Legislator Case Law & Legislation
825/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on family property division, rejecting procedural and evidentiary grounds.

Case Number 825/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding the division of increased family assets. The appellants argued that the court erred in calculating the wife's contribution and failed to prove a waiver agreement, but the court found these claims unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, costs were awarded to the appellant, and the lower court's ruling on the 15% contribution share was upheld.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 182, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment on family property division is inadmissible if the appellate court's findings are based on accepted facts and the appellant fails to prove procedural errors or lack of evidence regarding the existence of a waiver agreement.

Keywords

AI generated
family property division appellate review waiver agreement contribution calculation procedural error costs award final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 182 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 825/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Μ. του Λ., 2) Λ. Μ. του Ε., 3) Μ. Μ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Γεωργίου Δούμα και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Γιαταγάνα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/12/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 6/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 162/2014 απόφαση του Εφετείου Λαμίας, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της από 15-11-2012 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ’ αριθμ.17/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε την από 9-3-2009 αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντος με την οποία ζητούσε από τον εναγόμενο πρώην σύζυγό της, μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου τους, το ήμισυ της αύξησης της περιουσίας του κατά την διάρκεια αυτού, στο οποίο ανήρχετο η συμβολή της σ’ αυτήν, άλλως την τεκμαρτή συμβολή της (1/3) στην αύξηση της περιουσίας του.

Με την αγωγή συνεκδικάσθηκε και η από 8-4-2010 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου των ήδη δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων, τέκνων των διαδίκων πρώην συζύγων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της αγωγής, και οι οποίοι ως διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη κλητεύθηκαν και παρέστησαν ενώπιον του Εφετείου, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και ειδικότερα, ότι η συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 15%, επιδικάζοντας σ’ αυτήν νομιμοτόκως το ποσό των 31.950 ευρώ στο οποίο αντιστοιχούσε το ποσοστό αυτό της συμβολής της, απορρίπτοντας παράλληλα την πρόσθετη παρέμβαση των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρα 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 § 1 αυτού (ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1649/1986, έχε, εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί κα, η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανομένη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ’ ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, και η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, καθώς και η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ενστάσεως, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 1368/13, ΑΠ 1710/12, ΑΠ 1447/2008).

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν και της αξίας αυτής χωρίς να είναι αναγκαία η αναγωγή της στον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η οποία όμως μπορεί να προβληθεί κατ’ ένσταση από τον εναγόμενο, ισχυριζόμενο ότι η αποτίμησή της (αναγωγή της) πρέπει να προσδιοριστεί σε χαμηλότερο της αγωγής ποσό (ΑΠ 1673/2011).

Εξάλλου, η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής, αλλά, στην τελευταία αυτή περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμηση τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν. (ΑΠ 1912/2009).

Για το νόμιμο και ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται η αναφορά του ύψους των συνολικών οικογενειακών αναγκών ή του ύψους της εισφοράς αμφοτέρων των συζύγων ούτε του ύψους της συνεισφοράς της συζύγου στην οποία υποχρεούται κατ’ άρθρο 1389 ΑΚ, αλλά αρκεί η αναφορά του ύψους της συνεισφοράς της πέραν αυτής στην οποία, υποχρεούται κατ’ άρθρο 1389 ΑΚ (ΑΠ 1511/2005, ΑΠ 43/2015.

Ενόψει δε της δυσχερείας αποδείξεως της υπάρξεως και της εκτάσεως της ως άνω συμβολής η διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 εδ. β’ ΑΚ θεσπίζει τεκμήριο μαχητό υπέρ του ασκούντος το σχετικό δικαίωμα συζύγου περί της υπάρξεως και του μεγέθους της συμβολής, σύμφωνα με το οποίο αυτή ανέρχεται στο 1/3 της επαυξήσεως.

Εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων σύζυγος στηρίζει την αξίωση του προς συμμετοχή στα αποκτήματα στην τεκμαρτή και όχι στην πραγματική συμμετοχή του σε αυτά, αρκεί μόνο να επικαλεσθεί και αποδείξει την γενομένη προσαύξηση στην περιουσία του άλλου συζύγου μεταξύ των προαναφερθέντων ως άνω χρονικών σημείων.

Ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξιώσεως συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ’ αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 536/09 ΑΠ 593/08).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 1 573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009). Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δέχθηκε το ορισμένο του δικογράφου της ένδικης, αγωγής της αναιρεσίβλητης, παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτού, λόγω αοριστίας, απορρέουσας από την ελλιπή εξειδίκευση των θεμελιωτικών της επικαλούμενης αξίωσης πραγματικών περιστατικών.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής και της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι με την από 9-3-2009 αγωγή της προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι "με τον εναγόμενο είχε τελέσει νόμιμο γάμο στις 16-6-1985 από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα που γεννήθηκαν τα έτη 1986 και 1987, αντίστοιχα, η δε έγγαμη συμβίωση τους διήρκησε έως το Σεπτέμβριό του έτους 1998, οπότε και διασπάσθηκε, στη συνέχεια δε ότι ο γάμος τους λύθηκε συναινετικά με την υπ’ αριθμ. 226/2001, αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.

Περαιτέρω εξ εξέθετε ότι κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους, η περιουσία του εναγομένου-συζύγου της αποτελούνταν από μία επιχείρηση αλουμινοκατασκευών την οποία διατηρούσες (πριν από το γάμο) μαζί με τον αδελφό του Ι. Μ. και την οποία εξακολουθούσε να διατηρεί μέχρι τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στην Κάτω Τιθορέα Λοκρίδας, Ν.

Φθιώτιδας και ότι η αξία της περιουσίας του συζύγου της, που απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ανέρχονταν κατά τον χρόνο λύσεως του γάμου (Ιούλιο του έτους 2001), αλλά και κατά την άσκηση της αγωγής, κατά του εναγομένου, σε 347.006,76 ευρώ, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην αγωγή και αφορά την απόκτηση κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τον εναγόμενο των αναλυτικά περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων.

Επίσης εξέθετε ότι, η ίδια συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της, με τους αναφερομένους στην αγωγή τρόπους, και ειδικότερα, κατά τις ενδιαφέρουσες την προβαλλομένη αιτίαση αναφορές, "με την προσφορά των προσωπικών μου υπηρεσιών ως προς την διατήρηση της συζυγικής κατοικίας, την ανατροφή των τέκνων μας, τη διατροφή τους, την καθαριότητά τους, την υποβοήθησή τους στο σχολείο, το μαγείρεμα για τη διατροφή όλης της οικογένειας, το πλύσιμο των ρούχων της οικογένειας και το σιδέρωμα έτσι ώστε ο εναγόμενος απαλλαγμένος από τις φροντίδες αυτές να ασκεί απερίσπαστος την επαγγελματική του δραστηριότητα.

Οι υπηρεσίες που προσέφερα κατά τα άνω στο πλαίσιο της συμβίωσης υπερέβαιναν κατά πολύ το επιβαλλόμενο μέτρο από την υποχρέωση συνεισφοράς μου και συμβολής μου στις οικογενειακές ανάγκες. Οι παραπάνω υπηρεσίες μου οι οποίες παρεχόταν εκ μέρους κατά την διάρκεια της εγγάμου συμβιώσεως σε 16ωρη βάση όλες τις ημέρες της εβδομάδας σε όλη την διάρκεια του έτους από την σύναψη του γάμου μέχρι την διάσπασή της το έτος 1998 ήταν αποτιμητές σε χρήμα ανερχομένης (της αποτιμήσεως) σε 2000 ευρώ μηνιαίως εκ των οποίων το ήμισυ του ποσού αυτού είναι η ανάλογη συμμετοχή μου στις οικογενειακές δαπάνες και το υπόλοιπο ήμισυ αποτελεί συμμετοχή μου στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου...

Πέραν αυτού ο πατέρας μου κάθε χρόνο καλλιεργούσε με βαμβάκι έναν αγρό συνολικής εκτάσεως 10 στρεμμάτων στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας Ελάτειας....με δικά του έξοδα τα οποία διέθετε ως γονική παροχή προς εμένα και παρέδιδε το παραγόμενο προϊόν βάμβακος ενώ το τίμημα το εισπράτταμε εμείς δηλαδή ο εναγόμενος είτε στο όνομα του είτε με δική μου εξουσιοδότηση το οποίο ανερχόταν κατά μέσο όρο για όλο το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου μέχρι την διάσπαση της εγγάμου συμβιώσεως στο ποσό του 1.500.000 δραχμών ή 4.402 ευρώ ετησίως.

Το άνω ποσό αποτελεί επίσης δική μου συμβολή με μετρητά στην επαύξηση της περιουσίας του αντιδίκου. 3. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, το ποσό των 178.785 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μέρος της αύξησης της περιουσίας του, που προέρχεται από δική της συμβολή σε ποσοστό 1/2, επικουρικά δε το ποσό των 115.668,92 ευρώ, που αντιστοιχεί στη συμβολή της κατά ποσοστό 1/3".

