Supreme Court reverses appeal court ruling on will invalidity due to violation of good morals regarding family inheritance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision upholding a will that favored third parties over the appellant's brother. The appellant argued the will violated good morals by showing moral corruption and unjustified disregard for immediate family members. The court found the lower court failed to properly assess whether the testator's actions indicated moral decay or unjustified contempt toward close relatives before declaring the will void.
Legislator headnote
AI generatedArticle 178A of the Civil Code; Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure: A last will is void if it violates good morals, requiring the court to examine whether the disposition reveals moral corruption or unjustified disregard for immediate family members.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 825 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 825/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, κατοίκων ......, και 4. Χ4, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Καλαβρό.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8368/2001 μη οριστική, 4111/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4634/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-10-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 17-12-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 31-10-2007 αίτηση των Χ1, κλπ, για αναίρεση της 4634/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 178ΑΚ,η διάταξη της τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη αν το περιεχόμενο αυτής αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και για την κρίση περί της αντιθέσεως της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη, ο σκοπός που αυτός επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή.
Προσκρούει στα χρηστά ήθη η τελευταία διάταξη όχι απλώς εκ του ότι το με αυτήν τιμώμενο πρόσωπο είναι ανήθικο ή αισχρό, αλλά όταν ο τρόπος της καταλείψεως ή τα συνοδεύοντα αυτήν περιστατικά μαρτυρούν για τον διαθέτη ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση, καθώς, επίσης, και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη με τον τρόπο που έγινε συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρονήσεως προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας του διαθέτη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι αδελφοί εκείνου, ιδίως όταν σ' αυτά χωρίς εύλογη αφορμή καταλείφθηκε μικρό, αναλόγως, μέρος της περιουσίας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όταν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε ίο νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής, αναφορικά με την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου: Στις 21-9-2000 πέθανε, στην πόλη της ......, η ηλικίας 88 ετών Α, η οποία κατέλιπε, ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς της, τον ενάγοντα αδελφό της και την αδελφή της Β.
Με την από 5-8-1999 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους της, την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, τα τέκνα αυτής, Γ και Δ, δεύτερο και τρίτο των εναγομένων, που ήδη απεβίωσαν και κληρονομήθηκαν από τους τρεις πρώτους των αναιρεσειόντων, καθώς και τον τέταρτο των εναγομένων, Χ4.
Την πρώτη εναγομένη, για την οποία η διαθέτης αναφέρει ότι είναι η μόνη φίλη της που την φροντίζει και την περιποιείται, εγκατέστησε, ως κληρονόμο της, σε ένα κατάστημα, κείμενο επί της οδού ...... αριθ ... του Δήμου ......, το οποίο αποτελείται από τέσσερα επί μέρους καταστήματα, συνολικής επιφάνειας 156 τ.μ., τον δεύτερο εναγόμενο, σε διαμέρισμα του έκτου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται επί της οδού ......
αριθ. ... - ......, τον τρίτο εναγόμενο, σε ένα οικόπεδο, εμβαδού 5 περίπου στρεμμάτων, κείμενο επί της οδού ......-...... του Δήμου ....., και τον τέταρτο εναγόμενο, σε ένα ακίνητο, εμβαδού 2.155 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται επί της οδού ...... του ...... . Στον αδελφό της δεν άφησε κανένα περιουσιακό στοιχείο, διέλαβε δε στη διαθήκη της ότι, στα αδέλφια μου δεν αφήνω απολύτως τίποτα, διότι η μεν αδελφή μου Β δεν έχει οικονομική ανάγκη, ο δε αδελφός μου μού πήρε εν ζωή πολλά περιουσιακά στοιχεία.
Του εμπιστεύθηκα και του έδωσα τα κλειδιά του διαμερίσματός μου στα ...... και αυτός μου πήρε όλα τα αντικείμενα που είχαν μεγάλη οικονομική και ηθική αξία, δηλαδή κοσμήματα, δύο ρολόγια χρυσά, το ...... της ......, προίκα από τη μητέρα της, ανατολίτικα χαλιά μεγάλης αξίας, πίνακες μεγάλης αξίας του ζωγράφου ......, διάφορους άλλους πίνακες και πίνακες δικούς της και της αδελφής της, ζωγράφου, Β.
