Supreme Court allows appeal against lower court's valuation error in property division case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a Thessaloniki Court of Appeal decision regarding property division. The appellants argued the lower court incorrectly valued their share of a building at 500,000 euros instead of 667,000 euros based on a misread valuation document. The Court found the lower court had failed to recognize that the valuation was solely the opposing counsel's work and not agreed upon by all co-owners, rendering the appeal admissible and the lower judgment voidable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; If a court of appeal misinterprets a valuation document submitted by one party without verifying its scope, the appeal is admissible and the judgment must be set aside for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 824 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 824/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ. του Γ., 2) Γ. Μ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βροχίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ξ. του Ν., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6667/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1157/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/12/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση από την υπ' αριθμ.8636 Γ/12-4-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Α.
Δ.Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες , προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη σύνοικο σύζυγο του αναιρεσίβλητου, επειδή απουσίαζε αυτός από την κατοικία του, που βρίσκεται επί της οδού ..., όπως βεβαιώθηκε από τον ως άνω δικαστικό επιμελητή (άρθρο 128 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ).
Ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, οπότε εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο και πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των αρθρ. 576 παρ. 2 σε συνδ. 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης παρά την απουσία αυτού.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 04-12-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ.1157/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την με αρ. κατ. 2221/2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την υπ' αριθ. 6667/20014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, είχε απορρίψει την με αριθ. κατ. 38777/2011 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να διαρρηχθεί η σύμβαση γονικής παροχής, που είχε συναφθεί μεταξύ των δυο εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ως καταδολιευτική, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠοΛΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προς βεβαίωση λόγου αναίρεσης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Το δικαστήριο, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος, που αποτελούν την ιστορική της βάση, προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της.
Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΑΠ 339/2016).
Περαιτέρω , από τις διατάξεις των άρθρων 939 και 941 ΑΚ προκύπτει, ότι για τη γέννηση της αξίωσης προς διάρρηξη καταδολιευτικής δικαιοπραξίας απαιτείται η συνδρομή των κατωτέρω προϋποθέσεων: α) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη, γεννημένη κατά το χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, β) απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη περιουσιακού στοιχείου, γ) πρόθεση βλάβης των δανειστών, δ) γνώση του τρίτου υπέρ του οποίου η απαλλοτρίωση, και ε) αφερεγγυότητα του οφειλέτη, η οποία συντρέχει όταν η υπολειπόμενη εμφανής περιουσία τούτου δεν επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή.
Κατά το επόμενο άρθρο 942 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία δεν απαιτείται η κατά το προηγούμενο άρθρο γνώση του τρίτου. Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα.
Δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, στο δικόγραφο της αγωγής του, με το οποίο επιδίωκε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της αναφερόμενης σ' αυτή δικαιοπραξίας, εκθέτει σαφώς, τόσο την αξία του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, όσο και ότι, μετά την ένδικη απαλλοτρίωση, θα περιέλθει ο πρώτος εναγόμενος σε πλήρη αφερεγγυότητα (8η σελίδα της αγωγής).
Ειδικότερα αναφέρεται στην αγωγή: α) η ληξιπρόθεσμη απαίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ευχερώς συνάγεται με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, β) ότι η εμπορική αξία του μεταβιβασθέντος από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα προς τον δεύτερο εναγόμενο υιό του και ήδη αναιρεσείοντα αγροτικού ακινήτου, με το υπ' αριθ.
…/…-1-2011 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Μπάτζιου-Καρακάση, ανέρχεται σε 119.840 ευρώ και γ) ότι, μετά την απαλλοτρίωση αυτή ο πρώτος αναιρεσείων γνώριζε ότι θα περιέλθει σε πλήρη αφερεγγυότητα, αφού η εμφανής περιουσία, που του απέμενε, δεν αρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου.
Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή ήταν ορισμένη, εφόσον περιείχε όλα τα απαιτούμενα, για την νομική θεμελίωσή της, στις προαναφερόμενες διατάξεις, στοιχεία. Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεχόμενο ότι η αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και δη τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙV. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων,που νόμιμα προσκομίστηκαν από τους διαδίκους και κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμ. …/…-8-1999 συμβόλαιο σύστασης και καταστατικό ανώνυμης εταιρίας με μετατροπή ομόρρυθμης εταιρίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Οικονομόπουλου, το οποίο δημοσιεύτηκε νόμιμα, συστήθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΧΑΞΜΑΝ-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ ΑΕ" και μετόχους τον ενάγοντα, τον πρώτο εναγόμενο και τον Α.
