Legislator Case Law & Legislation
824/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's damages ruling due to insufficient reasoning on causation.

Case Number 824/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's final decision regarding damages. The appellant argued that the lower court failed to provide clear reasoning on how the defendant's actions caused specific financial loss. The court found the lower court's reasoning vague and insufficient to establish the causal link required for liability under the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 932, 297, 298, 330 of the Civil Code; The Supreme Court holds that a lower court's decision on damages is void if its reasoning fails to clearly establish the causal link between the defendant's conduct and the plaintiff's actual loss.

Keywords

AI generated
Civil Code liability damages causation insufficient reasoning appeal admissibility legal causation

Cited Legislation

AI generated
Article 914 of the Civil Code
Articles 932, 297, 298, 330 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 824 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 824/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πρωτοπαππά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και ήδη "ΑΛΦΑ FINANCE ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 994/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2880/2015 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/10/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Κατσιάνης ανέγνωσε την από 8/3/2017 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Προέδρου του Αρείου Πάγου Βασιλείου Πέππα, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο αυτεπαγγέλτως προτεινόμενος λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να απορριφθούν οι προτεινόμενοι με την αίτηση λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29.06.2022 και με αριθμ. ΚΛ133/29.06.2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η από 29.10.2015 και με αριθ. κατάθ. στη Γραμματεία Εφετείου Αθηνών 955/29.10.2015 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθ. 2880/25.06.2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης σε βάρος άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος.

Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνον όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαιϊκών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.

Εξάλλου, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή, ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία.

Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata), που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (condition sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.

Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ευθύνης. Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στον προσήκοντα νομικό κανόνα και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) εάν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά το νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υποχρέου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας.

Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά το αν η σχετική παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 670,676/2021).

Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2396/1996(όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν την κατάργησή της από 01.11.2007 με το άρθρο 85 Ν.3606/2007) οριζόταν ότι "Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ.

και του προσωπικού τους. Κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη. Ο Κώδικας δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως".

Στην παράγραφο δε 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 7 προσδιορίζονταν συγχρόνως και οι βασικές αρχές, οι οποίες θα έπρεπε να διέπουν την άνω κανονιστική απόφαση του ΥΠ.ΕΘ.Ο, μεταξύ των οποίων η πρώτη αρχή που αφορούσε στη λήψη από τις Ε.Π.Ε.Υ. κάθε ενδεικνυόμενου μέτρου και τέτοιων ενεργειών κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, καθώς και η τέταρτη αρχή, που αφορούσε στη γνωστοποίηση από τις Ε.Π.Ε.Υ.

προς τους πελάτες τους όλων των απαραίτητων και χρήσιμων πληροφοριών στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς. Ακολούθως, σε εκτέλεση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η απόφαση του ΥΠ.ΕΘ.Ο. με αριθμ.12263/Β.500 [ΦΕΚ Β' 340/24-4-97 Κώδικας δεοντολογίας επιχειρήσεων παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)], στο άρθρο 4.1 του Κεφαλαίου Β της οποίας, και πριν την κατάργησή της από τη θέση σε ισχύ της απόφασης υπ' αριθμ. 1/452/1.11.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς(ΦΕΚ Β'2136/ 1.11.2007), δυνάμει του άρθρου 85 παρ.3 του προεκτεθέντος Ν.3606/ 2007, ορίζονταν τα ακόλουθα: " 4.1 Οι εταιρίες έχουν την υποχρέωση να εξυπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών δεν επιτρέπεται να γίνεται με τρόπο επιβλαβή προς την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Η εταιρία, και κάθε άλλο καλυπτόμενο πρόσωπο οφείλει να αποφεύγει κάθε πράξη και ενέργεια η οποία χωρίς να προσκρούει σε ρητή πρόβλεψη του νόμου είναι κατά τρόπο δήλο αντίθετη προς το πνεύμα των σχετικών νόμων..." Με το άρθρο 4.2 ορίζονταν ότι "Για την εκπλήρωση υποχρεώσεων των εταιριών που απορρέουν από την πρώτη αρχή θα λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ώστε: (α)...... (β) να εξασφαλίζονται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου των πράξεων που διενεργούν τα όργανα της εταιρίας...(γ)...

δ) να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα τα οποία αφορούν στις παρεχόμενες από αυτή υπηρεσίες στα πλαίσια συμβατικών σχέσεων και επηρεάζουν τα συμφέροντα των πελατών της,(ε) να διασφαλίζεται η διαρκής και επαρκής ενημέρωση του πελάτη για την εξέλιξη των πάσης φύσης υπηρεσιών που του παρέχει η εταιρία, με κάθε προβλεπόμενο από το νόμο ,ή τη σύμβασή του με την εταιρία προφορικό και έγγραφο μέσο, στ)...ζ)...".

