείνος που ζημιώθηκε, συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της και να ζητήσει να μην επιδικαστεί αποζημίωση ή να μειωθεί το ποσό αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός μείωσης ή άρσης της υποχρέωσης προς αποζημίωση, προβάλλεται υπό μορφή ένστασης (ΑΠ 810/2017, ΑΠ 263/2013).

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της διέπουσας το δίκαιο αρχής της καλής πίστης, προκύπτει σαφώς ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, αφήνεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστή, σταθμίζοντας τις περιστάσεις και τον βαθμό πταίσματος του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος, είτε να μειώσει το ποσό της αποζημίωσης είτε, αναλόγως της επιρροής που άσκησε η υπαιτιότητα του ζημιωθέντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση, β) Συμπεριφορά του ζημιούμενου θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας, γ) Πταίσμα του ζημιωθέντος από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του (ΑΠ 1630/2010).

Δηλαδή, για να εφαρμοσθεί η παραπάνω διάταξη, πρέπει, πλην άλλων, ο ζημιωθείς να συνέβαλε με την συμπεριφορά του στην επέλευση ή την έκταση της ζημίας (ΑΠ 1673/2013, ΑΠ 766/2007, ΑΠ 945/2002). Αμέλεια του ζημιωθέντος συντρέχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν αυτός δεν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι την επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου (από άποψη μόρφωσης, περιβάλλοντος, ηλικίας, τόπου διαμονής κλπ) της δραστηριότητάς του (ΑΠ 2144/2013, ΑΠ 2252/2013).

Δεν αποτελούν κριτήριο οι ατομικές ιδιότητες των προσώπων, οι ειδικές γνώσεις ή οι εξαιρετικές ικανότητες αυτών. Έτσι, για να διαπιστωθεί αν ο ζημιωθείς επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε, εξετάζεται πρώτα, αν ο, κατά τα άνω, τυπικός εκπρόσωπος του κύκλου του, μπορούσε με κατάλληλη ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία ή να την περιορίσει και ύστερα, αν εκείνος που ζημιώθηκε, όφειλε, ως έντιμος και επιμελής κοινωνικός άνθρωπος, να προβεί στη δυνατή αυτή ενέργεια ή παράλειψη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστης, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να την αποτρέψει (τη ζημία).

Εάν όφειλε να ενεργήσει ή να παραλείψει, πλην όμως, συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον που επιβάλλεται από τις περιστάσεις, είτε γιατί δεν προέβλεψε αδικαιολόγητα την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ανεπίτρεπτα ότι θα το αποφύγει και έτσι παρέλειψε να πάρει τα κατάλληλα μέτρα, που υπάρχουν και συνηθίζονται να παίρνονται, συνεπεία δε αυτής της συμπεριφοράς του δεν αποτρέπει τη ζημία του, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 337/2010, ΑΠ 1084/2008, ΑΠ 708/2004), υπό την προϋπόθεση ότι η πράξη ή παράλειψη του ζημιωθέντος πρέπει να συνδέεται όχι γενικώς, αλλά με όλα τα στοιχεία που αποτελούν το νόμιμο λόγο της ευθύνης του (ΑΠ 686/2013, ΑΠ 368/2011).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, διατάξεις (ΑΠ 487/2020,ΑΠ 363/2012).

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου...", συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, οι επικαλούμενες δε ελλείψεις της μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολομ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1584/2011, ΑΠ 903/2010).

V.Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο ,όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ,που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και κατά την ανέλεγκτη κρίση του , τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η τρίτη εναγομένη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", είναι καθολική διάδοχος της άλλοτε τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και της άλλοτε τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", μετά από συγχώνευση με απορρόφηση των δυο τελευταίων από την πρώτη, η οποία έτσι υποκαταστάθηκε νομίμως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δικαιοπαρόχων της.

Η πρώτη εναγομένη Π. Κ., δικηγόρος Θεσσαλονίκης, παρείχε από το έτος 1980 νομικές υπηρεσίες στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος (Ε.Κ.Τ.Ε), απασχολούμενη αποκλειστικά σε υποθέσεις δανείων, ελέγχοντας τις σχετικές αιτήσεις πελατών της τράπεζας που επιθυμούσαν να λάβουν δάνειο και τους σχετικούς τίτλους ιδιοκτησίας των ακινήτων που προσφέρονταν για την εμπράγματη εξασφάλιση της τράπεζας (προσημειώσεις υποθήκης κ.λ.π.), αμειβόμενη κάθε φορά κατά φάκελο δανεισμού που χειριζόταν, προσερχόταν δε κυρίως στο κατάστημα της τράπεζας στην πλατεία Αριστοτέλους.

Η συνεργασία της με την με την τράπεζα διήρκησε έως τις 19-10-1989, οπότε διακόπηκε με εισήγηση του τότε αρμόδιου διευθυντή της διεύθυνσης επιθεώρησης Κ. Δ., λόγω του ότι υπήρξαν υπόνοιες γύρω από το πρόσωπό της ότι αποπειράθηκε να δωροδοκήσει τον Η. Δ., υπάλληλο της τράπεζας και αναπληρωτή προϊστάμενο της υπηρεσίας χορήγησης δανείων, προκειμένου αυτός να επισπεύσει τη διαδικασία δανειοδότησης κάποιου γνωστού της.