Μ.. Με το υπ' αριθμ. …/…-3-2009 συμβολαιογραφικό έγγραφο πώλησης ονομαστικών μετοχών της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ζγουρούλας Ψούνη, ο ενάγων μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών του στην ανωτέρω εταιρία, οι οποίες ανέρχονταν σε 465.379, ονομαστικής αξίας 0,30 ευρώ η κάθε μία, προς τους παραπάνω λοιπούς μετόχους της, αποχωρώντας ο ίδιος από αυτήν.
Συγκεκριμένα, μεταβίβασε λόγω πώλησης στον πρώτο εναγόμενο 232.689 μετοχές και στον Α. Μ. 232.690 μετοχές, αντί του συνολικού τιμήματος των 139.613,70 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε ότι οι παραπάνω αγοραστές θα του καταβάλουν, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, σε 54 διαδοχικές μηνιαίες δόσεις... Προς εξασφάλιση των ανωτέρω δόσεων, ο ενάγων εξέδωσε 54 ισόποσες συναλλαγματικές, με ημερομηνίες λήξης αυτές των αντίστοιχων δόσεων, τις οποίες αποδέχθηκαν οι παραπάνω αγοραστές, συμφωνήθηκε δε επιπλέον, ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε από τις ανωτέρω δόσεις για διάστημα μεγαλύτερο των 20 ημερών, οι αγοραστές θα οφείλουν να του καταβάλουν το νόμιμο τόκο του ποσού της ληξιπρόθεσμης δόσης και το ποσό των 500,00 ευρώ ως ποινική ρήτρα.
Περαιτέρω, δυνάμει του από 19-3-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού που υπογράφηκε την ίδια ως άνω ημέρα μεταξύ του ενάγοντος και των ανωτέρω αγοραστών, συμφωνήθηκε ότι, οφείλεται απ' αυτούς στον ενάγοντα, ως συμπληρωματικό τίμημα της αξίας των μετοχών που πωλήθηκαν, το ποσό των 70.386,30 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να του καταβληθεί επίσης σε 54 άτοκες διαδοχικές μηνιαίες δόσεις...
Προς εξασφάλιση πληρωμής των παραπάνω δόσεων, εκδόθηκαν από τον ενάγοντα 54 συναλλαγματικές, ισόποσες και με ημερομηνίες λήξης αντίστοιχες αυτών των παραπάνω δόσεων, τις οποίες αποδέχθηκαν αμφότεροι οι αγοραστές, ευθυνόμενοι επίσης εις ολόκληρον. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του από 19-3-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος, του πρώτου εναγόμενου και του Α.
Μ., ο ενάγων εκμίσθωσε το ποσοστό της συγκυριότητας του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου, βρισκόμενου στο 10 χιλιόμετρο Θεσσαλονίκης-Πολυγύρου, μετά του επ' αυτού κτίσματος, στην ως άνω ανώνυμη εταιρία, καθόσον το ανωτέρω ακίνητο αποτελούσε την επαγγελματική της στέγη, με διάρκεια της μίσθωσης από 1-1-2009 μέχρι 31- 12-2013, αντί μηνιαίου μισθώματος 667,00 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου, πληρωτέου την πρώτη ημέρα κάθε μήνα, ο πρώτος, δε, εναγόμενος και ο Α.
Μ. εγγυήθηκαν προσωπικά την πιστή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρίας από τη σύμβαση μίσθωσης προς τον ενάγοντα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρο με αυτή και μεταξύ τους για την καταβολή των μισθωμάτων. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, γεγονός που δεν αμφισβητείται, ότι ο πρώτος εναγόμενος, από τον Δεκέμβριο του 2010 σταμάτησε να πληρώνει στον ενάγοντα τις συμφωνηθείσες μηνιαίες δόσεις του τιμήματος των αγορασθέντων απ' αυτόν μετοχών, ήτοι τις ανωτέρω συναλλαγματικές, όπως, εξάλλου, και ο έτερος μέτοχος αγοραστής, Α.