Στο άρθρο δε 4.3 ότι "Οι εταιρίες θα λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για τη διασφάλιση ότι τα πάσης φύσης περιουσιακά στοιχεία πελατών τα οποία κατέχουν ή διακινούν δεν θα χρησιμοποιούνται για δικό τους λογαριασμό ή για λογαριασμό ή προς όφελος οποιουδήποτε τρίτου εκτός από τον δικαιούχο πελάτη. Ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, η εταιρία θα εξασφαλίζει ότι: (α)...(β) θα τηρούνται λογαριασμοί αξιών και μετρητών ανά πελάτη της και ότι θα ενημερώνονται αμέσως ως προς οποιαδήποτε μεταβολή, γ)...,δ)...".

Επίσης, με το άρθρο 7.2 ορίζονταν ότι "... για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την τέταρτη αρχή, συνιστάται ενδεικτικά ότι κάθε εταιρία οφείλει :(α)...(β) να παρέχει στον πελάτη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων πλήρη και επαρκή πληροφόρηση ως προς τα θέματα που καλύπτονται από τη δεύτερη αρχή, έτσι ώστε να μπορεί ο πελάτης να διαμορφώσει άποψη για την αποτελεσματικότητα της εταιρίας.

Ενδεικτικά αλλά όχι περιοριστικά, θα παρέχεται πληροφόρηση για τα μέσα προστασίας των περιουσιακών στοιχείων του πελάτη τα οποία βρίσκονται στη κατοχή της εταιρίας για οποιοδήποτε λόγο (προς φύλαξη, διαχείριση, προς διάθεση ή απόδοση στον πελάτη ή προς εξασφάλιση απαιτήσεων της εταιρίας κατά του πελάτη),(γ) να συνάπτει με τον πελάτη αναλυτική σύμβαση από την οποία να προκύπτουν με τρόπο σαφή οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει ο πελάτης έναντι της εταιρίας και οι προβλεπόμενοι περιορισμοί της ευθύνης της εταιρίας αναφορικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες.

Οι συμβάσεις αυτές πρέπει να προσδιορίζουν, τουλάχιστον: (αα)...(ββ) αναλυτικά κάθε χρέωση του πελάτη για τις προσφερόμενες υπηρεσίες με ειδική αναφορά σε τυχόν τόκους (ορίζοντας το επιτόκιο, την περίοδο εκτοκισμού και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο για τη διαμόρφωση άποψης ως προς το συνολικό κόστος), προμήθειες, προσαυξήσεις, τέλη, φόρους και κάθε άλλο στοιχείο που επηρεάζει το συνολικό κόστος των υπηρεσιών, (γγ)... (δδ)... (εε)... (στστ)... (ζζ)... (ηη) τα πάσης φύσης δικαιώματα της εταιρίας κατά του πελάτη, ιδιαίτερα όσον αφορούν σε δικαίωμα συμψηφισμού απαιτήσεών της κατά του πελάτη με ανταπαιτήσεις του πελάτη κατά της εταιρίας, ενδεικτικά για την παρακράτηση ποσών και αξιών, την χρέωση λογαριασμών του με απαιτήσεις της, την εκποίηση αξιών κυριότητάς του για την ικανοποίηση απαιτήσεών της κατ` αυτού, την χρέωση τόκων υπερημερίας (ορίζοντας ταυτόχρονα το επιτόκιο, την περίοδο εκτοκισμού και κάθε άλλο απαραίτητο στοιχείο για τη διαμόρφωση άποψης ως προς το αντίστοιχο κόστος στον πελάτη) και την τυχόν ευθύνη του πελάτη προς την εταιρία για την αποκατάσταση ζημιών που τυχόν θα υποστεί ως συνέπεια της παροχής υπηρεσιών σ' αυτόν...".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι οι ρυθμίσεις αυτών δεν θίγουν τη δυνατότητα μιας Ε.Π.Ε.Υ. να προβεί στην άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος, που προβλέπεται από τη νομοθεσία, για την επιδίωξη είσπραξης των απαιτήσεών της έναντι του εντολέα της, όπως τούτο, άλλωστε, ρητώς ορίστηκε με την υπ' αριθμ. 1/306/ 22.6.2004 απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς(ΑΠ 1782/2006, ΑΠ 1490/2005), χωρίς, ωστόσο, η άσκηση του σχετικού της δικαιώματος να αντιστρατεύεται και στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4.1 του κεφαλαίου Β της ΥΑ Υπουργού Εθνικής Οικονομίας 12263/Β.500/ 11.4.1997, όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της δυνάμει του άρθρου 85 παρ.3 του Ν.3606/2007.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2013,7/2006, 4/2005).

Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 363/2012).Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής τούτων στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της εναγομένης ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ήδη αναιρεσίβλητης), συνήφθη, προφορικά, στην Αθήνα, στις ...

σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης των διαδίκων κρίθηκε με την με αριθμό 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, καθώς αμφότερες οι αναιρέσεις που άσκησαν οι διάδικοι απορρίφθηκαν με την με αριθμό 264/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Από την απόφαση αυτή και ως προς την άνω κρίση της, απορρέει δεδικασμένο που δεσμεύει και το παρόν δικαστήριο. Ειδικότερα, η ως άνω απόφαση εκδόθηκε επί αγωγής που είχε ασκήσει η εδώ εναγομένη κατά του εδώ ενάγοντος... με την οποία διεκδικούσε το χρεωστικό υπόλοιπο που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή της, προέκυπτε από την χρηματιστηριακή καρτέλα του επενδυτή, όπου αποτυπώνονταν όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές του.

Με την προαναφερθείσα απόφαση κρίθηκε ότι, η σχέση αυτή είχε τη νομική μορφή της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Η ίδια αυτή σύμβαση αποτελεί την ιστορική και νομική αιτία και της παρούσας αγωγής, αφού από την σχέση αυτή προέκυψε η, επικαλούμενη από τον ενάγοντα, αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, επί της οποίας, στηρίζει την ένδικη αξίωσή του.

Υφίσταται, συνεπώς, ταυτότητα διαδίκων και ταυτότητα διαφοράς, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε στην έννομη σχέση που κρίθηκε, η οποία αποτελεί τη βάση και της παρούσας αγωγής. Ο ενάγων θεωρεί την υφιστάμενη μεταξύ εκείνου και της εναγομένης σύμβαση, ως σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας, μοναδικό περιεχόμενο της οποίας ήταν, όπως ισχυρίζεται, η διενέργεια από την εναγομένη αγοράς και πώλησης μετοχών, πάντοτε κατόπιν δικών του, ειδικών και συγκεκριμένων, εντολών.

Ωστόσο, κατά την ως άνω, με ισχύ δεδικασμένου, κρίση του προαναφερθέντος δικαστηρίου, η εν λόγω σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των συμβαλλομένων ήταν σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Να σημειωθεί, βέβαια, ότι στην κρινόμενη υπόθεση, η διαφοροποίηση αυτή δεν έχει ιδιαίτερη νομική σημασία, αφού η επίδικη σύμβαση ήταν προφορική και όχι έγγραφη, με αποτέλεσμα το περιεχόμενό της και συγκεκριμένα αν αυτή περιλάμβανε και συμφωνία για είσπραξη των μερισμάτων και πίστωσή τους στον λογαριασμό του ενάγοντος, να αποτελούν αντικείμενο απόδειξης.

Το δεδικασμένο, που αφορά το νομικό χαρακτηρισμό της ένδικης σύμβασης είναι το μοναδικό που δεσμεύει το παρόν δικαστήριο σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Τούτο διότι, η δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών (5713/2006), δεν είχε ως αντικείμενο τα μερίσματα, (που είναι το αντικείμενο της παρούσας δίκης και μάλιστα με θεμελιωτική βάση της αγωγής την αδικοπραξία), αλλά την ύπαρξη ή μη χρεωστικού υπολοίπου σε βάρος του ενάγοντος από την όλη συναλλακτική του σχέση με την εναγομένη.

Για το λόγο αυτό δεν αποτελεί δεδικασμένο για το παρόν δικαστήριο, ούτε η αποδοχή, με την ως άνω απόφαση, του λογαριασμού που επικαλέστηκε η εναγομένη, (στον οποίο συμπεριλαμβάνονταν και τα επίδικα μερίσματα), ούτε οι λοιπές παραδοχές της (π.χ. το προκύψαν χρεωστικό σε βάρος του εδώ ενάγοντος υπόλοιπο κλπ), εφόσον δεν σχετίζονται με το ζήτημα περί ύπαρξης συμφωνίας των διαδίκων για είσπραξη και συμψηφισμό μερισμάτων.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει της ως άνω σύμβασης, (η οποία εγκύρως συνήφθη ατύπως, αφού από ουδεμία διάταξη νόμου προκύπτει υποχρέωση έγγραφης κατάρτισής της), η εναγομένη ανέλαβε έναντι αμοιβής (προμήθειας) να συνάπτει, για λογαριασμό του ενάγοντος, συμβάσεις χρηματιστηριακών συναλλαγών, μετά από εντολές του, τις οποίες θα εκτελούσε δια του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών.