Στις 6-12-1990 εγκρίθηκε εκ νέου η συνεργασία της με την εν λόγω τράπεζα, μετά από σχετική αίτησή της, και έτσι παρείχε ξανά τις υπηρεσίες της, με την ίδια ιδιότητα και τις ίδιες αρμοδιότητες στην ως άνω τράπεζα, η συνεργασία της δε αυτή διήρκησε έως τις 9-11-1992, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Επίσης, από το έτος 1991 αυτή παρείχε, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο, τις νομικές της υπηρεσίες και στην τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." που διατηρούσε κατάστημα στην οδό Βασ.

Όλγας της Θεσσαλονίκης, συνεργαζόταν δε με αυτή μέχρι τον Ιανουάριο του 1996, οπότε συνελήφθη από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα. Ουδέποτε υπήρξε υπάλληλος, νομική σύμβουλος ή με άλλο τρόπο προστηθείσα της Ε.Κ.Τ.Ε ή της Ε.Σ.Τ.Ε , καθώς δεν είχε καμία υπηρεσιακή ή άλλη εξάρτηση από αυτές, δεν δεχόταν εντολές ως προς τον τρόπο και το χρόνο της παροχής της εργασίας της, αλλά δρούσε πάντοτε, ως ειδική συνεργάτης αυτών, με βάση τις γνώσεις της και την επιστημονική της κατάρτιση.

Η παραπάνω διατηρούσε φιλικές σχέσεις με το δεύτερο εναγόμενο Θ. Π. από το έτος 1984, οπότε αυτός προσέφερε τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος της Ε.Κ.Τ.Ε στο υποκατάστημα της πλατείας Αριστοτέλους Θεσσαλονίκης και είχε αναλάβει την έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής για τους συνεργάτες δικηγόρους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων και η πρώτη εναγομένη.

Ο δεύτερος εναγόμενος προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ως άνω υποκατάστημα μέχρι το Σεπτέμβριο του 1994, οπότε προήχθη και ανέλαβε καθήκοντα υποδιευθυντή στο κατάστημα της Καλαμαριάς, όπου παρέμεινε μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου 1996. Περί το τέλος του έτους 1990, σε συζήτηση που είχε με την Π. Κ. ο Θ. Π., ο οποίος από το έτος 1989 ήταν υπεύθυνος του τμήματος ομολόγων του παραπάνω υποκαταστήματος της Ε.Κ.Τ.Ε, της αποκάλυψε ότι διαχειριζόταν χρήματα τρίτων, υπογράφοντας και παραδίδοντας σε αυτούς αντίγραφα ομολόγων, χωρίς όμως τη μεσολάβηση της τράπεζας και εκτός της νόμιμης τραπεζικής διαδικασίας, τα οποία απέδιδαν επιτόκιο υψηλότερο του νόμιμου των τραπεζικών καταθέσεων, με συνέπεια να κερδίζουν παράνομα χρήματα οι τρίτοι και ο ίδιος.

Η Π. Κ., η οποία εκείνο το διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, επιθυμώντας να βελτιώσει την κακή οικονομική κατάσταση της, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις του Θ. Π., ως προς τον τρόπο διενέργειας παρόμοιων παράνομων συναλλαγών με χρήματα τρίτων για δικό της όφελος. Έτσι, εκμεταλλευόμενη τα προσόντα και τις ικανότητες που διέθετε, αφού ήταν ιδιαίτερα καλλιεργημένη, ευφυής, με ικανότητα λόγου και πειθούς και εύκολα μπορούσε να κερδίζει την εμπιστοσύνη τρίτων, ενώ ζούσε έντονη κοινωνική ζωή και ως εκ τούτου είχε αναπτύξει ευρύ κύκλο γνωριμιών, κέρδιζε την εμπιστοσύνη τους και τους παρίστανε εν γνώσει της ψευδώς ότι είναι νομική σύμβουλος της Ε.

Κ. Τ. Ε. και της Ε. Σ. Τ. Ε. και λόγω της ιδιότητας της αυτής είχε τη δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση και ικανοποίηση διάφορων τραπεζικών συναλλαγών και μάλιστα ότι της είχε ανατεθεί από τις πιο πάνω τράπεζες η αποκλειστική διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος πενταετούς διάρκειας, στα πλαίσια του οποίου αυτή μπορούσε να επενδύει τα χρήματα των επενδυτών σε ομόλογα ή έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, που θα απέδιδαν επιτόκιο ύψους 24% ετησίως και μάλιστα σταθερό για όλη τη διάρκεια του προγράμματος, δηλαδή επιτόκιο υψηλότερο από τη μέση απόδοση των τραπεζικών προγραμμάτων εκείνης της εποχής, με δυνατότητα εξόφλησης των τόκων ανά τρίμηνο, καθώς και δυνατότητα να τους χορηγεί στεγαστικό δάνειο με ευνοϊκούς όρους.

Επίσης, διαβεβαίωνε τους ενδιαφερομένους επενδυτές, εν γνώσει της ψευδώς, ότι τα χρηματικά ποσά που θα της παρέδιδαν, θα τα κατέθετε στις ως άνω τράπεζες, προκειμένου να γίνει η επένδυση αυτή και ότι θα εξέδιδε και τα σχετικά παραστατικά και τους αντίστοιχους τίτλους στο όνομά τους και ότι όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα ήταν γνήσια, δηλαδή ότι είχαν εκδοθεί νόμιμα από τους αρμόδιους προς τούτο υπαλλήλους των τραπεζών.

