Legislator Case Law & Legislation
825/2010 AI generated

Supreme Court reverses appeal court for failing to examine content validity of challenged private document.

Case Number 825/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court reversed the appeal court's decision because it accepted a private document without verifying its authenticity or content validity. The appellant argued the document was forged, while the lower court relied on it despite this challenge. The court ruled that private documents require specific examination of forgery claims before being considered as evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 457, 460, 461, 463 of the Code of Civil Procedure: Private documents lack the presumption of authenticity found in public documents; therefore, a court must examine the validity of a challenged private document's content and signature before considering it as evidence.

Keywords

AI generated
private document authenticity presumption of forgery evidence examination civil procedure code appeal court error

Cited Legislation

AI generated
Articles 457, 460, 461, 463 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 11, item a of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 183 and 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 825 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 825/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζορμπά.

Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διαμαντή Παπανικολάου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2001 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας λόγω αρμοδιότητας, 153/2001, 96/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας και 427/2005 μη οριστική, 21/2008 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 6-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των άρθρων 457 παρ.2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (ΚΠολΔ 455) δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί.

Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (ΚΠολΔ 463).

Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η πλαστότητα του περιεχομένου, τούτο κατά το πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου του λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α' του ΚΠολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 72/2008, ΑΠ 655/2003, ΑΠ 1323/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το τρίτο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, κατά την έρευνα του ισχυρισμού της εναγομένης, ότι ο κληρονομούμενος πατέρας των διαδίκων κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος και τριών άλλων ακινήτων στο δημοτικό διαμέρισμα ..., και την από 20-5-1991 αίτηση του κληρονομουμένου πατέρα τους προς το Δασαρχείο ..., από την οποία προκύπτει (κατά την εναγομένη-αναιρεσίβλητη) ο ανωτέρω ισχυρισμός της.

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την από 13-12-1999 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ζητούσε να αναγνωριστεί η ανυπαρξία του κληρονομικού δικαιώματος της εναγόμενης αδελφής του επί της πραγματικής κληρονομίας του αποβιώσαντος πατέρα τους, διότι αυτή με την αναφερόμενη προίκα είχε ήδη λάβει μερίδα μεγαλύτερη από αυτή που αντιστοιχεί στην εξ αδιαθέτου μερίδα της και έτσι δεν δικαιούται πλέον να συμμετάσχει και στην πραγματική κληρονομία.

Κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο ενάγων με τις από 20-7-2001 προτάσεις του προσέβαλε ως πλαστή την ως άνω αίτηση κατά το περιεχόμενο και κατά την υπογραφή, κατονόμασε δε ως πλαστογράφο τον σύζυγο της εναγομένης ... και πρότεινε ως μάρτυρα τη σύζυγό του ..., ενώ προσκόμισε και τα αναφερόμενα έγγραφα.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχτηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση της άσκησε έφεση η εναγομένη και ο ενάγων ως εφεσίβλητος με τις προτάσεις του προς υπεράσπιση κατά της έφεσης της εναγομένης προσέβαλε και πάλι ως πλαστό το ανωτέρω έγγραφο. Το Εφετείο όμως, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ότι στην κληρονομιαία περιουσία περιλαμβάνονται επίσης και τα ανωτέρω τρία ακίνητα και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή, χωρίς να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της ένστασης πλαστότητας, έλαβε υπόψη και το πιο πάνω έγγραφο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αναφέρεται ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, <<εκτός από τις προσαγόμενες και επικαλούμενες από τον εφεσίβλητο α) υπ' αριθμ.

πρωτ.... και ... βεβαιώσεις του Προέδρου του δημοτικού διαμερίσματος ...και β) την από 5-4-2005 έγγραφη δήλωση του ..., οι οποίες δεν λαμβάνονται υπόψη, αφού οι παραπάνω βεβαιώσεις, οι οποίες δεν αφορούν την προσωπική ή οικογενειακή κατάσταση του εφεσιβλήτου, και η ως άνω έγγραφη δήλωση, συντάχθηκαν ειδικά κατά τη διάρκεια της προκείμενης δίκης, προκειμένου να χρησιμεύσουν ως απόδειξη κατ' αυτήν>>.

Έτσι, το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, αφού δεν το εξαίρεσε, και το επίμαχο έγγραφο, καίτοι αυτό είχε προσβληθεί ως πλαστό. Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη έγγραφο, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου και της υπογραφής, προκειμένου να διαπιστώσει, όπως όφειλε, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 21/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