Κατόπιν αυτού, ο ενάγων έλαβε τον με αριθμό ... χρηματιστηριακό κωδικό και η εναγομένη άνοιξε χρηματιστηριακό λογαριασμό στο όνομά του. Από την αρχή της συνεργασίας των διαδίκων τηρήθηκε από την εναγομένη, στο όνομα του ενάγοντος, χρηματιστηριακός - δοσοληπτικός λογαριασμός (καρτέλα), στον οποίο καταγράφονταν όλες οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, που αφορούσαν χρεώσεις από αγορές μετοχών, τόκους, κλπ και πιστώσεις από πωλήσεις μετοχών, καταβολές μετρητών, μερίσματα κλπ.

Ο ως άνω λογαριασμός χαρακτηρίζεται δοσοληπτικός (και όχι αλληλόχρεος), αφού τα εγγραφόμενα σ' αυτόν κονδύλια εξακολουθούν να διατηρούν την αυτοτέλεια και την αυτονομία τους... νομίμως δε τηρήθηκε από την εναγομένη, κατά τους κανόνες της λογιστικής και την συνήθη πρακτική, προς διευκόλυνση της παρακολούθησης των μεταξύ των συμβαλλομένων υφιστάμενων συναλλαγών.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι, περιεχόμενο της συμφωνίας των συμβαλλομένων αποτέλεσε και η εντολή του ενάγοντος προς είσπραξη μερισμάτων και η, εν συνεχεία, πίστωσή τους στο λογαριασμό του. Ωστόσο, τέτοια συμφωνία δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα μεταξύ των διαδίκων. Για το λόγο αυτό, μάλιστα, η εναγομένη πίεσε επανειλημμένως τον ενάγοντα να συνάψουν έγγραφη συμφωνία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, καθώς στις τυποποιημένες συμβάσεις αυτού του είδους υπάρχει ο σχετικός όρος.

Ο ενάγων, όμως, για λόγους που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε να συνάψει έγγραφη σύμβαση, με αποτέλεσμα η συνεργασία των διαδίκων να συνεχιστεί στο ίδιο πλαίσιο που ξεκίνησε, δηλαδή ατύπως. Η συνεργασία αυτή έληξε το έτος 2003, όταν ο ενάγων ζήτησε να μεταφέρει το χαρτοφυλάκιό του σε άλλη εταιρεία, αίτημα, όμως, που η εναγομένη αρνήθηκε να ικανοποιήσει, επικαλούμενη ύπαρξη οφειλής του ύψους 773.025,97 ευρώ.

Ενόψει του ότι ο ενάγων δεν αποδεχόταν την ύπαρξη τέτοιας οφειλής, η εναγομένη άσκησε σε βάρος του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την προαναφερθείσα από 22/12/2003 αγωγή της. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 2251/2005 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε τα κονδύλια των 149.555,41 ευρώ και 18.623,86 ευρώ, που ζητούντο για τόκους υπερημερίας και για παροχή υπηρεσιών, αντίστοιχα, λόγω αοριστίας, την δέχθηκε κατά τα λοιπά και αναγνώρισε την υποχρέωση του εδώ ενάγοντος να καταβάλει στην εδώ εναγομένη το ποσό των 603.393,62 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Μετά από άσκηση έφεσης κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η προαναφερθείσα με αριθμό 5713/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι, η αξίωση της εναγομένης κατά του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα από ... έως 31/12/2001, είχε υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του ν.3632/1928. Κατόπιν αυτού η οφειλή του ενάγοντος, για το εναπομένον χρονικό διάστημα, ήτοι από 1/1/2002 έως 9/1/2003, διαμορφώθηκε στο ύψος των 184.809,40 ευρώ, ποσό το οποίο αναγνωρίστηκε ότι οφείλει στην εναγομένη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Περαιτέρω, και όσον αφορά τα μερίσματα για τα έτη 1999 έως 2002, συνολικού ποσού 103.277 ευρώ, που δόθηκαν από εταιρείες, μετοχές των οποίων είχε αγοράσει ο ενάγων και τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας δίκης, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εισέπραξε πράγματι το ανωτέρω ποσό, όπως άλλωστε συνομολογεί και η ίδια.