Όλα όμως τα ανωτέρω δεν αναταποκρίνονταν στην αλήθεια, αφού η πρώτη εναγομένη ουδέποτε υπήρξε νομική σύμβουλος των ανωτέρω τραπεζών, αλλά είχε συνεργασία με αυτές με τη μορφή που προαναφέρθηκε, ελέγχοντας δηλαδή τους φακέλους δανεισμού και αμοιβόμενη κατά περίπτωση, ουδέποτε της είχε ανατεθεί άλλη αρμοδιότητα ή καθήκον και μάλιστα αποκλειστικής διαχείρισης ειδικού προγράμματος, το οποίο μάλιστα δεν υφίστατο, καθώς το προσφερόμενο επιτόκιο ( 24% ) ήταν ανύπαρκτο και φανταστικό.

Επιπλέον, τα χρήματα που εισέπραττε από τους τρίτους, τις επιταγές που της μεταβίβαζαν και τα ομόλογα που τις παρέδιδαν, προκειμένου να τα επενδύσει για λογαριασμό τους, ουδέποτε τα χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό, ούτε και τα κατέθετε σε τραπεζικούς λογαριασμούς, στο όνομα των υποψήφιων επενδυτών, αλλά αντίθετα τα ιδιοποιείτο παράνομα, παρέδιδε στους επενδυτές πλαστούς τίτλους και παραστατικά έγγραφα των τραπεζών, τα οποία κατάρτιζε η ίδια με τη βοήθεια και τη συνδρομή του Θ.

Π., ο οποίος γνώριζε την εν λόγω δραστηριότητα της Π. Κ.. Ειδικότερα, ο ως άνω που είχε πρόσβαση, λόγω της θέσης του στην Ε.Κ.Τ.Ε, σε γνήσια παραστατικά και άλλα έγγραφα της τράπεζας, χορήγησε ορισμένα τέτοια στην Π. Κ., η οποία στη συνέχεια φρόντισε να αναπαραγάγει αρκετά φωτοαντίγραφα από τα γνήσια τραπεζικά έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της κατά τον ως άνω τρόπο.

Τα έγγραφα αυτά (φωτοαντίγραφα από γνήσια κατά κανόνα έγγραφα), συμπλήρωνε με τα αναγκαία στοιχεία των τραπεζικών εγγράφων, ώστε να φαίνονται γνήσια, έθετε κατ' απομίμηση υπογραφές προσώπων που φέρονταν ως υπάλληλοι των τραπεζών καθώς και σφραγίδες , που δεν χρησιμοποιούνταν πια από τις τράπεζες και περιήλθαν στη κατοχή της λόγω της ως άνω συνεργασίας της με αυτές, ορισμένες δε φορές προέβαινε και στη χαρτοσήμανση τους.

Στη συνέχεια, παρέδιδε τα ως άνω συμπληρωμένα έγγραφα στους τρίτους επενδυτές, παρουσιάζοντας αυτά ως έγγραφα που αποδείκνυαν την κατάθεση των χρημάτων τους στις τράπεζες, τους όρους της επένδυσής τους και τα δικαιώματα που αποκτούσαν από την κατάθεσή τους και τη συμμετοχή τους στα εκάστοτε επενδυτικά προγράμματα.

Διευκόλυνση και συνδρομή στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα της παρείχε στην Π. Κ. ο Θ. Π., υπάλληλος και προστηθείς της Ε.Κ.Τ.Ε., όπως προαναφέρθηκε. Ειδικότερα, ο τελευταίος μύησε την πρώτη εναγομένη στη διαδικασία έκδοσης και εν γένει λειτουργία των ομολόγων και των λοιπών τραπεζικών εγγράφων, αφού, εκτός από την χορήγηση των γνήσιων εγγράφων, εξήγησε σε αυτήν λεπτομερώς τη διαδικασία έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων, των εντόκων γραμματίων και των λοιπών τραπεζικών προϊόντων και τη διαφώτισε σχετικά με την τραπεζική ορολογία, ώστε να είναι σε θέση να δίνει διευκρινήσεις στους επενδυτές και να απαντά σε ερωτήσεις και απορίες τους, δείχνοντας ότι έχει πλήρη γνώση και ενισχύοντας σε αυτούς την εικόνα του ειδικού επί του θέματος, που ήθελε να παρουσιάζει.

Επιπλέον, ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της ενασχόλησης του με ομόλογα, χορηγούσε στην πρώτη εναγομένη αριθμούς τίτλων, που έθετε επί των πλαστών εγγράφων προαγοράς και οι οποίοι ταυτίζονταν κάποιες φορές με αριθμούς γνήσιων τίτλων ομολόγων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου, γνωρίζοντας ασφαλώς και ο ίδιος τη δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσε τους αριθμούς αυτούς.