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, κάνοντας δεκτό το σχετικό λόγο της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εφέσεως κατά της, ως αόριστης, απορρίψασας αυτήν (αγωγή) πρωτοδίκου αποφάσεως (17/2011 Π.Πρ.Λαμίας), έκρινε ότι "η με το παραπάνω περιεχόμενο αγωγή είναι καθόλα ορισμένη, χωρίς να την καθιστά αόριστη το ότι η ενάγουσα αν και εκθέτει σ’ αυτή (αγωγή), ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου ήταν συνιδιοκτήτης μαζί με τον αδελφό του, μίας επιχείρησης αλουμινοκατασκευών, δεν προσδιορίζει περαιτέρω την αξία της εν λόγω επιχείρησης, κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου, αφού η εν λόγω αναφορά είναι νομικώς αδιάφορη και γίνεται ως εκ του περισσού και χωρίς να έχει τέτοια υποχρέωση η ενάγουσα (να αναφέρει δηλαδή την αρχική περιουσία του εναγομένου και την αξία αυτής), αφού η δίκη που ανοίγεται με βάση την εκ του άρθρου 1400 Α.Κ.

αγωγή έχει (μοναδικό) αντικείμενο την συμμετοχή ή μη του ενάγοντος στα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε ο εναγόμενος μετά τον γάμο και δεν είναι νομικώς σημαντική αυτή καθ’ εαυτήν η προ του γάμου περιουσιακή αυτού κατάσταση, τυχόν δε ύπαρξη αρχικής περιουσίας του εναγομένου, η οποία διαφοροποιεί την αξίωση συμμετοχής της ενάγουσας στα αποκτήματα, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλει και αποδεικνύει ο εναγόμενος.

Επίσης δεν συνιστούσε αναγκαίο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής, η αναγωγή της τελικής περιουσίας του εναγομένου στο χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εκ του λόγου ότι αναφέρονταν σ’ αυτή η αξία των αποκτημάτων μόνο κατά το χρόνο της αμετακλήτου λύσεως του γάμου όχι όμως και η αξία αυτών, κατά το χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής.

Αρκούσε δηλαδή για το ορισμένο της αγωγής, η αποτίμηση της τελικής περιουσίας του εναγομένου, κατά τον χρόνο του αμετακλήτου της λύσεως του γάμου, εφόσον δε ο εναγόμενος θεωρούσε ότι η αποτίμηση αυτή δεν αντιστοιχεί στο χρόνο συζήτησης της αγωγής, μπορούσε να ζητήσει κατ’ ένσταση, αντίστοιχη αναπροσαρμογή του οφειλόμενου ποσού, με προσδιορισμό μικρότερης αξίας των άνω αποκτημάτων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει το απαράδεκτο, λόγο αοριστίας, της ένδικης αγωγής, αφού στο δικόγραφό της διαλαμβάνονται όλα τα από τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ και 1400 ΑΚ απαιτούμενα και στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα α)η αμετάκλητη λύση του μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του πρώτου αναιρεσείοντος γάμου β)η αύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου με προσδιορισμό της αξίας αυτής, μόνο κατά τον χρόνο γενέσεως της αγωγικής αξιώσεως, που, όπως προαναφέρθηκε, είναι ο χρόνος της αμετακλήτου λύσεως του γάμου, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του ενδίκου αγωγικού δικογράφου ούτε η αναφορά της τυχόν υπάρχουσας αρχικής περιουσίας του υπόχρεου - εναγομένου συζύγου ούτε ο προσδιορισμός της τελικής περιουσίας κατά τον χρόνο συζητήσεως της αγωγής αφού, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και οι δύο αυτοί ισχυρισμοί μπορεί να προβληθούν κατ’ ένσταση από τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα επιδιωκόντα την απόρριψη της αγωγής ή τον περιορισμό της αιτουμένης από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη να επιδικαστεί συμβολής (ΑΠ 1673/11, ΑΠ 215/11 ΑΠ 1447/2008), 3)η συμβολή της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος συντελεσθείσα αφενός με την κατ’ έτος καταβολή απ’ αυτήν του εκ 442 ευρώ εισοδήματος από την καλλιέργεια του ακινήτου των 10 στρεμμάτων της ιδιοκτησίας της και αφετέρου με την παροχή σε συζυγικό οίκο των λεπτομερώς αναφερομένων υπηρεσιών με την παράλληλη αφενός επίκληση ότι αυτές υπερέβαιναν το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς μέτρο (κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη) και αφετέρου αποτίμηση αυτών κατά το εν λόγω υπερβάλλον μέτρο (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1511/2005 ΑΠ 43/2015) στο ποσό των 1000 ευρώ μηνιαίως.

