Legislator Case Law & Legislation
825/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for failure to consider a material claim regarding seized account increase.

Case Number 825/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to dismiss the appeal, finding a procedural error in the appellate court's handling of the case. The appellant argued that the appellate court failed to consider a material claim regarding the increase in a seized bank account, which should have expanded the future seizure. The court ruled that this omission constituted a substantive error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating the remittal of the case to the appellate court for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal and remit a case to the appellate court when the lower court fails to consider a material claim that could affect the outcome of the proceedings.

Keywords

AI generated
failure to consider material claim substantive error in appeal remittal to appellate court future seizure expansion bank account increase procedural error in appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 825/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας καθ’ ης η κλήση: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά εναγομένης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φ. Τ. με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπόμπορα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/6/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5172/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 325/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 5/4/2016 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 1760/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη.

Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 20/11/2017 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20-11-2017 κλήση της αναιρεσίβλητης, νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1760/2017 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθεί από την αναιρεσείουσα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο αυτή να παρέχει στην δικηγόρο Φ.

Τ., η οποία κατά την αρχική δικάσιμο της 6-3-2017, δήλωσε ότι την εκπροσωπεί, την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να παραστεί κατά τη συζήτηση της αιτήσεως και να την εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίον (συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο) και ήδη προσκομίζεται (βλ. υπ’ αριθμ. .../11-4-2014 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Ν. Μ.).- Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθμ. 325/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 19-12-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 5172/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 23-6-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση κατέστη στη συνέχεια η ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία ζητούσε (η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη), όπως εκτιμήθηκε το αγωγικό αίτημα, να υποχρεωθεί η τελευταία, να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 69.246,73 ευρώ, λόγω παραβιάσεως της μεταξύ τους υπάρχουσας συμβάσεως τραπεζικού λογαριασμού.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 30Β, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαιτήσεώς του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε καταθέσεως του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στην έδρα του ή σε οποιοδήποτε κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος (ΚΠολΔ 983 παρ. 4 όπως αυτή προστέθηκε με άρθρο 57 του ν 3994/2011).

Η επίδοση του κατασχετήριου εγγράφου στον τρίτο (πιστωτικό ίδρυμα) έχει τα αποτελέσματα αυτοδίκαια χωρούσης αναγκαστικής εκχωρήσεως (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα (άρθρο 32 παρ. 1 εδ.

β ΚΕΔΕ). Η, ως άνω, δήλωση συνιστά υποχρέωση του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος), η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθ’ ου η εκτέλεση (I.

Μπρίνια: Αναγκαστική Εκτέλεση έκδ. Β’ τόμ. Γ παρ. 462). Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση απαίτησής του.

Σε περίπτωση κατασχέσεως μελλούσης απαιτήσεως, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωση του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκόψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (Γέσιου - Φαλτσή Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Ειδικό Μέρος παρ. 64 στοιχ.

VII αρ. 208 σελ.799). Περαιτέρω, σε περίπτωση επιβολής κατασχέσεως απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου.

Το τελευταίο, όμως, απαιτεί, στο πλαίσιο της σαφήνειας και του ορισμένου του κατασχεθέντος αντικειμένου, την σαφή αναφορά στο κατασχετήριο περί κατασχέσεως και μελλοντικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του πιστωτικού ιδρύματος από τους τηρούμενους τραπεζικούς λογαριασμούς.

Συνεπώς, όταν η κατάσχεση αφορά και μελλοντικές απαιτήσεις του καθού η κατάσχεση, τότε αναμφίβολα η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος θα πρέπει να ανταποκρίνεται και σε μεταγενέστερα της ημερομηνίας επιδόσεως δεδομένα. Έτσι, απαιτήσεις, που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δηλώσεως, πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ’ όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη ήδη κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5638/1932, όπως αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α’ ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ’ ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte ... account) είναι, εν τη έννοια του παρόντος νόμου, η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ’ ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 παρ. 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγεται, ότι ο κοινός λογαριασμός δημιουργείται με την κατάθεση χρημάτων στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς.

Με το άρθρο δε 4 του Ν. 5638/1932, περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν, ορίζεται ότι: "Κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αυτή τεκμαίρεται αμαχήτως, ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους..".

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 1 του ίδιου νόμου, προκύπτει, ότι με την κατάθεση των χρημάτων στο όνομα περισσοτέρων δικαιούχων, δημιουργείται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 489 ΑΚ, δηλαδή καθένας από τους δικαιούχους έχει δικαίωμα να αναλάβει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών και η τράπεζα έχει υποχρέωση να καταβάλει το ποσό αυτό σε πρώτη ζήτηση.

Όμως σε περίπτωση κατασχέσεως καταθέσεως κοινού λογαριασμού εκ μέρους του δανειστού ενός από τους δικαιούχους, ο δανειστής αυτός δεν δικαιούται κατάσχει το σύνολο της καταθέσεως, αφού κατά αμάχητο τεκμήριο, αυτή ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη, αλλά μόνο το μέρος της καταθέσεως που αναλογεί στον οφειλέτη του καταθέτη.