Όχι σπάνια ο δεύτερος εναγόμενος παρευρισκόταν στο δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγομένης, σε συναντήσεις που είχε με τους επενδυτές, τους οποίους μάλιστα η τελευταία προέτρεπε να απευθύνονται στο δεύτερο εναγόμενο κάθε φορά που είχαν κάποιο πρόβλημα, στο κατάστημα της Ε.Κ.Τ.Ε στην πλατεία Αριστοτέλους ή αργότερα στην Καλαμαριά, εφόσον δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει η πρώτη εναγομένη.

Έτσι ο δεύτερος εναγόμενος είχε καταστήσει γνωστό στην πρώτη εναγομένη και την είχε διαβεβαιώσει ότι ήταν πρόθυμος να καλύψει την εγκληματική της δραστηριότητα σε κάθε περίπτωση που θα ανέκυπτε οποιοδήποτε πρόβλημα και πράγματι φρόντιζε να εξυπηρετήσει σε κάποιες περιπτώσεις συναλλαχθέντες με την πρώτη εναγομένη.

Η συμπεριφορά του δεύτερου εναγομένου ήταν καταλυτική στην πραγματοποίηση του σχεδίου της πρώτης εναγομένης, αφού με τον τρόπο αυτό ισχυροποιούσε την πεποίθηση που αυτή είχε δημιουργήσει στους τρίτους ότι οι συναλλαγές γίνονταν στα πλαίσια της τραπεζικής λειτουργίας και αφετέρου ενίσχυε στην ίδια ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς, καθώς γνώριζε ότι προστατευόταν από τον κίνδυνο αποκάλυψης της παράνομης δραστηριότητας της, αφού κάθε τυχόν ανακύπτον πρόβλημα θα το αντιμετώπιζε ο δεύτερος εναγόμενος, χωρίς την ανάμειξη άλλων προσώπων και υπαλλήλων της τράπεζας που θα μπορούσαν να αντιληφθούν την παρανομία.

Τέλος, ο δεύτερος εναγόμενος από την αρχή συνέτεινε στο σχηματισμό από την πρώτη εναγομένη της απόφασής της να εκτελέσει τις άδικες πράξεις της απάτης και της πλαστογραφίας στη συνέχεια δε, δεν σταμάτησε να την συνδράμει στην ενίσχυση της ήδη ειλημμένης απόφασής της. Παρείχε λοιπόν σε αυτήν τόσο υλική όσο ψυχική συνδρομή πριν και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των ανωτέρω πράξεών της , η δε συνδρομή αφορούσε όχι μόνο τις πράξεις που αναφέρονται στην Ε.Κ.Τ.Ε αλλά και στην Ε.Σ.Τ.Ε., πλαστοί τίτλοι της οποίας δόθηκαν από την πρώτη εναγομένη σε τρίτους συναλλαχθέντες με αυτήν.

Με τον παραπάνω τρόπο κινήθηκε το σχέδιο της πρώτης εναγομένης, με τη βοήθεια και την κάλυψη του δεύτερου εναγομένου, από τις αρχές του 1991 μέχρι τις 23-1-1996, οπότε αποκαλύφθηκε η απάτη τους σε βάρος εκατοντάδων επενδυτών, στους οποίους προκλήθηκε μεγάλη οικονομική ζημιά. Τότε και μετά από νόμιμη έρευνα που έγινε τόσο στο δικηγορικό γραφείο όσο και στην οικία της πρώτης εναγομένης βρέθηκε και κατασχέθηκε πλήθος πλαστογραφημένων εντύπων των δύο ως άνω τραπεζών (αποδείξεις προαγοράς τίτλων δημοσίου , εντολές φύλαξης ομολόγων κ.λ.π.) καθώς και βιβλιάρια καταθέσεων μεταξύ δε των κατασχεθέντων ήταν και ένα ασυμπλήρωτο έντυπο απόδειξης προαγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε επισυναφθεί με συνδετήρα μία επαγγελματική κάρτα του δεύτερου εναγομένου με τον ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του ως υποδιευθυντή του υποκαταστήματος Καλαμαριάς της Ε.Κ.Τ.Ε., στο πίσω μέρος της οποίας υπήρχε χειρόγραφο σημείωμα απευθυνόμενο στην πρώτη εναγομένη με το περιεχόμενο "Χρόνια Πολλά - Καλές επιτυχίες", εκφράζοντας προφανώς ευχές για την επιτυχία στην παράνομη δραστηριότητά της, η οποία ήταν σε πλήρη γνώση του.

Τα ανωτέρω έγιναν και τελεσιδίκως δεκτά και από την υπ' αριθμ. 940, 941 - 942, 1074, 1194-1195/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με κατηγορούμενους τους δυο πρώτους εναγομένους, εκ των οποίων η πρώτη κηρύχθηκε ένοχη για το αδίκημα της απάτης και της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1608/1950 και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 15 ετών και ο δεύτερος για το αδίκημα της απλής συνέργειας στα ανωτέρω αδικήματα και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 11 ετών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων Α. Κ. γνώρισε την πρώτη εναγομένη στα τέλη του 1994, μέσω του φίλου του Β. Κ., ο οποίος του την σύστησε ως καλή δικηγόρο και ως νομική σύμβουλο της Ε.Κ.Τ.Ε. και της Ε.Σ.Τ.Ε., προκειμένου να διευθετήσει μια υπόθεσή του και συγκεκριμένα την αποδοχή κληρονομιάς του και στη συνέχεια την πώληση ενός κληρονομιαίου ακινήτου του.