Η κατά τα άνω λεπτομερής αναφορά των θεμελιωτικών της ασκουμένης από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωσης πραγματικών περιστατικών ανταποκρίνεται στην απαιτούμενη από τη διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ "ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά το νόμο την αγωγή", αφού με τον τρόπο αυτό εξυπηρετείται ο επιδιωκόμενος από τις εν λόγω διατάξεις σκοπός, της παροχής, δηλαδή, της δυνατότητας στο μεν δικαστήριο να ερευνήσει τη νομική βασιμότητα της καταγομένης προς κρίση αξιώσεως, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί ικανοποιητικός (ΑΠ 43/2015) με αποτέλεσμα να ελέγχεται αρνητικά, κρινομένη απορριπτέα ως αβάσιμη η προβαλλομένη, με τον από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ λόγο, αιτίαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρον 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει. σημασία, γιατί, ναι.

μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ. ΑΠ 15/2000 ΑΠ 780/2004, ΑΠ 139/2001).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προβαλλομένη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την από την αναιρεσίβλητη ασκηθείσα έφεση κατά της υπ’ αριθμ.17/2011 πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε, ως αόριστη, η κατ’ αυτών, περί αποκτημάτων, αγωγή της τελευταίας λόγω μη απευθύνσεώς της (εφέσεως) και κατά των πρωτοδίκως αυτοτελώς υπέρ του πρώτου εξ αυτών (αναιρεσειόντων) προσθέτως, παρεμβάντων λοιπών αναιρεσειόντων, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει αφενός της, και από τους αναιρεσείοντες συνομολογουμένης, μη προβολής του θεμελιωτικού του επικαλουμένου ως άνω αναιρετικού λόγου ισχυρισμού ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου της ουσίας και αφετέρου της μη συνδρομής κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ προϋποθέσεως η οποία να καθιστά παραδεκτή την προβολή λόγου αναιρέσεως θεμελιουμένου σε μη νομίμως προταθέντα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμό σημειουμένου ότι η έλλειψη συνδρομής της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως αν και αυτεπαγγέλτως ερευνόμενη από το δικαστήριο, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, (ΑΠ 1473/2008, ΑΠ 529/2009) όπως εσφαλμένως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006 και Ολ ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1258/2013).

Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από τον πρώτο αναιρεσείοντα οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 1400 και 281 ΑΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη την κατ’ αυτού από την αναιρεσίβλητη, τέως συζύγό του εγερθείσα, περί αποκτημάτων, αγωγή απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την προς απόκρουση αυτής προβληθείσα από τον ίδιο, ως εναγόμενο, από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, αφενός την κατάφαση και αφετέρου τη μη συνδρομή των επικληθεισών προς θεμελίωση της αγωγής και της ενστάσεως αντίστοιχα προϋποθέσεων παρόλο που τα, ως αποδειχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την εξενεχθείσα ως άνω κρίση επιβάλλοντας την απόρριψη της αγωγής είτε ως αναπόδεικτης είτε ως καταχρηστικά ασκουμένης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών, εκατέρωθεν, αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, τα’ ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, νόμιμο θρησκευτικό γάμο, στις 16 Ιουνίου 1985, στην Ελάτεια Λοκρίδας, κατά τη διάρκεια του οποίου απέκτησαν δύο άρρενα τέκνα, τον Λ., που γεννήθηκε το έτος 1986 και τον Μ., που γεννήθηκε στο έτος 1987.

Αυτοί εγκαταστάθηκαν αμέσως μετά τον γάμο τους, στην ..., όπου διέμεναν σε κατοικία ιδιοκτησίας των γονέων του εναγομένου, την ψιλή κυριότητα της οποίας στην συνέχεια του μεταβίβασαν λόγω γονικής παροχής με το υπ’ αριθμ. ...29-10-1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελάτειας Ελένης Φουσέκη. Έτσι οι διάδικοι, απέφυγαν καθόλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, την καταβολή μισθώματος για την εκμίσθωση οικογενειακής στέγης, το οποίο θα ανέρχονταν τουλάχιστον σε 300 ευρώ το μήνα, της ενάγουσας απαλλαχθείσης της καταβολής του ως άνω μηνιαίου μισθώματος καθό μέρος της αναλογούσε.

Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και διασπάσθηκε τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, στη συνέχεια δε με την υπ’ αριθμ. 226/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 24-9-2001, ημερομηνία, κατά την οποία παραιτήθηκαν από το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων μέσων, λύθηκε συναινετικά ο γάμος των διαδίκων.

Στο μεταξύ με την υπ’ αριθμ. 1394/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η επιμέλεια των τότε ανηλίκων τέκνων των διαδίκων ανατέθηκε στην ενάγουσα, η οποία άσκησε αυτή μέχρι και τον μήνα Ιούνιο του έτους 2001, ενώ από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2001, την επιμέλεια των τέκνων ασκούσε ο εναγόμενος. Πριν από τον γάμο του με την ενάγουσα ο εναγόμενος διατηρούσε με τον αδελφό του Ι.

Μ. επιχείρηση αλουμινοκατασκευών στην ..., την οποία επιχείρηση εξακολουθούσε να διατηρεί καθόλη την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα, αλλά και μέχρι την αμετάκλητη λύση το γάμου του με αυτή και από την εργασία του κέρδιζε κατά μέσο όρο όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης το ποσό των 2.500 ευρώ, το μήνα.

Η ενάγουσα άσκησε εναντίον του εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την με αριθμό καταθέσεως 118/2003 αγωγή της, την οποία επέδωσε στον εναγόμενο στις 5-5-2003, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η συμμετοχή της στα αποκτήματα, που ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 178.785,85 ευρώ, άλλως το ποσό των 115.668,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής αυτής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 205/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία δημοσιεύτηκε στις 13-11-2008 και απέρριψε την ως άνω αγωγή, ως αόριστη. Εναντίον της απόφασης αυτής η ενάγουσα δεν άσκησε κάποιο ένδικο μέσο, αλλά αντίθετα, μετά την δημοσίευση της ως άνω απόφασης, δια της οποίας επερατώθη η εκκρεμοδικία στο πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, άσκησε την υπό κρίση αγωγή, δηλώνοντας μάλιστα ότι παραιτείται από την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της υπ’ αριθμ, ως άνω 205/13-11-2008 απόφασης.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και για τον εναγόμενο με την πάροδο της τριετούς προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως. Ο εναγόμενος μετά την τέλεση του γάμου του με την ενάγουσα απέκτησε τα εξής περιουσιακά στοιχεία : Α) ένα αγρό εκτάσεως έξι (6) στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "...", της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας Ελάτειας, ό οποίος (αγρός) περιήλθε σ’ αυτόν με το υπ’ αριθμ. ...4-10-1986 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Ελάτειας, Καλομοίρας Λιγνού, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελάτειας, στο τόμο ...

και αριθμό…, από τις Ε. Π. Δ. και Μ. Π. Δ.. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το πραγματικό τίμημα αγοράς του εν λόγω ακινήτου, ήταν 1.000.000 δραχμές και καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου από τον πατέρα της Ι. Δ. Π., ως άτυπη γονική παροχή σ’ αυτήν. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού αν είχε λάβει χώρα κάτι τέτοιο ο αγρός αυτός θα γράφονταν στο όνομά της ενάγουσας και όχι στο όνομα του εναγομένου.

Και βέβαια είναι γεγονός ότι ο πατέρας της ενάγουσας έδωσε το έτος 1986 στον εναγόμενο το ποσό αυτό του 1.000.000 δραχμών, πλην όμως το ποσό αυτό δόθηκε προκειμένου να επέλθουν βελτιώσεις σε γειτονικό με το επίδικο, αγρό εκτάσεως 10 στρεμμάτων, που ο πατέρας της ενάγουσας αγόρασε, αντί ποσού 2.000.000 δραχμών, στο όνομα της ενάγουσας θυγατέρας του.

Ειδικότερα το εν λόγω ποσό του 1.000.000 δραχμών χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα που απαιτήθηκαν για την διάνοιξη του πηγαδιού, που υπήρχε στο ακίνητο που αγοράσθηκε στο όνομα της ενάγουσας. Ο επίδικος αγρός αγοράσθηκε από τον εναγόμενο, αντί ποσού 1.000.000 δραχμών και η σημερινή αξία του, ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ.

Β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εμβαδού 264,14 τ. μ. το οποίο βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμο Λαμίας, επί της δημοτικής οδού .... αριθμ…., το οποίο περιήλθε στον εναγόμενο από αγορά, η οποία συνήφθη με το υπ’ αριθμ. ...15-7-1994 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Λαμίας, Ελένης Νάκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας, στον τόμο ...