Επίσης, σε υστερόγραφο της διαθήκης, αναφέρει για τον ενάγοντα: Εν πάση περιπτώσει του αφήνων πενήντα χιλιάδες (50.000) δραχμές, για να σεβαστεί τη διάταξη της διαθήκης μου αυτής και να μην ξεχάσει, όπως δεν ξεχνώ και εγώ, ότι για να με φιλοξενήσει στο σπίτι του μου ζήτησε πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές. Με τη διαθήκη της δεν διέθεσε ένα αγροτεμάχιο, με οικοπεδική αξία, εμβαδού 60 τ.μ., που βρίσκεται στη ...... .
Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, η διαθέτης, μετά τον θάνατο του συζύγου της και τον κατά το έτος 1989 θάνατο του τέκνου της Ε, κατοικούσε στο σπίτι της, στα ......, με το μοναδικό άγαμο τέκνο της ΣΤ, ο οποίος πνίγηκε, στις 9-10-1998, στην ...... . Ο ενάγων, αδελφός, με τον οποίο η διαθέτης διατηρούσε άριστες σχέσεις, τη φιλοξενούσε δε στο σπίτι του, όταν ο γιος της απουσίαζε για επαγγελματικά ταξίδια καθώς και τις εορτές Χριστουγέννων και Πάσχα, επιμελήθηκε για τη διακομιδή της σωρού του θανόντος γιου της από την ......
στην ...... και την ταφή του, επειδή δε εκείνη είχε καταρρακωθεί ψυχολογικά, λόγω του αιφνίδιου θανάτου του γιου της, τη φιλοξένησε στο σπίτι του, της συμπαραστάθηκε, ο ίδιος και η οικογένεια του και τη στήριξαν στις δύσκολες εκείνες στιγμές. Ακολούθως, όταν η διαθέτης άρχισε να αναλαμβάνει ψυχολογικά, ζήτησε από τον ενάγοντα να τη μεταφέρει στο σπίτι της, στα ......, για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της, παρέα με τις αναμνήσεις των παιδιών της και του συζύγου της.
Πράγματι ο ενάγων, σεβόμενος την επιθυμία της, τη μετέφερε στο σπίτι της, αλλά συνέχισαν να την επισκέπτονται τακτικά, τόσο ο ίδιος και η σύζυγός του, όσο και τα τέκνα του. Επικοινωνούσαν τηλεφωνικώς καθημερινά, για ένα χρονικό διάστημα δε είκοσι ημερών ο ενάγων και η σύζυγός του μετακόμισαν και έμειναν στο σπίτι της για να τη φροντίζουν και να τη στηρίζουν ψυχολογικά, αναγκάστηκαν όμως να αποχωρήσουν, διότι αρρώστησε η σύζυγος του ενάγοντος, ο οποίος ζήτησε από τον Ζ, γείτονά της και γνωστό τους από το έτος 1989, με τον οποίον η θανούσα διατηρούσε οικογενειακή σχέση, να την προσέχει και να της προσφέρει τη βοήθειά του, όταν δεν πήγαιναν ο ενάγων ή μέλος της οικογένειας του, διότι, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της (ήταν ήδη 87 ετών), είχε αρχίσει να εμφανίζει διαταραχές στη μνήμη της, αλλά κυρίως διότι ήταν καταρρακωμένη από τον αιφνίδιο θάνατο του γιου της και συναισθηματικά ευάλωτη.
Η πρώτη των εναγομένων, η οποία κατοικεί μόνιμα στη ...... και η κατοικία της βρίσκεται πλησίον της κατοικίας της αδελφής της διαθέτιδας Β, γνωρίστηκε εκεί με τη διαθέτη σε επίσκεψη της τελευταίας στην ως άνω αδελφή της. Έκτοτε διατηρούσαν σχέσεις, μάλιστα αυτή ήλθε από τη ...... στην ...... και παραβρέθηκε στην κηδεία του γιου της ΣΤ.