Μ.. Για το λόγο αυτό, ο ενάγων όχλησε, τόσο προφορικά τον πρώτο εναγόμενο, όσο και με την επιδοθείσα σ' αυτόν στις 13-1-2011 από 10-1-2011 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του. Μετά ταύτα, ο πρώτος εναγόμενος και ο Α. Μ. κατέβαλαν στον ενάγοντα, στις 28-1-2011, το συνολικό ποσό των 3.500 ευρώ και, ειδικότερα, το ποσό των 752,28 ευρώ για τέλος χαρτοσήμου μέχρι την ημερομηνία της παραπάνω καταβολής, ποσό 500,00 ευρώ για εξόφληση συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, ποσό 1.173,10 ευρώ για εξόφληση της μίας συναλλαγματικής με ημερομηνία λήξης την 1-12-2010 και ποσό 1.074,62 ευρώ έναντι της δεύτερης με την ίδια ημερομηνία λήξης συναλλαγματικής.
Επίσης, στις 9-2-2011, οι ανωτέρω κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των 1.000 ευρώ, έναντι της ως άνω συναλλαγματικής, από το συνολικό ποσό της οποίας έμεινε, τελικά, ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 252,84 ευρώ. Ακολούθως, λόγω μη πληρωμής οιασδήποτε άλλης από τις προαναφερθείσες δόσεις, ο ενάγων, μετά από αίτησή του, πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 3301/2011 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ανωτέρω αγοραστές υποχρεώθηκαν, εις ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 10.754,52 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο ανεξόφλητο μέχρι τότε υπόλοιπο της ανωτέρω συναλλαγματικής με ημερομηνία λήξης την 1-12- 2010 και στα ποσά των δύο συναλλαγματικών λήξης την 1-1-2011, των δύο λήξης την 1-2-2011 και των δύο συναλλαγματικών λήξης την 1-3- 2011, πλέον τόκων και εξόδων.
Στις 31-3-2011, με εντολή του ενάγοντος, επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ανωτέρω διαταγής πληρωμής, με επιταγή για πληρωμή του συνολικού ποσού των 11.824,44 ευρώ και, στις 29-4-2011 επιδόθηκε σ' αυτόν δεύτερη επιταγή, προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 12.604,74 ευρώ, ενώ επιταγές προς εκτέλεση για τα ανωτέρω ποσά επιδόθηκαν και στον Α.
Μ.. Περαιτέρω, με τις υπ' αριθμ. 5855/2011 και 7525/2012 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδικείου και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα, ο πρώτος εναγόμενος υποχρεώθηκε, εις ολόκληρο με τον Α. Μ., να καταβάλει στον ενάγοντα τα ποσά των 8.026,29 ευρώ και των 36.217,61 ευρώ, αντίστοιχα, πλέον τόκων, για τις μη πληρωθείσες συναλλαγματικές...
Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, 17-12-2013, ούτε ο πρώτος εναγόμενος, ούτε ο Α. Μ. κατέβαλαν στον ενάγοντα τα ποσά των λοιπών δόσεων, προς εξασφάλιση των οποίων εκδόθηκαν οι λοιπές συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 90.980,8 ευρώ, ενώ δεν προέβησαν ούτε στις καταβολές των μισθωμάτων για τη χρονική περίοδο από τον Ιανουάριο του 2011 έως και τον Δεκέμβριο του 2013, συνολικού ύψους, 24.012 ευρώ, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι προς τούτο με τη μισθώτρια εταιρία ΧΑΞΜΑΝ ΑΕ, η οποία, επίσης, δεν προέβη στην καταβολή τους, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγομένους.