και αριθμό .... Στην συνέχεια ο εναγόμενος κατάρτισε με τον ιδιοκτήτη του υπόλοιπου Vi εξ αδιαιρέτου επί του ιδίου οικοπέδου, το με αριθμό ...18-1-1995 συμβόλαιο σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμό πολυκατοικίας της συμβολαιογράφου Λαμίας, Ελένης Νάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα ίδια βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

και ..., με το οποίο περιήλθαν σ’ αυτόν, οι παρακάτω επιμέρους οριζόντιες ιδιοκτησίες : α. Η οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία Υ-1, που βρίσκεται στο υπόγειο της πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 10,90 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, 13,77 0/00, β. η οριζόντια ιδιοκτησία με το στοιχείο I-1, που βρίσκεται στο ισόγειο της πολυώροφης οικοδομής, έχει εμβαδόν 58,08 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου, 109,13 0/00, γ’ , η οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία Β-1, που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο της πολυώροφης οικοδομής, έχει εμβαδόν 116,16 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 177,86 0/00, δ. η οριζόντια ιδιοκτησία με τα στοιχεία Δ-1, που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της πολυώροφης οικοδομής, έχει εμβαδόν 116,16 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 177,86 0/00, ε. το 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπογείου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων, που έχει εμβαδόν 72,82 τ.μ.

με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 42,75 0/00 και στ’ , το 1/2 εξ αδιαιρέτου του δικαιώματος του υψούν της υπάρχουσας οικοδομής, στο οποίο αντιστοιχούν τα 54,57 0/00 του οικοπέδου. Οι προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες ήσαν αποπερατωμένες το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1998, που επήλθε η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης.

Κατά το χρόνο δε λύσεως του γάμου (Ιούλιος του έτους 2001), αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της από 29-4-2003 αγωγής, δηλαδή την ημέρα της επιδόσεως της (5-5-2003) η αξία του καθενός από τα προαναφερόμενα ακίνητα, που ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου ανέρχονταν στα εξής ποσά : του υπό στοιχείου Α ακινήτου, στο ποσό των 8.000 ευρώ, του υπό στοιχείου Βα ακινήτου, στο ποσό των 2.000 ευρώ, του υπό στοιχείο Ββ ακινήτου, στο ποσό των 40.000 ευρώ, του υπό στοιχείο Βγ ακινήτου στο ποσό των 70.000 ευρώ, του υπό στοιχείο Βδ ακινήτου στο ποσό των 80.000 ευρώ του υπό στοιχείου Βε ακινήτου στο ποσό των 6.000 ευρώ και του υπό στοιχείο Βστ ακινήτου στο ποσό των 7.000 ευρώ (σημειώνεται ότι η ενάγουσα προσδιόρισε, όπως είχε δικαίωμα, την αξία των πιο πάνω ακινήτων, στο ποσό των 10.564,93 ευρώ, 3.198,83 ευρώ, 85.223,77 ευρώ, 102.268,53 ευρώ, 119.313,28 ευρώ, 16.027,88 ευρώ και 10.409,54 ευρώ, αντίστοιχα, κατά το χρόνο επιδόσεως της πρώτης αγωγής, αποδείχθηκε όμως ότι η αξία των πιο πάνω ακινήτων, είναι η ανωτέρω, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης εν μέρει της περί τούτου ένστασης, του εναγομένου, την οποία προέβαλλε με τα έγγραφες προτάσεις του, προσδιορίζοντας την αξία των πιο πάνω ακινήτων, κατά το χρόνο συζήτησης της δεύτερης αγωγής, στα αναφερόμενα σ’ αυτή μικρότερα ποσά ζητώντας να μειωθεί και η αξία τους, στο αντίστοιχο ποσό).

Περαιτέρω όμως αποδεικνύεται ότι μετά την άσκηση της πρώτης ως άνω αγωγής ο εναγόμενος προέβη στις εξής μεταβιβάσεις : Α) Με το υπ’ αριθμ. ...28-5-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Λαμίας, Ελένης Νάκη-Ζαλίκη, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον γιο του Λ. Μ. το υπό στοιχείο Δ-1 διαμέρισμα και στον γιο του Μ.

Μ. το υπό στοιχείο Β-1 διαμέρισμα, ενώ ο ίδιος παρακράτησε εφόρου ζωής τη επικαρπία και Β) με το υπ’ αριθμ. ...27-4-2005 συμβόλαιο γονικής παροχής της ανωτέρω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγραφέντος, μεταβίβασε σε καθένα εκ των ανωτέρω υιών του κατά 50% σε καθένα εξ αυτών κατά ψιλή κυριότητα το υπό στοιχείο Ι-1 ακίνητο, την υπό στοιχείο Υ-1 αποθήκη και κατά αποκλειστική κυριότητα και το 50% εξ αδιαιρέτου που του ανήκε του χώρου στάθμευσης.