Τα δύο παιδιά της πρώτης των εναγομένων και αρχικώς εναγόμενοι, ήταν χρήστες ναρκωτικών, ο δεύτερος μάλιστα πέθανε από χρήση ναρκωτικών, ενώ ο πρώτος πέθανε από τον τραυματισμό του σε τροχαίο ατύχημα. Περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 1999, η πρώτη των εναγομένων, η οποία μετά το θάνατο του γιου της διαθέτιδας της τηλεφωνούσε από τη ......, προκειμένου να της δημιουργεί την εντύπωση ότι ενδιαφέρεται άδολα γι' αυτή, στην πραγματικότητα όμως είχαν σχεδιάσει με τους ως άνω δύο γιους της να σφετεριστούν την περιουσία της, της ζήτησε να φιλοξενήσει στο σπίτι της στα ......
την ίδια και τον γιο της Γ, προκειμένου αυτός να παρακολουθήσει πρόγραμμα αποτοξίνωσης από τις ναρκωτικές ουσίες. Πράγματι η διαθέτης τους φιλοξένησε όλες τις ημέρες παραμονής τους στην ...... . Η εν λόγω εναγομένη, κατά την παραμονή της στο σπίτι της ανωτέρω, γνωρίζοντας την κατάσταση της και την ανάγκη της για φροντίδα και συμπαράσταση, από κοινού με το γιο της, κατηγορούσαν τον ενάγοντα αδελφό της ότι δήθεν δεν την αγαπούσε, ούτε ενδιαφέρονταν γι' αυτήν πραγματικά, αλλά απέβλεπε να υφαρπάσει την περιουσία της και στη συνέχεια να την εγκαταλείψει και να πεθάνει μόνη και αβοήθητη, ότι δήθεν ο ίδιος της είχε κλέψει από το σπίτι της, επί της οδού ......, στην ......, χαλιά, πίνακες, τιμαλφή και ότι αυτοί δήθεν την αγαπούν πραγματικά και θέλουν να τη φροντίσουν στο σπίτι τους στη ......, αρκεί να τους ακολουθήσει και να εγκατασταθεί εκεί.
Μετά από αυτά η διαθέτης, τις ημέρες παραμονής τους στην ...... δεν επικοινωνούσε με τον αδελφό της, ο οποίος, επειδή του είχε καταστήσει γνωστό ότι θα φιλοξενήσει την πρώτη των εναγομένων και το γιο της, καθώς και το σκοπό της άφιξής τους στην ......, απέφευγε να επικοινωνήσει, πίστευε δε ότι δεν επικοινωνεί μαζί του, λόγω της φιλοξενίας των ως άνω εναγομένων.
Στη συνέχεια η διαθέτης, χωρίς να ενημερώσει τον αδελφό της, αφού πείστηκε από τα ανωτέρω ψευδή γεγονότα, στις 25-7-1999, ακολούθησε τους φιλοξενουμένους της στη ...... και εγκαταστάθηκε στην οικία τους. Εκεί, αφού την απομόνωσαν και απέκοψαν κάθε επαφή με τους συγγενείς της και ιδίως με τον ενάγοντα αδελφό της, ο οποίος την αναζητούσε και προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της, μάλιστα ο γιος του Η, στις 24-8-1999, μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Χαλανδρίου και κατάγγειλε την εξαφάνιση της, συνέχισαν τις ίδιες ως άνω ψευδείς παραστάσεις, τόσο η πρώτη των εναγομένων, όσο και τα δύο ως άνω τέκνα της και έτσι, στις 5-8-1999, δηλαδή μόλις δέκα ημέρες από την άφιξη τους στη ......, η διαθέτης προέβη στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, με την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, εγκατέστησε κληρονόμους της αυτούς και τον τέταρτο των εναγομένων, με τον οποίον επίσης δεν συνδέονταν με καμία ιδιαίτερη σχέση, αλλά ήταν γνωστός του θανόντος γιου της και με τη σύζυγο του τη βοηθούσαν περιστασιακά σε διάφορες εργασίες.