Πράγματι, η πρώτη εναγομένη διευθέτησε την υπόθεση αυτή και ο πρώτος ενάγων κατέθεσε τα χρήματα που έλαβε για το τίμημα της πώλησης αυτής στην Ε.Κ.Τ.Ε. Στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη ανέφερε στον πρώτο ενάγοντα ότι ήταν διαχειρίστρια ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος στεγαστικών ομολόγων της ΕΣΤΕ, πενταετούς διάρκειας, με επιτόκιο σταθερής απόδοσης 24%, αφορολόγητο και επιδοτούμενο από την ΕΟΚ και με δυνατότητα ρευστοποίησης των τίτλων και πριν από τη λήξη τους.

Με τον τρόπο αυτό τον έπεισε να επενδύσει τα χρήματά του, καθώς και του γιου του δεύτερου ενάγοντος, για λογαριασμό και του οποίου ενεργούσε, σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που διέθετε η ΕΣΤΕ με το ανωτέρω επιτόκιο. Έτσι, ο πρώτος ενάγων πείσθηκε από τις απατηλές υποσχέσεις της πρώτης εναγομένης και μαζί με το δεύτερο ενάγοντα, αποφάσισαν να επενδύσουν τα χρήματά τους στο πρόγραμμα αυτό.

Ειδικότερα, την 28-12-1994, ο πρώτος ενάγων, μετέβη μαζί με τον προαναφερόμενο φίλο του Β. Κ. και την πρώτη εναγομένη στο κατάστημα της Κτηματικής Τράπεζας και ανέλαβε τα ποσό των 10.000.000 δραχμών σε ισόποση τραπεζική επιταγή, με αριθμό … και ακολούθως μετέβησαν όλοι μαζί στο κατάστημα της Στεγαστικής Τράπεζας, επί της οδού Β.

Όλγας και εκεί ο πρώτος ενάγων οπισθογράφησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη την ανωτέρω τραπεζική επιταγή ποσού 10.000.000 δραχμών, που ανήκε κατ' ισομοιρίαν στους ενάγοντες και η πρώτη εναγομένη έδωσε σε αυτόν ένα γραμμάτιο είσπραξης της ΕΣΤΕ, που είχε καταρτίσει η ίδια , για δήθεν αγορά ομολόγου αξίας 10.000.000 δραχμών, διάρκειας ενός εξαμήνου.

Λίγο πριν τη λήξη του εξαμήνου αυτού, δηλαδή τον Ιούνιο του 1995, η πρώτη εναγομένη επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο ενάγοντα και τον ρώτησε εάν επιθυμούσε να αναλάβει το ποσό που είχε επενδύσει ή να το επανεπενδύσει και ο πρώτος ενάγων, κατόπιν συνεννόησης με το γιο του, της απάντησε ότι θα το επανεπενδύσει, αλλά θα έπαιρνε τους τόκους του εξαμήνου.

Για το σκοπό αυτό, ύστερα από πρόταση της πρώτης εναγομένης, για να αποφύγει την ταλαιπωρία στην τράπεζα τις πρωινές ώρες που αυτός εργαζόταν, μετέβη στο ιδιωτικό δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγομένης και έλαβε το ποσό του 1.000.000 δραχμών, ως τόκους του εξαμήνου, καθώς και ένα νέο τίτλο ομολόγων της ΕΣΤΕ αξίας 10.000.000 δραχμών, που είχε καταρτίσει η πρώτη εναγομένη, στην οποία παρέδωσε τον αρχικό τίτλο.

Στα τέλη Δεκεμβρίου 1995, ο πρώτος ενάγων ειδοποίησε την πρώτη εναγομένη ότι και πάλι θα αναλάβει τους τόκους του εξαμήνου που προηγήθηκε και ότι θα ανανέωνε τα ομόλογα. Έτσι, με την ίδια ως άνω διαδικασία, που έλαβε χώρα στο δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγομένης, ο πρώτος ενάγων έλαβε το ποσό του 1.000.000 δραχμών και παρέδωσε τον τίτλο που κατείχε, με σκοπό να ανανεώσει την επένδυση, για ένα τρίμηνο αυτή τη φορά, διότι το πρόγραμμα έβαινε στη λήξη του, κατά τα λεγόμενα της πρώτης εναγομένης.

Για τη συναλλαγή αυτή, η τελευταία κατάρτισε και παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα το από 20-12-1995 " ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ" της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε, για το ποσό των 10.000.000 δραχμών, με σφραγίδες "ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δυσανάγνωστες υπογραφές δήθεν υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής, αναγράφοντας σε αυτό τα στοιχεία των εναγόντων, ότι αφορούσε την αγορά δέκα στεγαστικών ομολόγων, 1.000.000 δραχμών το καθένα, με λήξη την 25-3-1996 και, τέλος, ότι "Η τράπεζα εγγυάται τη φύλαξη...

Απόδοση 25-3-96. Τόκος 24% προεισπράχθηκε". Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο πρώτος ενάγων , ενεργώντας και για λογαριασμό του δεύτερου ενάγοντος συναλλάχθηκε με την πρώτη εναγομένη, έχοντας πεποίθηση ότι διενεργεί νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την ΕΣΤΕ, καθώς λάμβανε κάθε φορά έντυπα με τις σφραγίδες της και τις υπογραφές φερόμενων υπαλλήλων της.

