Legislator Case Law & Legislation
824/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence, ruling the lower court properly evaluated all submitted proof.

Case Number 824/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Dodecanese Court of Appeal's decision. The appellant argued the appellate court failed to consider specific evidence regarding a local declaration and a community certificate. The court ruled that the lower court had indeed taken these documents into account and weighed them alongside other proof, making the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559, αριθμός 8; άρθρο 559, αριθμός 11, περ. γ': The appellate court is not required to separately mention every piece of evidence considered, provided the final decision clearly indicates that all legally submitted evidence was taken into account and evaluated.

Keywords

AI generated
appeal admissibility failure to consider evidence appellate court review evaluation of proof legal reasoning standard

Cited Legislation

AI generated
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559, αριθμός 8
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559, αριθμός 11, περ. γ'
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 561, παράγραφος 2
Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 495, παράγραφος 4

Cited Case Law

AI generated
Ολ.ΑΠ 469/1984
Ολ.ΑΠ 12/1991
Ολ.ΑΠ 2/2008
Ολ.ΑΠ 14/2005
ΚΠολΔικ 176
ΚΠολΔικ 183
ΚΠολΔικ 191
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 824 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 824/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ» Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο-εισηγητή και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Εμμανουήλ Γιαννακάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Γιαννικοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1268/2006 του ιδίου Δικαστηρίου που παρέπεμψε στο αρμόδιο καθ»ύλην και κατά τόπο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, 106/2011 του τελευταίου και 183/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η 183/2014 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3).

Ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι δε και οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική τους βάση και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση αυτών, αποκρουόμενοι με την παραδοχή των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (Ολ ΑΠ 469/1984], έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο και δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος καθενός από αυτούς, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ.

β` του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που παραδεκτά ως εναγομένη είχε προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επανέφερε ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητη , με τις προτάσεις της, α) «τα όσα διαλαμβάνει στην αγωγή της η αντίδικος για δήθεν παράνομη διάνοιξη του παραθύρου και μετατροπή σε πόρτα και την κατασκευή ενός μικρού ξύλινου εξώστη, είναι απολύτως αναληθή, εξωπραγματικά , αβάσιμα και αναπόδεικτα.

Αυτά εκτελέστηκαν από την ίδια την αντίδικο στην οποία είχα αναθέσει εργολαβικά την ανακαίνιση του πεπαλαιωμένου σπιτιού μου στη Νίσυρο......χωρίς καμία συμμετοχή δική μου πέραν της οικονομικής .....την μετατροπή του παραθύρου σε μπαλκονόπορτα την εκτέλεσε με δικό της μαραγκό ονόματι Δ. Κ. άγνωστο σε μένα και αυτού προς εμένα.....» και β) της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν α) ο μεν πρώτος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού ο προβαλλόμενος με αυτόν ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔικ, αλλά συνιστά άρνηση της αγωγής, β) ο δε δεύτερος ως αβάσιμος, εφόσον το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη τον εν λόγω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔικ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΚΠολΔικ 559 αριθμός 19], πρέπει να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου δηλαδή ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και αν πρόκειται για αντιφατική ή ανεπαρκή αιτιολογία, σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο δηλαδή αναγκαίο στοιχείο για την επάρκειά τους λείπει.

Στην προκείμενη περίπτωση με τους ίδιους ως άνω πρώτο και δεύτερο από τους λόγους αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος καθενός από αυτούς αποδίδεται, επικουρικά , στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια, σχετικά με τους ισχυρισμούς της που διαλαμβάνονται στην προηγούμενη σκέψη ότι <<αν θεωρηθεί ότι έλαβε υπόψη την ανωτέρω ένστασή μου, αλλά την απέρριψε <<σιγή>> τότε είναι αναιρετέα κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, καθ» όσον ουδεμία απολύτως αιτιολογία διαλαμβάνει περί της εν λόγω απορρίψεώς του>>.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, γιατί δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης και η εξειδίκευση του σφάλματος του Δικαστηρίου ως προς τις ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992 ΕλλΔ).

Για τη θεμελίωση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης η έλλειψη ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών πρέπει να αφορά ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, ζήτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ» όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.ΑΠ 3/97) .

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: «Δυνάμει του υπ’ αριθμό .../19-12- 1990 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κω, Εμμανουήλ Γεωργίου Φρουζάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα μίας διώροφης οικοδομής ευρισκόμενης στη θέση "..." της τότε Κοινότητας "..." της νήσου Νισύρου Δωδεκανήσου, εμβαδού σαράντα επτά (47) τ.μ., η οποία εμφαίνεται στο από Νοέμβριο του έτους 1990 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Π.