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι, κατά τη συζήτηση της αγωγής, ο ενάγων διατηρούσε σε βάρος του πρώτου εναγόμενου, για τις ως άνω αιτίες, ληξιπρόθεσμη απαίτηση συνολικού ύψους 171.841,44 ευρώ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, καθώς και η υφιστάμενη οφειλή, συνομολογούνται από τους εναγομένους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, ο πρώτος εναγόμενος ήταν αποκλειστικός κύριος, κάτοχος και νομέας, ενός αυτοτελούς και διηρημένου τμήματος αγρού, υπό στοιχείο εννιακόσια πενήντα τρία βήτα (953 β), εκτάσεως του τμήματος αυτού μέτρων τετραγωνικών επτακοσίων σαράντα εννέα (749,00)...
Το ακίνητο αυτό μεταβίβασε ο πρώτος εναγόμενος στον δεύτερο, υιό του, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει του υπ' αριθμ. …/….1.2011 συμβολαίου, αποτελούντος επανάληψη του υπ' αριθμ. …/….1.2011 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Αικατερίνης Μπάτζιου- Καρακάση, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο … με αριθμό …, αξίας κατά δήλωση 89.880 ευρώ και κατά την εκτίμηση της εφορίας 119.840 ευρώ, όση και η εμπορική αξία του.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, κατά το χρόνο της προαναφερόμενης μεταβίβασης, που, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση του εν λόγω περιουσιακού του στοιχείου, αξίας 119.840 ευρώ, θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή του.
Ως εκ τούτου, ενήργησε με πρόθεση βλάβης του δανειστή αντιδίκου του, εφόσον μάλιστα γνώριζε, ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο από την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβασης πώλησης και μίσθωσης από του έτους 2009, ενώ κατά το χρόνο της μεταβίβασης είχε ήδη σταματήσει να καταβάλλει την οφειλή του προς τον ενάγοντα.
Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος, προκειμένου να κριθεί η αφερεγγυότητα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της βλάβης του δανειστή, αλλά και κατά το χρόνο της άνω απαλλοτρίωσης, ο πρώτος εναγόμενος είχε στην κυριότητά του ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, βρισκόμενου στη δημοτικό διαμέρισμα … του Δήμου …, στο 10 χλμ.
της οδού …, το οποίο, δυνάμει της υπ' αριθμ. … πράξης εφαρμογής που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. …./…/…-12-2005 απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, έχει καταστεί οικόπεδο, με εμβαδό, κατόπιν της εισφοράς του σε γη, 3.200,99 τ.μ., επί του οποίου ανεγέρθηκε, κατά τα έτη 1989 και 1994, κτίσμα αποτελούμενο από δύο ορόφους εργασιακών χώρων και τρεις ορόφους γραφείων, συνολικού εμβαδού 2.250 τ.μ., στο οποίο στεγάζονταν μέχρι πρόσφατα η εταιρία "ΧΑΞΜΑΝ -ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ ΑΕ", ενώ ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον ενάγοντα, και το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου ανήκει στον Α.
Μ.. Ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, η παραπάνω περιουσία του, δηλαδή το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του ως άνω ακινήτου, επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος. Σύμφωνα με την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 7-11-2012 έκθεση εκτίμησης αξίας ακινήτου του μεσίτη, Ν. Π., η αξία του ανωτέρω ακινήτου εκτιμάται στο ποσό των 2.000.000 ευρώ.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εμπορική αξία του ως άνω ακίνητου κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής εκτιμάται στο ποσό του 1.500.000 ευρώ. Η κρίση δε αυτή στηρίζεται πρωτίστως στην ίδια τη δήλωση των μετόχων της ΑΕ, όπως αυτή εκφράστηκε στην από 16-5-2011 επιστολή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους προς την υπεύθυνη του τμήματος Διεύθυνσης Πιστοδοτήσεως της δανείστριας Εμπορικής Τράπεζας Ελλάδος, (βλ.
προσκομιζόμενη). Η παραπάνω γνωστοποίηση-δήλωση συνετάγη και απεστάλη προς την άνω τράπεζα κατόπιν της από 9-5-2011 εκ μέρους της καταγγελίας της υπ' αρ. …/…-4-1994 σύμβασης πίστωσης ανοικτού λογαριασμού, η οποία είχε καταρτισθεί μεταξύ της τράπεζας αφ ενός και του ενάγοντος, του πρώτου εναγομένου και του Α.