Την πλαστότητα των εγγράφων αυτών δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν οι ενάγοντες, καθώς δεν ήταν εμφανής σε τρίτο μη ειδικό. Μάλιστα, στα προαναφερόμενα έντυπα η πρώτη εναγομένη είχε φροντίσει να περιλάβει τους όρους της επένδυσης με χρήση τραπεζικής ορολογίας, που είχε πληροφορηθεί από το δεύτερο εναγόμενο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς δεν ήταν σαφείς και σε κάποιον ειδικό θα προκαλούσαν εύλογες απορίες.

Εξάλλου, η αρχική συναλλαγή έλαβε χώρα εντός του καταστήματος της ΕΣΤΕ, παρουσία των υπαλλήλων της και έδωσε εύλογα την εντύπωση στους ενάγοντες ότι επρόκειτο για νόμιμη τραπεζική συναλλαγή. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί πως η υποσχεθείσα αυξημένη απόδοση των επίδικων ομολόγων δεν μπορούσε να κλονίσει την πίστη των εναγόντων ως προς το νόμιμο των επιδίκων συναλλαγών, αφού το επιτόκιο αυτό δεν είχε μεγάλη απόκλιση από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων κατά το χρονικό εκείνο διάστημα (π.χ.

τα επιτόκια της ΕΚΤΕ Ιουλίου 1994 είχαν επιτόκιο 21,50%). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός της τρίτης εναγομένης, ότι οι ενάγοντες συνέτειναν από αμέλειά τους στην πρόκληση και στην έκταση της ζημιάς τους, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Με την παραπάνω απάτη και πλαστογραφία, που συνιστούν αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, η πρώτη εναγομένη ιδιοποιήθηκε παράνομα το χρηματικό ποσό των 8.000.000 δραχμών και όχι το ποσό των 10.000.000 δραχμών, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η τρίτη εναγομένη (ήτοι 10.000.000 δραχ. - 2.000.000 δραχ.

που επιστράφηκαν ως τόκοι κατά τα ανωτέρω), που περιήλθε στην πρώτη εναγομένη με τη συνδρομή και τη συμμετοχή και του δεύτερου εναγομένου, που και αυτή αποτελεί αδικοπραξία. Για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τελευταίου ευθύνεται και η προστήσασα αυτόν " Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική της διάδοχος η τρίτη εναγομένη, μετά από την συγχώνευσή τους, καθώς ο δεύτερος εναγόμενος υπάλληλός της, ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου.

Μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας από την πρώτη εναγομένη και την συνεπεία αυτής παράνομη ιδιοποίηση από την τελευταία του παραπάνω χρηματικού ποσού και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πιο πάνω τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών παράνομη ιδιοποίηση του παραπάνω ποσού σε βάρος των εναγόντων από την πρώτη εναγομένη δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του δεύτερου εναγομένου, προστηθέντος της τράπεζας.

Σε κάθε περίπτωση , η πρώτη εναγομένη εκινείτο εντός του εν λόγω τραπεζικού καταστήματος με μεγάλη άνεση, ήλεγχε τις διαδικασίες, έχαιρε της άμεσης εξυπηρέτησης των υπαλλήλων της τράπεζας, δίχως την ανοχή των οποίων δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο μέγεθος και την έκταση της εγκληματικής δράσης που ανέπτυξε.

Περαιτέρω, οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία 8.000.000 δραχμών, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία τους. Εάν δεν είχαν καταβάλει το εν λόγω ποσό στην πρώτη εναγομένη, θα το χρησιμοποιούσαν για την αγορά εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, μετά τη λήξη των οποίων θα εισέπρατταν τους τόκους, αποκομίζοντας με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κέρδος από τους τόκους που θα τους απέφερε το παραπάνω κεφάλαιο.

Ειδικότερα, το κέρδος που θα αποκόμιζαν, ανέρχεται στο ποσό των (40767+1037600+860000+ 880000 +197260 =) 3.015.627 δραχμές. Έτσι, καθένας. από τους ενάγοντες ζημιώθηκε συνολικά κατά το ποσό των (8.000.000+ 3.015.627=11.015.627:2 =) 5.507.813 δραχμές ή 16.163,79 ευρώ. Ακόμη, οι ενάγοντες, λόγω της σε βάρος τους αδικοπραξίας, υπέστησαν ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει του είδους και της έντασης της προσβολής, του βαθμού του πταίσματος των δυο πρώτων εναγομένων και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να καθοριστεί χρηματική ικανοποίηση ύψους 2000 ευρώ για καθένα των εναγόντων...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση με αριθ.26076/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι η τρίτη εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους για την περιουσιακή τους ζημία (θετική και αποθετική) το ποσό των 16.163,79 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής τους βλάβης το ποσό των 2.000 ευρώ και συνολικά το ποσό των 18.163,79 ευρώ με το νόμιμο τόκο, ευθυνόμενη εις ολόκληρον μέχρι του ποσού αυτού με τους λοιπούς εναγόμενους, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη.

Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο με τα προαναφερθέντα ότι: 1) Ο Θ.Π. ήταν υπάλληλος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, με την οποία συνδεόταν με εργασιακή σχέση και συνεπώς με σχέση πρόστησης. 2) Ο ανωτέρω υπάλληλος, που ήταν υπεύθυνος του τμήματος ομολόγων της ανωτέρω τράπεζας , παρέδωσε στην Π.Κ. γνήσια παραστατικά και άλλα έγγραφα της Τράπεζας καθώς και γνήσιους αριθμούς ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου. 3) Η Π.

Κ., παρέδωσε αρχικά στον πρώτο αναιρεσίβλητο ένα γραμμάτιο είσπραξης ΕΣΤΕ, για δήθεν αγορά ομολόγου αξίας 10.000.000 δραχμών, διάρκειας ενός εξαμήνου, εδραιώνοντας την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος, εντός του καταστήματος της οποίας γινόταν η συναλλαγή με τον πρώτο αναιρεσίβλητο.

Λίγο πριν τη λήξη του εξαμήνου, επανεπένδυσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και του παρέδωσε ένα νέο τίτλο ομολόγων της ΕΣΤΕ αξίας 10.000.000 δραχμών. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1995, ο πρώτος αναιρεσείων ανανέωσε την επένδυση, για ένα τρίμηνο. Για τη συναλλαγή αυτή, η Π.Κ. κατάρτισε και παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα το από 20-12-1995 "ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΣ" της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., για το ποσό των 10.000.000 δραχμών, με σφραγίδες "ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δυσανάγνωστες υπογραφές δήθεν υπαλλήλων της Τράπεζας αυτής, ενώ είχε αναγράψει στο ανωτέρω γραμμάτιο είσπραξης γνήσιους κωδικούς αριθμούς ομολόγων.

Και, 4) ο προαναφερθείς προστηθείς της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας γνώριζε ότι τα ως άνω γραμμάτια είσπραξης και οι κωδικοί αριθμοί ομολόγων θα χρησιμοποιηθούν από την Π.Κ. για την εξαπάτηση των υποψηφίων επενδυτών που θα ανεύρισκε και την υπεξαίρεση των χρημάτων που θα της παρέδιδαν, καθώς και στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι θα χρησιμοποιούνταν κατά την εκτέλεση του σχεδίου της αυτού σε βάρος των αναιρεσιβλήτων και αυτός, σχημάτισε την κρίση, ότι παρείχε με τις πράξεις του αυτές απλή συνδρομή πριν και κατά την εκτέλεση των αξιόποινων πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας, συμμετέχοντας με τον τρόπο αυτό στην πρόκληση της ζημίας των αναιρεσίβλητων.

Με βάση αυτά, το Εφετείο, κατέληξε στο πόρισμα της αντικειμενικής ευθύνης της αναιρεσείουσας Τράπεζας, ως καθολικής διαδόχου της προστήσασας τον ανωτέρω αδικοπραγήσαντα υπάλληλο Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας (ΕΚΤΕ), για την αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, δεχόμενο ότι ο ως άνω προστηθείς υπάλληλος της ήδη αναιρεσείουσας, ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου ασχολούμενου με τις συναλλαγές και αντίθετα προς τις εντολές της προστήσασας Τράπεζας (ΕΚΤΕ) ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και ότι μεταξύ της τελεσθείσας, σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, από την Π.

Κ. απάτης και πλαστογραφίας και της συνεπεία αυτών ιδιοποίησης των χρημάτων αυτών, της αδικοπρακτικής συμεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την Τράπεζα (ΕΚΤΕ), υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων από την Π.

Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π., ως "προστηθέντος" της άνω Τράπεζας. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 914, 922 του ΑΚ, ως προς την έννοια της πρόστησης, προσδίδοντας σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει.

Ειδικότερα, από τις προαναφερθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, δεν προκύπτει σύνδεση του Θ. Π. με τα παραδοθέντα από την Π. Κ. στους αναιρεσίβλητους γραμμάτια είσπραξης και κωδικούς αριθμούς ομολόγων, τα οποία ανήκαν σε άλλες Τράπεζες (ΕΤΕ και ΕΣΤΕ) και όχι στην προστήσασα, επ' ευκαιρία της υπαλληλικής του ιδιότητας ως προστηθέντος της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, αφού η κατοχή τους προϋποθέτει πρόσβαση λόγω της ιδιότητάς του αυτής σε έντυπα άλλων τραπεζών.

Δεν αναφέρεται ότι αυτά παραδόθηκαν από αυτόν και ότι είχαν περιέλθει στην κατοχή του εξαιτίας, ακριβώς της ειδικής σχέσης του με την προστήσασα Τράπεζα , ή ως μέσα και με ευκαιρία των υπηρεσιακών του καθηκόντων, είτε από το υπηρεσιακό πεδίο δράσης των καθηκόντων του ιδίου ανεξάρτητα από τη χρησιμοποίησή τους για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο βρέθηκαν στην κατοχή του είτε άλλων υπηρεσιών της Τράπεζας ,ενόψει και της έλλειψης παραδοχής ότι η συγκεκριμένη Τράπεζα (ΕΚΤΕ) είχε συμμετοχή στο επενδυτικό πρόγραμμα των αναιρεσίβλητων.