Έτσι η κατάθεση, κατά το υπόλοιπο μέρος που αναλογεί στους λοιπούς δικαιούχους, παραμένει απρόσβλητη από το δανειστή αυτόν, καθιερώνεται δηλαδή με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 4 ειδική περίπτωση ακατασχέτου ως προς αυτόν (ΑΠ 1812/2007, ΑΠ 785/1999). Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 269 παρ.2 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση, δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και κατατείνουν στην επικύρωση της πρωτοδίκου αποφάσεως ή αν δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή αν γεννήθηκαν μετά την τελευταία, συζήτηση, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Επομένως, ο διάδικος που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής ή εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη (ΑΠ 1778/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατ’ επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 8(β) ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, που με το εφετήριο και το σχετικό μέρος του πρώτου λόγου της από 19-12-2013 εφέσεώς της πρότεινε ενώπιον του Εφετείου στην κατ’ έφεση δίκη και αποδεικνυόταν εγγράφως από το κατασχετήριο της ..., ότι η επιβληθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο κατάσχεση εις χείρας της, ως τρίτης, απαιτήσεώς του κατά της Δ.

Σ., οφειλέτιδάς του και συνδικαιούχου με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη του ... επίδικου κοινού καταθετικού λογαριασμού ταμιευτηρίου που διετηρείτο σ’ αυτήν (ήδη αναιρεσείουσα), αφορούσε και μέλλουσα απαίτηση του κατασχόντος κατ’ αυτής. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), στο πλαίσιο διερευνήσεως του άνω αναιρετικού λόγου προκύπτουν τα ακόλουθα:

Η εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ε.Ε.", στην δικονομική θέση της οποίας ως καθολικός διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι’ απορροφήσεως υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, με την από 19-12-2013 έφεσή της κατά της 325/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 23-6-2009 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία η τελευταία ζητούσε, να υποχρεωθεί, να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 69.246,73 ευρώ, λόγω παραβιάσεως της μεταξύ τους υπάρχουσας συμβάσεως καταθετικού τραπεζικού λογαριασμού ταμιευτηρίου, στα πλαίσια κατασχέσεως, που επιβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο εις χείρας της ως τρίτης, πρόβαλε, εκτός άλλων ισχυρισμών, και ότι η επιβληθείσα, εις χείρας της, ως τρίτης, κατάσχεση απαιτήσεώς του κατά της οφειλέτιδός του Δ.

Σ., συνδικαιούχου με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη του ... επίδικου κοινού καταθετικού λογαριασμού ταμιευτηρίου, που διετηρείτο σ’ αυτήν (ήδη αναιρεσείουσα), αφορούσε και μέλλουσα απαίτηση του κατασχόντος Ελληνικού Δημοσίου κατ’ αυτής (καθ’ ης η εκτέλεση), ο δε ανωτέρω λογαριασμός, μετά την επιβολή της κατασχέσεως είχε αυξηθεί και ανερχόταν σε 69.246,73 ευρώ, οπότε και στο ποσό της αυξήσεως αυτής, κατά το ήμισυ, επεκτεινόταν η επιβληθείσα μελλοντική κατάσχεση.

Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, ουδόλως έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε στον με λόγο εφέσεως προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό αυτό, ουδέ μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της προβαλλόμενης απόφασής του, ότι τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος με περί του αντιθέτου παραδοχές.

Είναι δε ουσιώδης ο ισχυρισμός αυτός, διότι, σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητάς του, άγει, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, στην επέκταση της κατάσχεσης, κατά το ποσοστό της συνδικαιούχου του παραπάνω λογαριασμού, οφειλέτιδος του κατασχόντος Δημοσίου, σε κάθε ποσό, που προστίθεται στον λογαριασμό μετά την επιβολή της κατασχέσεως.

Περαιτέρω, ενόψει της επικλήσεως με τον σχετικό λόγο εφέσεως, όπως από την επισκόπηση του εφετηρίου προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνυόταν εγγράφως από το προσκομιζόμενο με επίκληση κατασχετήριο, παραδεκτώς κατά τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 3 και 269 παρ. 2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, είχε προταθεί από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, ήταν παραδεκτός και ερευνητέος.

Επομένως, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον έχοντα ουσιώδη επιρροή στη δίκη ισχυρισμό αυτό, υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ανωτέρω λόγο πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8(β) ΚΠολΔ και συνεπώς ο σχετικός πρώτος αναιρετικός λόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. Σημειωτέον, ότι για το παραδεκτό της βραδείας αυτής προβολής δεν ήταν αναγκαία η πανηγυρική επίκληση στο δικόγραφο της εφέσεως της αναιρεσείουσας του κειμένου και του αριθμού της διάταξης των άρθρων 269 παρ. 2γ περ.

γ και 527 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1735/2008).

Επομένως, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που την εξέδωσε (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.) Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου σ’ αυτήν (άρθρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα στα δικαστικά του έξοδα (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓIA ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 325/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Και

Διατάζει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το καταβληθέν από αυτήν παράβολο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