Μετά τη σύνταξη της διαθήκης η διαθέτης, συνοδευόμενη από την πρώτη των εναγομένων, επέστρεψε για λίγες ημέρες στην Αθήνα, στις 12-8-1999 μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα Κολωνού και υπέβαλε εναντίον του ενάγοντος αδελφού της έγκληση, για το αδίκημα της υφαίρεσης κινητών της πραγμάτων (χαλιά, πίνακες κοσμήματα) και βεβαίως, χωρίς να έλθει σε επαφή με αυτόν, μετέβησαν και πάλι στη ...... .
Για τις πράξεις αυτές ασκήθηκε εναντίον του ενάγοντος ποινική δίωξη και με την υπ' αριθμ. 46651/2004 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε αθώος. Ο ενάγων, αναζητώντας την αδελφή του, σης 30-10-1999 μετέβη με το γιο του Η στη ......, στην οικία της πρώτης των εναγομένων, όπου δημιουργήθηκε επεισόδιο, διότι η ίδια και ο γιος της Γ εμπόδισαν την επικοινωνία τους και έληξε με την παρέμβαση της Αστυνομίας.
Στη συνέχεια η διαθέτης και η πρώτη των εναγομένων υπέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Ρόδου τις από 15-11-1999 εγκλήσεις τους κατά του ενάγοντος και του γιου του, για τα αδικήματα της απειλής, της παράνομης βίας και της εξύβρισης. Επίσης ο ενάγων, αγνοώντας ότι η αδελφή του είχε ήδη συντάξει την επίμαχη διαθήκη, υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ρόδου την από 2-11-1999 αίτησή του, με την οποία, χωρίς να κατονομάζει την πρώτη των εναγομένων, ζήτησε να υποβληθεί από αυτόν αίτηση για να τεθεί η αδελφή του Α σε προσωρινή δικαστική συμπαράσταση, διότι βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους γεροντικής άνοιας και η ψυχική της κατάσταση δεν είναι καλή, λόγω του θανάτου του γιου της, η άλλη αδελφή του δε, συνεπικουρούμενη από ξένο άτομο, έξω από το οικογενειακό περιβάλλον, εκμεταλλεύεται την κατάστασή της, κατά πληροφορίες του έχουν αποσπάσει την υπογραφή της για αλλαγή των ονομάτων στα βιβλιάρια των τραπεζικών καταθέσεων της και κινδυνεύει και η υπόλοιπη περιουσία της.
Μετά από αυτά ο Εισαγγελέας υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την από 2-11-1999 αίτησή του, με την οποία ζήτησε, για τους ανωτέρω λόγους, να διοριστεί, προσωρινώς, συμπαραστάτης της Α ο αδελφός της. Αλλά και η ίδια η Α υπέβαλε ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου την από 17-11-1999 αίτησή της, για να τεθεί σε προσωρινή δικαστική συμπαράσταση και να διοριστεί συμπαραστάτης της η πρώτη των εναγομένων, ισχυριζόμενη ότι λόγω της σωματικής της αδυναμίας, που οφείλεται στην ηλικία της και της ήπιας καταθλιπτικής συνδρομής, που οφείλεται στο θάνατο των προσφιλών της προσώπων, αδυνατεί εν μέρει να φροντίζει τις υποθέσεις της.