Στην είσπραξη του ποσού αυτού προέβη παράτυπα, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα, αφού ο ενάγων ουδέποτε της έδωσε σχετική εντολή και εξουσιοδότηση. Η εναγομένη, προφανώς, εξέλαβε ότι έχει τέτοιο δικαίωμα επειδή σε όλες τις τυποποιημένες έγγραφες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υπάρχει αντίστοιχος όρος, πλην, όμως, η εκτίμησή της αυτή ήταν εσφαλμένη, καθώς στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είχε υπογραφεί έγγραφη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων και, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων ουδέποτε συμφώνησε να εισπράττει εκείνη, για λογαριασμό του, τα μερίσματα που του ανήκαν.

Ούτε, επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε την είσπραξη των μερισμάτων και την είχε αποδεχθεί, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη. Ειδικότερα, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων λάμβανε ενημερωτικά σημειώματα, σε κάθε περίπτωση, στα σημειώματα αυτά δεν υπήρχε αναφορά για μερίσματα, αλλά μόνο χρηματιστηριακή αποτίμηση του χαρτοφυλακίου του επενδυτή (υπόλοιπο χρηματιστηριακού λογαριασμού, μνεία των μετοχών που είχε στην κατοχή της η εταιρεία κλπ) και συνεπώς ουδεμία γνώση είχε ο ενάγων περί είσπραξης των μερισμάτων αυτών.

Επομένως, η είσπραξη των μερισμάτων έγινε με μη νόμιμο τρόπο, όπως, μάλιστα, δέχτηκε και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία επιλήφθηκε του θέματος, μετά από καταγγελία του ενάγοντος, και με την με αριθμό ... απόφασή της επέβαλλε την ποινή επίπληξης στην εναγομένη, επειδή προέβη σε χρηματιστηριακές συναλλαγές, στο όνομα και για λογαριασμό του ενάγοντος, χωρίς να έχει συναφθεί έγγραφη σύμβαση μεταξύ τους.

Ωστόσο, για την κατάφαση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης και την συνακόλουθη ευθύνη της προς αποζημίωση, απαιτείται, εκτός από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, να έχει επέλθει και ζημία στον παθόντα... Στην κρινόμενη υπόθεση, ναι μεν αποδείχθηκε ότι η είσπραξη των μερισμάτων έγινε με παράνομο τρόπο, πλην, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι από την συμπεριφορά αυτή ο ενάγων υπέστη οποιαδήποτε ζημία, αφού η εναγομένη, αμέσως μόλις εισέπραττε τα μερίσματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, τα πίστωνε στο λογαριασμό του ενάγοντος και τα αφαιρούσε από τις οφειλές του.

Τούτο προκύπτει από την προαναφερθείσα από 22/12/2003 αγωγή, που άσκησε η εδώ εναγομένη κατά του εδώ ενάγοντος, όπου καταγράφονται όλες οι κινήσεις του λογαριασμού του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται όλα ανεξαιρέτως τα ποσά των μερισμάτων που ζητούνται με την ένδικη αγωγή (μάλιστα όσον αφορά το μέρισμα της εταιρείας HELLAS CAN, που πιστώθηκε στον λογαριασμό του ενάγοντος στις 17/7/2001, ο ενάγων ζητεί μόνο ποσό 8.276,40 αντί του ποσού των 58.276,40 ευρώ που έχει πιστωθεί).

Το αν η εναγομένη επινόησε πλασματικές οφειλές του ενάγοντος (τόκους υπερημερίας, παροχή υπηρεσιών), προκειμένου να αυξηθούν οι οφειλές του, ώστε να συμψηφισθούν στη συνέχεια με τα ένδικα μερίσματα, όπως οψίμως με την προσθήκη των προτάσεών του ισχυρίζεται ο ενάγων, δεν μπορεί να ερευνηθεί από το παρόν δικαστήριο, αφού τα πραγματικά αυτά περιστατικά δεν αποτελούν περιεχόμενο της κρινόμενης αγωγής.

Ούτε, επίσης, μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από το παρόν δικαστήριο όσα αναφέρει ο ενάγων στις προτάσεις του περί υπεξαίρεσης άλλων ποσών μερισμάτων, τα οποία προέκυψαν από τα ενημερωτικά σημειώματα που προσκόμισε η εναγομένη σε προγενέστερη δίκη, αφού τα ποσά αυτά δεν έχουν συμπεριληφθεί στην ένδικη αγωγή.