Μ. αφ ετέρου, συμβληθέντων ως εκπροσώπων της ΟΕ, την οποία είχαν συστήσει πριν την ΑΕ και ως εγγυητών αυτής και εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 369.232,05 ευρώ. Στην ως άνω δήλωση, αφού εξιστορείται η μεταβίβαση των μετοχών του ενάγοντος προς τους άλλους δύο μετόχους και η απαλλαγή κατά τη συμφωνία τους, του ενάγοντος για την πληρωμή των χρεών της ΑΕ, τα οποία αναλαμβάνουν εφεξής δυνάμει έγγραφης συμφωνίας οι δύο εναπομείναντες εταίροι, αναφέρεται η πρόθεσή τους να εκποιήσουν το παραπάνω ακίνητο, το οποίο έχει ήδη ανατεθεί σε μεσιτικά γραφεία στην τιμή του 1.500.000,00 ευρώ και το οποίο δεν έχει ακόμη εκποιηθεί ελλείψει αγοραστικού ενδιαφέροντος.
Ως εκ τούτου, η αξία του 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστού του πρώτου εναγόμενου επί του ανωτέρω ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των (1.500.000/3=) 500.000 ευρώ. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα κτηματογραφικά αποσπάσματα του Εθνικού Κτηματολογίου αποδείχθηκε ότι, επί του ανωτέρω ακινήτου έχει εγγραφεί, δυνάμει του υπ' αριθμ.
…/1996 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μπιλίση- Χρουσαλά, υποθήκη για το ποσό των 100.000 δρχ, ήτοι 293,47 ευρώ, δυνάμει της υπ' αριθμ. 327/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει εγγράφει προσημείωση υποθήκης β' τάξης για το ποσό των 120.000.000 δρχ., ήτοι των 352.164,34 ευρώ και, δυνάμει της υπ' αριθμ. 29851/1998 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης γ' τάξης για το ποσό των 90.000.000 δρχ, ήτοι των 264.123,25 ευρώ.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι σε βάρος της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου, ως εις ολόκληρον υποχρέων, έχει εκδοθεί 31784/2011 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώνονται να καταβάλουν στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ το κατάλοιπο μεταξύ αυτής και της ανώνυμης εταιρίας συναφθείσας σύμβασης πίστωσης, ποσού 369.232,05 ευρώ.
Ως εκ τούτου, αποδείχτηκε ότι, η ως άνω ακίνητη περιουσία του πρώτου εναγομένου, ανερχόμενη σε ποσό 500.000 ευρώ, δεν είναι ικανή προς ικανοποίηση της αξίωσης του ενάγοντος, αφού οι ανωτέρω μη αμφισβητούμενες εγγραφείσες προσημειώσεις, συνολικού ποσού 616.287,59 Ε, με τις οποίες βαρύνεται το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του εν λόγω εναγομένου αλλά και η εις ολόκληρον υποχρέωσή του προς καταβολή του από 369.232,05 Ε ποσού της παραπάνω διαταγής πληρωμής, υπερκαλύπτουν την αξία του.
Ως εκ τούτου, είναι προφανές ότι, η άνω περιουσία του πρώτου εναγομένου δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος σε βάρος του, λόγω της άνω σημαντικής επιβάρυνσής της με τα προαναφερθέντα βάρη και οφειλές του, που εκμηδενίζουν την αξία της, ο δε σχετικός ισχυρισμός του παρίσταται αβάσιμος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της αγωγής δεν υπήρχε υπόλοιπη εμφανής περιουσία του πρώτου εναγομένου, για την εκπλήρωση της παροχής του προς τον ενάγοντα, γεγονός που ο ίδιος γνώριζε, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης. Ο δε ενάγων, από της καταρτίσεως της προαναφερόμενης σύμβασης πώλησης μετοχών και μίσθωσης και πριν από την έκδοση των διαταγών πληρωμής ήταν δανειστής και κατά συνέπεια είχε το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτικές τις επίμαχες δικαιοπραξίες, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης και απορριπτόμενων των αντιθέτων ισχυρισμών των εναγομένων.