Κατόπιν αυτού, της υποθέσεως επελήφθη η Εταιρεία προστασίας Ανηλίκων Αθηνών, ως αρμόδια Κοινωνική Υπηρεσία, για την σύνταξη της προβλεπόμενης από το άρθρο 1674 ΑΚ εκθέσεως, και οι υπάλληλοι της συνέταξαν την από 17-11-1999 έκθεση. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται ότι ο ενάγων, που μετέβη στην υπηρεσία τους, τους εξέθεσε την κατάσταση της αδελφής του, εκφράστηκε με καλά λόγια γι' αυτήν, ότι ο ίδιος και η οικογένεια του μετά το θάνατο του γιου της την περιέλαβαν με στοργή και αγάπη, ότι τα γεγονότα αυτά αρνείται κατηγορηματικά η αδελφή του, σε δύο δε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν επί μακρόν, κατά τα λεγόμενά της, όχι μόνον δεν τη στήριξε, αλλά τις έκλεψε και πίνακες, χρυσαφικά και ασημικά, ανυπολόγιστης αξίας, ενώ για την Χ1 τους ανέφερε ότι την αισθάνεται σαν κόρη της, εκείνη την αγαπά και τη φροντίζει πολύ και δεν δέχεται να την εγκαταλείψει.
Για τον ενάγοντα δε, στην ως άνω έκθεση, αναφέρουν ότι δείχνει να είναι άτομο συγκροτημένο, ευγενικό στην υπηρεσία τους και έδειξε ιδιαίτερο και ουσιαστικό ενδιαφέρον για την αδελφή του. Επειδή δε δεν υπήρχε ιατρική γνωμάτευση, η οποία να επιβεβαιώνει ότι η υπό δικαστική συμπαράσταση πάσχει από γεροντική άνοια, αποφάνθηκαν ότι δεν συντρέχουν λόγοι για να τεθεί υπό δικαστική συμπαράσταση η Α.
Οι ως άνω αιτήσεις απορρίφθηκαν, με την 408/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ως ουσιαστικά αβάσιμες, με την αιτιολογία ότι δεν προέκυψε ότι συνέτρεχαν οι επικαλούμενες με τις αιτήσεις προϋποθέσεις για να τεθεί η ανωτέρω σε δικαστική συμπαράσταση. Επίσης, ο ενάγων, μετά το θάνατο της αδελφής του, υπέβαλε εναντίον της πρώτης των εναγομένων, των θανόντων ήδη τέκνων της Γ και Δ και του τετάρτου των εναγομένων την από 20-11-2000 μήνυσή του, με βάση την οποία ασκήθηκε εναντίον τους ποινική δίωξη για τα αδικήματα της απάτης, από την οποία προξενήθηκε ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, σχετικά με τη σύνταξη της διαθήκης, της υπεξαίρεσης χρημάτων από τους λογαριασμούς της αδελφής του και της παράνομης κατακράτησης της.
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το 196/2003 βούλευμά του, κατά παραδοχή καθ' ολοκληρία της Εισαγγελικής πρότασης, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά της πρώτης και του τετάρτου των εναγομένων, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι ο μηνυτής και οι μάρτυρες του, αν και κλήθηκαν, δεν εμφανίστηκαν να επιβεβαιώσουν το αληθές των γεγονότων που διαλαμβάνονται στη μήνυση και έπαυσε οριστικά, λόγω θανάτου, την ποινική δίωξη για τους Γ και Δ.
Με βάση τ' ανωτέρω αποδειχθέντα, τα οποία έλαβαν χώρα μέχρι την κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης, ήτοι μέχρι τις 5-8-1999, είναι σαφές ότι η δεύτερη των εναγομένων συνεπικουρούμενη από τους γιους της Γ και Δ, εκμεταλλεύτηκε την ελαφρότητα και απερισκεψία της διαθέτιδας και τις διαταραχές της μνήμης της, εξαιτίας της προχωρημένης ηλικίας της και τη ψυχολογική της καταρράκωση, λόγω του πρόσφατου θανάτου του γιου της, αλλά και την ανάγκη της για μόνιμη και συνεχή φροντίδα και περίθαλψη, της δημιούργησε την πεπλανημένη πεποίθηση ότι ο αδελφός της δεν την αγαπούσε, δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά γι' αυτήν και ότι της είχε αφαιρέσει τα κινητά πράγματα που προαναφέρθηκαν, παραστάσεις οι οποίες ήταν ψευδείς, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ο ενάγων την αγαπούσε ενδιαφέρονταν πραγματικά γι αυτήν και είχε μέχρι το χρόνο σύνταξης της διαθήκης άριστες σχέσεις μαζί της.