Σχετικά με τις μεταβιβάσεις αυτές θα πρέπει να λεχθεί ότι ναι μεν τα προαναφερόμενα ακίνητα-αποκτήματα δεν βρίσκονταν κατά πλήρη κυριότητα, στην περιουσία του εναγομένου, κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής, πλην όμως λόγω του ότι αυτά βρίσκονταν, κατά πλήρη κυριότητα, στην περιουσία του εναγομένου, κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους.

θα ληφθεί υπόψη η αξία της πλήρους κυριότητας αυτών, προκειμένου να γίνει η αποτίμηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (βλ. σχετ. Α.Π. 1515/2013 ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε συνολικώς κατά 213.000 (8.000 + 2.000 + 40.000 + 70.000 + 80.000 + 6.000 + 7.000) ευρώ. Στην επαύξηση κατά το ανωτέρω ποσό της περιουσίας του εναγομένου συνέβαλε ή ενάγουσα, αφού όπως αποδείχθηκε ειδικότερα κατά τη διάρκεια του γάμου τους, αυτή (ενάγουσα) ασχολήθηκε με την παροχή υπηρεσιών στην οικογένεια και ιδιαιτέρως με την ανατροφή των δύο τέκνων τους, την οποία όμως συνέδραμε κατά την ασχολία της αυτή και η μητέρα του εναγομένου, η οποία κατοικούσε σε διπλανό διαμέρισμα, οι εν λόγω δε υπηρεσίες παρεσχέθησαν από την ενάγουσα, κατά τρόπο άριστο και πέραν της εκ του νόμου υποχρεώσεώς της, χωρίς να υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου εφόσον αυτές δεν υπερέβαιναν το προσήκον μέτρο, να υπολογίσει αυτές.

Επίσης αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω ακίνητο των 10 στρεμμάτων, που περιήλθε στην ενάγουσα, καλλιεργούνταν μαζί με το γειτονικό ακίνητο των 6 στρεμμάτων, που περιήλθε στην κυριότητα του εναγομένου, από το πατέρα της ενάγουσας κυρίως με βαμβάκι και τα έσοδα από την καλλιέργεια αυτή, ο πατέρας της ενάγουσας τα απέδιδε στους διαδίκους.

Έτσι η ενάγουσα συμμετείχε στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, κατά την διάρκεια του γάμου τους, και με τα αναλογούντα σ’ αυτή εισοδήματα εκ της καλλιέργειας του ανωτέρω αγρού των 10 στρεμμάτων, ανερχόμενα περίπου στα 3.000 ευρώ το έτος. Το δικαστήριο προσδιορίζει τη συμμετοχή της ενάγουσας στην ανωτέρω επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, σε ποσοστό 15%.

Βέβαια, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ο εναγόμενος πριν από τον γάμο του με την ενάγουσα διατηρούσε με το αδελφό του Ι. Μ. επιχείρηση αλουμινοκατασκευών στην ..., την οποία εξακολουθούσε να διατηρεί μέχρι το χρόνο που κατέστη αμετάκλητη η λύση του γάμου του με την ενάγουσα. Πλην όμως η ύπαρξη του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου δεν διαφοροποιεί τα κρίσιμα για τη διάγνωση της διαφοράς στοιχεία, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι, κατά τη διάρκεια του γάμου, συνέβαλε στην αύξηση της αξίας του περιουσιακού αυτού στοιχείου, που υπήρχε στην αρχική περιουσία του εναγομένου, και έτσι δεν διεκδικεί κάτι από την αξία της επιχείρησης αυτής, αλλά εντοπίζει τις αξιώσεις της μόνο στα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, που ο εναγόμενος απέκτησε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης του με αυτή (Α.Π. 1447/2008, Α.Π.814/2004).

Περαιτέρω ο εναγόμενος επαναφέρει με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης και την προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος εκ του λόγου ότι αυτός προέβη στην μεταβίβαση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων στα τέκνα του, με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας, η οποία του δήλωσε ότι αν λάμβαναν χώρα οι ανωτέρω μεταβιβάσεις, δεν θα είχε καμία απαίτηση εναντίον του, από τα αποκτήματα.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε, καμία τέτοια συμφωνία, όσον αφορά τις ανωτέρω μεταβιβάσεις. Άλλωστε λογικά αν υπήρχε τέτοια συμφωνία εκ μέρους της ενάγουσας, ο εναγόμενος θα είχε φροντίσει να καλυφθεί με έγγραφη συμφωνία αυτής.