Τούτο διότι, για την εφαρμογή του άρθρου 922 ΑΚ, ενδιαφέρει η εσωτερική συνάφεια να υφίσταται μεταξύ της αδικοπραξίας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του, δηλαδή η ζημιογόνα πράξη που αποδίδεται στον προστηθέντα Θ. Π. στη συγκεκριμένη περίπτωση να μη μπορούσε να τελεστεί χωρίς τη σχέση της πρόστησης και όχι αν η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση των χρημάτων των αναιρεσίβλητων από την Π.

Κ., μπορούσε να γίνει χωρίς τη συνέργεια αυτού, περί της οποίας εκφέρει κρίση η προσβαλλόμενη. Το τελευταίο αφορά μόνο τη συμμετοχή του αδικοπραγήσαντος υπαλλήλου στις αξιόποινες πράξεις της Π. Κ. και την θεμελίωση τέλεσης από αυτόν αδικοπραξίας σε βάρος των αναιρεσίβλητων και δικής του ευθύνης για αποζημίωση και όχι τη σχέση πρόστησης και την αντικειμενική ευθύνη της προστήσασας αυτόν Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας και εντεύθεν της αναιρεσείουσας ως καθολικής διαδόχου αυτής.

Ούτε συνδέεται η διαπιστωθείσα αδικοπρακτική, με τη μορφή της άμεσης συνέργειας, δραστηριότητα του προστηθέντος Θ. Π. με διεκπεραίωση υποθέσεως, που του ανατέθηκε από την προστήσασα ως άνω Τράπεζα, καθώς και η αδικοπρακτική δραστηριότητά του με τις συνηθισμένες ή χαρακτηριστικές υπηρεσίες της προστήσασας αυτόν Τράπεζας και ακόμη δεν υπάρχει παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος βρίσκεται σε χρονικό και τοπικό σύνδεσμο με την ανατεθειμένη σ' αυτόν υπηρεσία.

Περαιτέρω, ως προς την απόρριψη της προβληθείσας νόμιμα από την αναιρεσείουσα εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένστασης, ότι οι αναιρεσίβλητοι με την εκτιθέμενη αμελή συμπεριφορά τους, συντέλεσαν στην πρόκληση της ζημίας τους, η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο πρώτος ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, που ενεργούσε και ως άμεσος αντιπρόσωπος και για λογαριασμό του δεύτερου ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, προέβη στις περιγραφόμενες συναλλαγές με την Π.Κ., έχοντας πλήρη την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την Εθνική Στεγαστική Τράπεζα, στην εδραίωση δε της πεποίθησής του αυτής συνέβαλε το γεγονός της πραγματοποίησης της πρώτης συνάντησής του και παράδοσης των χρημάτων εντός του καταστήματος της Τράπεζας, ενώπιον όλων των υπαλλήλων της, χωρίς προσπάθεια αυτής να αποκρύψει κάτι, καθώς και στο ότι του χορήγησε τα προαναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης, που έφεραν σφραγίδες της Τράπεζας και υπογραφές υπαλλήλων της.

Έκρινε, δε, ότι αυτά τα γεγονότα ήταν ικανά να τον παραπλανήσουν αφού " την πλαστότητα των εγγράφων δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσουν οι ενάγοντες, καθώς δεν ήταν εμφανής σε τρίτο μη ειδικό" και όχι σε ένα μέσο συνετό και ευσυνείδητο άνθρωπο του προσδιορισθέντος ως άνω κύκλου δραστηριότητάς του. Έτσι, απαίτησε να έχει ο μέσος συναλλασσόμενος ειδικές γνώσεις, κριτήριο που δεν αξιώνεται κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω.Περαιτέρω δε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ενώ δέχτηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, που ενεργούσε και ως αντιπρόσωπος του δεύτερου, ανέλαβε τα χρήματα (10.000.000 δραχμές) σε ισόποση τραπεζική επιταγή από την Κτηματική Τράπεζα, όπου τηρούσε τραπεζικό λογαριασμό την παρέδωσε για την επένδυση με οπισθογράφηση στην Π.

Κ., εκτός κάθε τραπεζικής διαδικασίας, ενώ γνώριζε ότι οι συναλλαγές αυτές γίνονται μόνο στο ταμείο της τράπεζας και ότι του προκατέβαλε η ανωτέρω, εντός του δικηγορικού της γραφείου και όχι στην τράπεζα, δύο φορές από 1.000.000 δραχμές για τόκους εξαμήνου, πράγμα που δεν στηρίζεται σε τραπεζική διαδικασία, αλλά και αντίκειται στην κοινή λογική εσφαλμένα έκρινε ότι οι ενέργειές του αυτές δεν υπάγονται στην έννοια του ιδίου πταίσματος, που συνετέλεσε ουσιωδώς στην πρόκληση της ζημίας τους.

Συνεπώς, οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος συναφείς και ο πέμπτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους τρεις πρώτους εκ των οποίων (2ο, 3ο και 4ο) η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι με τις παραπάνω κρίσεις της παραβίασε ευθέως, ήτοι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή,τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ και με τον τελευταίο(5ο) όπως κατά τα παραπάνω συμπληρώθηκε (αρθρ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 του ίδιου Κώδικα, είναι βάσιμοι. Επομένως, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, ως προς την αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο, που την εξέδωσε και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα (αρθ.495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (αρθ.176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθ. 2621/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου, που δίκασε.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα .

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