Με τον τρόπο αυτό την έπεισαν πρώτα στις 25-7-1999 να ακολουθήσει την πρώτη των εναγομένων και το γιο της Γ στη ......, όπου την απομόνωσαν και απέκοψαν την επικοινωνία της με τους συγγενείς της και στη συνέχεια, στις 5-8-1999, να συντάξει την επίμαχη διαθήκη, με την οποία, άνευ αποχρώντος λόγου, να αφήσει στον ενάγοντα το ασήμαντο ποσό των 50.000 δραχμών, μάλιστα με περιπαιχτικά και υβριστικά σχόλια γι' αυτόν, και ένα ασήμαντης επιφάνειας (60 τ.μ.) αγροτεμάχιο, με οικοπεδική αξία, στη ......
της ......, να παραλείψει ακόμη και την αδελφή της Β, για την οποία, ενώ διαβίωνε υπό άθλιες συνθήκες, αναφέρει στη διαθήκη της ότι δεν έχει οικονομική ανάγκη και να εγκαταστήσει τους εναγομένους κληρονόμους της στο σύνολο σχεδόν (εξαιρουμένου του αγροτεμαχίου των 60 τ.μ.) της σημαντικής επιφάνειας ακίνητης περιουσίας της.
Επομένως η ανωτέρω διαθήκη, βάσει του περιεχομένου της, των αποτελεσμάτων της και του συνόλου των περιστάσεων, που συνόδευαν τη σύνταξη της, αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, ως ενέχουσα αδικαιολόγητη, αφ' ενός μεν περιφρόνηση της διαθέτιδος προς τον ενάγοντα αδελφό της, αφ' ετέρου δε εύνοια απέναντι σε τρίτα πρόσωπα, εντελώς ξένα προς αυτήν.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε βάσιμη την από το άρθρο 178ΑΚ βάση της ένδικης αγωγής, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της ανωτέρω διαθήκης, λόγω αντιθέσεως της στα χρηστά ήθη και απέρριψε, ως αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 178ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, ενώ το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η διάταξη αυτή της τελευταίας βουλήσεως της ανωτέρω διαθέτιδας είναι άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, έπρεπε να λάβει υπόψη, όπως ήδη εκτέθηκε, αν ο τρόπος καταλείψεως, με την επίμαχη διαθήκη, των περιουσιακών στοιχείων της διαθέτιδας στους με αυτήν τιμώμενους ή τα συνοδεύοντα αυτήν περιστατικά μαρτυρούν για τη διαθέτιδα ηθική διαστροφή ή κατάπτωση ή πώρωση, ή, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η τελευταία αυτή διάταξη με τον τρόπο που έγινε συνιστά εκδήλωση αδικαιολόγητης περιφρονήσεως προς εγγύτατα πρόσωπα της νόμιμης οικογένειας της διαθέτιδας, όπως ο ενάγων αδελφός της, δε διέλαβε στην απόφαση του παραδοχές σχετικές με τα στοιχεία αυτά, αλλά περιορίσθηκε στην ιστόρηση και αξιολόγηση της συμπεριφοράς των τιμηθέντων με τη διαθήκη τριών πρώτων εναγομένων και τον τρόπο με τον οποίο επηρέασε η συμπεριφορά αυτή τη βούληση της διαθέτιδας, ως προς τον τρόπο διαθέσεως της κληρονομιάς της στους τιμηθέντες τρίτους, καθώς και στον αδελφό της, από τα στοιχεία δε αυτά και μόνο έκρινε ότι η επίμαχη διαθήκη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, "ως ενέχουσα αδικαιολόγητη, αφενός περιφρόνηση της διαθέτιδας προς τον ενάγοντα αδελφό της, αφετέρου δε εύνοια απέναντι σε τρίτα πρόσωπα, εντελώς ξένα προς αυτήν".
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβάσεως, από το Εφετείο, της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 178ΑΚ πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ.580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4634/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