Συνεπώς ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.950 ευρώ (213.000 X 15%), που αντιστοιχεί στην ανωτέρω κατά ποσοστό 15% αποδειχθείσα συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 1400 και 281 ΑΚ αναφορικά με τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα αφενός περί της συνεστώτος του μεταξύ της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) και του πρώτου αναιρεσείοντος (εναγομένου) γάμου, επαυξήσεως της περιουσίας του τελευταίου και αφετέρου περί τη μη συνδρομής των επικληθεισών προς θεμελίωση της προβληθείσας από τον πρώτο αναιρεσείοντα από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως (281 ΑΚ) προϋποθέσεων δεχθείσα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου I) ως προς μεν το πρώτο ζήτημα, 2) την (συνεστώτος του γάμου) επελθούσα επαύξηση της περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος κατά το ποσό των 213.000 ευρώ, στο οποίο αποδείχθηκε, κατά τη σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. 12 σελίδα αυτής), ότι ανέρχεται στη συνολική αξία των αποτελούντων αυτήν (περιουσία) ακινήτων, η οποία (αξία) ορθώς υπολογίσθηκε με βάση τον χρόνο συζητήσεως της από 28-4-09 ένδικης δεύτερης αγωγής, κατ αποδοχή της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου πρώτου αναιρεσείοντος κατά του σε υψηλότερα ποσά, γενομένου από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη προσδιορισμού αυτής με βάση τον χρόνο εγέρσεως της πρώτης, από 5-5-2003 αγωγής (ΑΠ 1673/2011) και β)ότι η παραπάνω επαύξηση θεμελιώνει το αγωγικό δικαίωμα της αναιρεσίβλητης προς επιδίκαση της (επικουρικώς) αιτηθείσας τεκμαρτής συμμετοχής η οποία όμως, ενόψει της ευδοκιμήσεως της από τον πρώτο αναιρεσείοντα εναγόμενο προταθείσας, προς ανατροπή του σχετικού τεκμηρίου, ενστάσεως προσδιορισμού αυτής (τεκμαρτής συμβολής) σε μικρότερο του 1/3 ποσοστού, προσδιορίστηκε όχι στο 1/3 αλλά στο 1/6 .....αυτής (31.950 ευρώ) στο οποίο αποδείχθηκε ότι ανέρχεται η συμβολή της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) πραγματοποιηθείσα εν μέρει με την καταβολή των αναλογούντων εκ της καλλιέργειας των περιγραφομένων στην προσβαλλομένη απόφαση ακινήτων εισοδημάτων εν μέρει δε με την προσφορά των υπερβαινουσών, το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συνεισφοράς μέτρο υπηρεσιών στον οικογενειακό οίκο, η συνολική αποτίμηση της αξίας αυτών ευχερώς συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως περί του ύψους της τελικής συμβολής της αναιρεσίβλητης και της δια των εκ της καλλιέργειας των ακινήτων εισοδημάτων παρασχεθείσας.

ΙΙ) αναφορικά δε με το δεύτερο (ζήτημα) δεχθείσα το αναπόδεικτο της καταρτίσεως της επικληθείσας προς θεμελίωση της προβληθείσας από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεως συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων τέως συζύγων περί παραιτήσεως της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας από την άσκηση του περί αποκτημάτων δικαιώματός της με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή και αναιρετικά ανέλεγκτη, ως αναφερομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, αιτιολογία ότι "Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου όμως θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού δεν αποδείχθηκε καμμία τέτοια συμφωνία. Άλλωστε λογικά αν υπήρχε τέτοια συμφωνία εκ μέρους της ενάγουσας ο εναγόμενος θα είχε φροντίσει να καλυφθεί με έγγραφη κατάρτιση αυτής". Υπό τις πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές αυτές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενομένων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ερμηνευθέντων και εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο δεν ευρίσκουν έρεισμα εφαρμογής οι προβαλλόμενες από το αρθ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις οι οποίες, για το λόγο αυτό, κρίνονται απορριπτέες ως αβάσιμες.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου (αναιρετικού) λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί , στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο αρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 182 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την (από 15.12.14 και αριθμ. καταθ. 35/2014) αίτηση αναίρεσης της 162/2014 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης στα χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