Κατά συνέπεια δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η εναγομένη υπεξαίρεσε τα εισπραχθέντα μερίσματα, ούτε ότι εκείνος υπέστη οποιαδήποτε ζημία. Κατόπιν αυτών θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει, ερήμην του, την αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 103.277 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω του συναχθέντος, εκ της ερημοδικίας του, τεκμηρίου παραίτησης από αυτή, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 994/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και, κρατώντας και επαναδικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε αυτήν, πάλιν, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση α) των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 7 παρ. 1 Ν. 2396/1996 και του άρθρου 4-1 Κεφάλαιο Β της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας 12263/Β.500 απόφασης ΥΠ.ΕΘ.Ο., που αναφέρονται στις υποχρεώσεις των E.Π.E.Y., τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και κατά τον αναιρεσείοντα βάσει αυτών απαγορεύεται κάθε πράξη (εξομοιούμενη με συμψηφισμό) λογιστικής πίστωσης στο λογαριασμό πελάτη προς εξόφληση αντίθετης απαίτησης των Ε.Π.Ε.Υ.

και δη απαιτήσεων των Ε.Π.Ε.Υ. με χρήματα πελατών που αποκτήθηκαν παρανόμως από την Ε.Π.Ε.Υ. και β) της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε, ως προς την προϋπόθεση της ζημίας. Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο μέρος του, αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι για την κατά το άρθρο 914 ΑΚ στοιχειοθέτηση αδικοπρακτικής ευθύνης δεν αρκεί, αποκλειστικά και μόνον η παράνομη συμπεριφορά, αλλά και η συνδρομή της κατ' αιτιώδη συνάφεια πρόκλησης ζημίας, την οποία το Εφετείο απέκλεισε.

Κατά δε το δεύτερο μέρος του αβασίμως προβάλλεται, διότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι δεν καταφάσκεται αδικοπρακτική ευθύνη χωρίς την επέλευση ζημίας στον παθόντα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ως άνω ουσιαστική διάταξη.

Ο εναγόμενος προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, ως δράστης υπεξαίρεσης, ισχυριζόμενος, προκειμένου να αμυνθεί κατά της αγωγής, ότι δεν προκλήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημία στην περιουσία του δικαιούχου και ειδικότερα ότι τα περιελθόντα σ' αυτόν χρήματα με αφορμή τη συνδέουσα αυτόν με τον ενάγοντα σχέση δεν τα ιδιοποιήθηκε, αλλά τα πίστωσε σε εξόφληση ισόποσης οφειλής του ενάγοντος, προβάλλει άρνηση της βάσης της αγωγής και ειδικότερα άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή εξ αδικοπραξίας ζημίας του ενάγοντος.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο ορθώς εκτίμησε, ως αιτιολογημένη άρνηση, τον προβληθέντα, προς απόκρουση της αγωγής, ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι ουδέποτε ιδιοποιήθηκε τα εισπραχθέντα από αυτήν μερίσματα του αναιρεσείοντος (ενάγοντος), τα οποία δυνάμει της μεταξύ τους συμβάσεως συμψήφισε με τις εναντίον του απαιτήσεις, όπως αναφέρονται στον τηρηθέντα σχετικό χρηματιστηριακό λογαριασμό του.

Εντεύθεν, είναι απορριπτέες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, οι προβαλλόμενες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις: α) προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν απέρριψε, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, τον επίμαχο ισχυρισμό, εκτιμώμενο, ως ένσταση, β) προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 440, 441, 442 ΑΚ και γ) προς στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον 19 του ίδιου Κώδικα, ότι διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον ενώ δέχτηκε ότι ο επίμαχος ισχυρισμός δεν συνιστούσε ένσταση, στη συνέχεια δέχτηκε κατ' αποτέλεσμα το περιεχόμενο ένστασης συμψηφισμού.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 262 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον πρόκειται για δικονομική και όχι για ουσιαστική διάταξη(ΑΠ 1258/1986).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον κατά το άρθρο 450 ΑΚ ισχυρισμό του, ότι απαραδέκτως η αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε συμψηφισμό των ποσών των μερισμάτων προς απόσβεση ισόποσων απαιτήσεών της, διότι αυτά (μερίσματα) αποκτήθηκαν δολίως από την αναιρεσίβλητη, με υπεξαίρεσή τους εκ μέρους της. Ο λόγος αυτός, προεχόντως, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης η αναιρεσίβλητη δεν ιδιοποιήθηκε τα μερίσματα, αλλά εκλαμβάνοντας εσφαλμένα, ότι είχε τέτοιο δικαίωμα, επειδή σε όλες τις τυποποιημένες έγγραφες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υπάρχει αντίστοιχος όρος, τα εισέπραττε και στη συνέχεια τα αφαιρούσε από τις οφειλές του. Ωσαύτως, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη και η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 106 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβάλλεται, καθόσον πρόκειται για δικονομική και όχι για ουσιαστική διάταξη (ΑΠ 394/2002, ΑΠ 1104/ 2000).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου, ενώ δεν εμπίπτουν στην έννοια αυτή οι ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων.