Εξάλλου, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της γνώσης του καταδολιευτικού σκοπού της ως άνω μεταβίβασης εκ μέρους του δευτέρου εναγομένου, στον οποίο μεταβιβάστηκε λόγω γονικής παροχής το επίδικο ακίνητο, καθόσον, η μεταβίβαση αυτή, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία και η γνώση του τρίτου αποκτώντος, (δευτέρου εναγομένου), ότι ο πρώτος εναγόμενος, πατέρας του, απαλλοτριώνει προς βλάβη του ενάγοντος, δεν απαιτείται για τη διάρρηξη και εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 942 του Α.Κ.
Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι, η γονική αυτή παροχή έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον προς το τέκνο του, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω περί της προθέσεώς του για βλάβη του ενάγοντος, καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ηθική υποχρέωση του πρώτου εναγομένου προς το τέκνο του, δεν μπορεί να δικαιολογήσει, ούτε τη βλάβη του δανειστή ενάγοντος, ούτε την προτίμηση εκπλήρωσης από τον οφειλέτη εναγόμενο των ηθικών υποχρεώσεών του έναντι των νομικών, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης.
Κατόπιν των παραπάνω, δικαιούται ο ενάγων να απαιτήσει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης...". Ακολούθως, το Εφετείο, έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας στην ουσία της την αγωγή, έκανε δεκτή αυτήν και απήγγειλε τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης, που συνίσταται σε γονική παροχή του πρώτου αναιρεσείοντος προς τον δεύτερο.
V. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/ 2008, 175/2017).
Με τον τρίτο λόγο υπό στοιχείο Α της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο, προκειμένου να εκτιμήσει εάν επαρκεί η εναπομείνασα περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος για την ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, θεμελίωσε την κρίση του κυρίως επί της από 16-5-2011 Γνωστοποίησης-Δήλωσης-Αιτήματος της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσίβλητου προς τη Διεύθυνση πιστοδοτήσεων ειδικού χειρισμού τομέα καθυστερήσεων WHOLESALE της Εμπορικής Τράπεζας, που προσκόμισε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του Εφετείου, προς ανταπόδειξη του ισχυρισμού του (πρώτου αναιρεσείοντος) ότι η εναπομείνασα περιουσία του επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησής του.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παραπάνω εκτίθεται, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αξία της εναπομείνασας περιουσίας του πρώτου αναιρεσείοντος (1/3 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου με εμβαδό 3.200,99 τ.μ., επί του οποίου ανεγέρθηκε κτίσμα αποτελούμενο από δύο ορόφους εργασιακών χώρων και τρεις ορόφους γραφείων, συνολικού εμβαδού 2.250 τ.μ.), ανερχόταν όχι στο ποσό των 667.000 ευρώ, που επεκαλούντο οι αναιρεσείοντες αλλά στο ποσό των 500.000 ευρώ και εντεύθεν ότι δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης του αναιρεσίβλητου, επειδή το ακίνητο ήταν βεβαρημένο με τις αναφερόμενες προσημειώσεις και, για την παραδοχή αυτή ως προς την αξία του άνω ακινήτου και του αντίστοιχου επ' αυτού μεριδίου εξ αδιαιρέτου του πρώτου αναιρεσείοντος βασίστηκε, κατά κύριο λόγο (αναφορά της λέξης πρωτίστως), στο ανωτέρω έγγραφο, το οποίο, όμως, δεν ανέγνωσε σωστά, αφού από το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι είναι έγγραφο αποκλειστικά της πληρεξούσιας δικηγόρου του αναιρεσίβλητου και η εκτίμηση του διαπραγματεύσιμου τιμήματος ποσού 1.500.000 ευρώ του ανωτέρω ακινήτου έγινε από την τελευταία και όχι και από τους τρεις συνιδιοκτήτες του ακινήτου (μεταξύ των οποίων και ο πρώτος αναιρεσείων), όπως, από λάθος ανάγνωση, αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση στη σχετική περικοπή της.
Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος υπό στοιχείο Α της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου είναι βάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης (ΑΠ 146/2018, ΑΠ 204/2017), καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των υπόλοιπων λόγων της αναίρεσης, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα.
Κατόπιν αυτών η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 2, 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες (άρθ. 495 παρ. 3 εδ.
ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε στη δίκη, να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1157/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