Συνεπώς, στην ένδικη περίπτωση ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι άφησε αδίκαστους τους ισχυρισμούς, σχετικά με καταλογισμό των μερισμάτων του με μη νόμιμες απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης, δεν ιδρύει την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Στην πολιτική δίκη ισχύει το σύστημα συζήτησης και διάθεσης (άρθρ.106 ΚΠολΔ), καθώς επίσης και η αρχή, ότι οι διαδικαστικές πράξεις ενεργούνται με πρωτοβουλία και επιμέλεια των διαδίκων (άρθρ.108 ΚΠολΔ). Επομένως και οι λόγοι αναίρεσης, ως διαδικαστικές πράξεις, προτείνονται από τον αναιρεσείοντα με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Η διάρθρωση αυτή της αναίρεσης ακολουθεί την αρχή, ότι η αναίρεση ως γνήσιο ένδικο μέσον έχει ως πρωταρχικό και θεμελιώδη σκοπό την απονομή του δικαίου στην ατομική περίπτωση. Εντούτοις, επειδή το ένδικο μέσον της αναίρεσης, πέραν του σκοπού αυτού επιδιώκει και άλλους γενικότερους σκοπούς, όπως είναι η ενότητα της νομολογίας, η ορθή εφαρμογή του εξ αντικειμένου δικαίου, αλλά και η περαιτέρω διάπλασή του, καθιερώνεται στη διάταξη του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ η δυνατότητα αυτεπάγγελτης λήψης ορισμένων λόγων αναίρεσης, και ειδικότερα των λόγων από τους αριθμούς 1,4,14,16,17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, όμως, που έθετε ο προϊσχύσας Ν.4335/2015 και ήταν εφαρμοστέος στην υπό κρίση υπόθεση, ότι θα είχε προηγηθεί πρόταση του εισηγητή αρεοπαγίτη, που θα είχε περιληφθεί στην έγγραφη εισήγησή του.

Η πρόταση του εισηγητή για αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη λόγου αναίρεσης και η περίληψη της πρότασης αυτής του εισηγητή στην εισήγησή του, που κατατίθετο στο προϊσχύσαν του Ν.4335/2015 δίκαιο τουλάχιστον οκτώ ημέρες πριν από τη δικάσιμο(άρθρ.571 εδ.α'), αποτελούσε κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ την προδικασία της αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη των λόγων αναίρεσης από τους αριθμούς 1,4, 14,16,17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Αυτό σημαίνει, ότι, αν είχε τηρηθεί η προδικασία αυτή, καθιδρύετο λειτουργική αρμοδιότητα της σύνθεσης του Τμήματος του Αρείου Πάγου, την οποία ασκούσε κατά τη διακριτική του εξουσία, και επομένως καθιδρύετο η διαδικαστική προϋπόθεση για την περαιτέρω δυνατότητα του Αρείου Πάγου, να χωρήσει στην αυτεπάγγελτη έρευνα του προτεινόμενου από τον εισηγητή λόγου αναίρεσης.

Στη συνέχεια ο Ν.4335/2015 διατήρησε μεν με την ίδια διάταξη του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ τη δυνατότητα της αυτεπάγγελτης λήψης υπόψη από τον Άρειο Πάγο ορισμένων λόγων αναίρεσης, έχοντας, όμως, καταργήσει γενικώς την εισήγηση επί των λόγων αναίρεσης του εισηγητή αρεοπαγίτη, και μη προβλέποντας πλέον την εισήγηση ως στοιχείο του παραδεκτού των αυτεπαγγέλτως λαμβανομένων υπόψη λόγων αναίρεσης.

Έτσι, όμως, με τη νέα διάταξη ο αναιρεσίβλητος ετίθετο σε καταφανώς δυσμενέστερη μοίρα, αφού κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν ελάμβανε γνώση του αυτεπαγγέλτως ερευνόμενου λόγου αναίρεσης, ο οποίος όμως, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη ερευνάτο αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και ενδεχομένως μπορούσε και να γίνει δεκτός, χωρίς επί του λόγου αυτού να έχουν ακουσθεί οι διάδικοι, και, ιδιαίτερα, φυσικά, ο αναιρεσίβλητος, το δικαίωμα ακρόασης του οποίου εθίγετο, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ.

Προς τούτο, με το άρθρο 36 του Ν.4842/2021, τροποποιήθηκε η παράγραφος 4 του άρθρου 562 ΚΠολΔ με την προσθήκη δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου, που καθιερώνει την τήρηση αναγκαίας πλέον προδικασίας, στις αναιρέσεις εκείνες, στις οποίες δεν υπάρχει εισήγηση επί των λόγων αναίρεσης του εισηγητή αρεοπαγίτη, και υπάρχει περίπτωση, κατ' εξαίρεση, ο Άρειος Πάγος να εξετάσει αυτεπαγγέλτως λόγο αναίρεσης από εκείνους που αναφέρονται στους αριθμούς 1,4,14,16, 17 και 19 του άρθρου 559 ορίζοντας τα εξής : "Ο Άρειος Πάγος με απλή διάταξή του, αν υπάρχουν λόγοι, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το πρώτο εδάφιο, καλεί τους διαδίκους να διατυπώσουν με υπόμνημα τις απόψεις τους στην οριζόμενη από αυτόν προθεσμία.

Η γνωστοποίηση της διάταξης αυτής γίνεται με επιμέλεια του γραμματέα με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων. Η απόφαση δεν εκδίδεται πριν από τη συμπλήρωση της προθεσμίας αυτής". Επομένως στις αναιρέσεις που κρίνονται με την προϊσχύσασα του Ν.4335/2015 διάταξη του άρθρου 562 παρ.4 ΚΠολΔ δεν τίθεται αντίστοιχο ζήτημα τήρησης της ως άνω προδικασίας, καθόσον η εισηγητική έκθεση του εισηγητή αρεοπαγίτη περιελάμβανε και την πρότασή του για τον αυτεπαγγέλτως προτεινόμενο λόγο αναίρεσης, επί του οποίου όλοι οι διάδικοι είχαν τη δυνατότητα να τοποθετηθούν κατά τη συζήτηση.

Περαιτέρω, η αυτεπάγγελτη εξέταση λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει, αφενός ότι δεν προσκρούει σε δικονομικά απαράδεκτα της αναιρετικής διαδικασίας και αφετέρου ότι υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστωμένες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των αναφερομένων στην ίδια παράγραφο λόγων αναιρέσεως.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες που συγκροτούν το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την πρόκληση πραγματικής ζημίας στον αναιρεσείοντα από την επίμαχη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, σφάλμα το οποίο προκύπτει από την ίδια την απόφαση.

Τούτο, διότι, ενώ δέχεται ότι τα κονδύλια του τηρηθέντος από την αναιρεσίβλητη δοσοληπτικού λογαριασμού, προς διευκόλυνση της παρακολούθησης των μεταξύ των συμβαλλομένων υφιστάμενων συναλλαγών, εξακολουθούσαν να διατηρούν την αυτοτέλεια και την αυτονομία τους, στη συνέχεια δέχτηκε όλως αορίστως και με απλή αναφορά σε δικόγραφα άλλης δίκης, ότι αμέσως μόλις η αναιρεσίβλητη εισέπραττε τα μερίσματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, τα πίστωνε στο λογαριασμό του ενάγοντος και τα αφαιρούσε από τις οφειλές του, χωρίς να προσδιορίζει πότε και σε ποια συγκεκριμένη οφειλή του αναιρεσείοντος καταλογίστηκε καθένα από τα με συγκεκριμένο τρόπο αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή εισπραχθέντα από αυτήν μερίσματα.

Συγχρόνως, διέλαβε στην απόφασή του ενδοιαστικές αιτιολογίες, με όσα δέχτηκε σχετικά με ενδεχόμενη επινόηση πλασματικών οφειλών του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη, προκειμένου να αυξηθούν οι οφειλές του, περίσταση που δεν ερεύνησε στα πλαίσια της ουσιαστικής έρευνας για τη διαπίστωση της πρόκλησης πραγματικής ζημίας του αναιρεσείοντος.

Τούτο, διότι μόνον σε περίπτωση που τα εισπραχθέντα από την αναιρεσίβλητη μερίσματα καταλογίστηκαν σε συγκεκριμένες, υπαρκτές οφειλές του αναιρεσείοντος, μπορεί να γίνει λόγος για έλλειψη ζημίας του, κάτι που δεν καθίσταται σαφές από το αορίστως διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ.

Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο αυτεπαγγέλτως προτεινόμενος από τον Εισηγητή λόγος αναίρεσης (άρθρ.562 παρ.4 ΚΠολΔ), από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης, λόγω πλημμελών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2880/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