Κ. με τα αλφαβητικά στοιχεία ... και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΒΓ, 6,45 μέτρων με ιδιοκτησίες Κ. Ο. και Ν. Χ. και επί πλευράς ΔΕ, 3,85 μέτρων με ιδιοκτησίες Ν. Χ. και Β. Κ., νότια επί πλευράς ΖΕ, 5 μέτρων με ιδιοκτησίας Β. Κ., δυτικό επί πλευράς …, 10,3 μέτρων με ιδιοκτησίας Γ. Τακτικού και βόρεια επί πλευράς ΑΒ, 4,30 μέτρων κοινοτικό δρόμο και ιδιοκτησία Κ.

Ο. και επί πλευράς ΓΔ, 0,70 μέτρων με ιδιοκτησία Ν. Χ.. Όμορα στην νοτιανατολική πλευρά του ακινήτου της βρίσκεται το ακίνητο της εναγομένης, κατά τρόπον ώστε τα δύο ακίνητα να έχουν κοινό όριο (το νοτιανατολικό αυτής (ενάγουσας) με το νοτιοδυτικό της εναγομένης). Το καλοκαίρι του έτους 1999, η εναγομένη ανέθεσε στην ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της τελευταίας ως αρχιτέκτονα μηχανικού την μελέτη κι επίβλεψη του έργου της αποκατάστασης της διώροφης οικίας της, ευρισκόμενης επί του γειτονικού σε σχέση με το επίδικο ακινήτου.

Στα πλαίσια των ανωτέρω εργασιών, που η ενάγουσα ανέλαβε με δικά της συνεργεία, η εναγομένη της ζήτησε να της επιτρέψει να μεγεθύνει τα δύο παράθυρα της νοτιοδυτικής πλευράς του κτίσματος της, τα οποία είχαν πρόσοψη στην αυλή του επιδίκου ακινήτου της ενάγουσας, αίτημα το οποίο η τελευταία επέτρεψε, σεβόμενη τη σχέση καλής γειτονίας.

Πέρα από αυτά αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη για πρώτη φορά αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας τον Ιούλιο του έτους 2000, όταν εκμεταλλευόμενη την απουσία της ενάγουσας παρανόμως και χωρίς τη θέληση της τελευταίας, με προφανή σκοπό να θεμελιώσει ανύπαρκτα δικαιώματα νομής και κατοχής, προέβη όχι μόνο στη διεύρυνση των παραθύρων αλλά και στην παράνομη κατασκευή ξύλινου εξώστη, διαστάσεων 1,80 X 1.00 μέτρα μετατρέποντας παράλληλα το επ» αυτού παράθυρο σε πόρτα επί του ανωτέρω εξώστη.

Με τις ως άνω πράξεις της η εναγόμενη εμποδίζει την ενάγουσα στην ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση του αύλειου χώρου του ως άνω επίδικου ακινήτου, εκδηλώνοντας κατ» αυτό τον τρόπο έμπρακτα την αμφισβήτηση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας και διαταράσσοντας με αυτό τον τρόπο παράνομα τη νομή στο επίδικο.

Αμέσως μετά τις παραπάνω διαταρακτικές πράξεις η ενάγουσα απέστειλε προς την εναγομένη την από 3-10-2022 εξώδικη πρόσκληση με διαμαρτυρία και την κάλεσε να καθαιρέσει τον εξώστη και ακολούθως άσκησε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένδικη αγωγή της. ......». Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αρνητική της κυριότητας αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ» ουσία βάσιμη, αφού απέρριψε την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας, κατά τα αναφερόμενα σε προηγούμενες σκέψεις.

Ακολούθως, δέχθηκε κατ» ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα και δέχθηκε την αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο περιγραφόμενο ακίνητο και της προσβολής αυτής με τις επίδικες κατασκευές, οι οποίες [αιτιολογίες] καθιστούν εφικτό τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού διατάξεων των άρθρων 1033 και 1108 ΑΚ.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αποδίδονται, ακόμη, στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον «1) ενώ δέχεται ότι η αντίδικος είχε μόνο την επίβλεψη του όλου έργου της αποκατάστασης της ως άνω πεπαλαιωμένης οικίας μου , αλλά και την αποκατάστασή [κατασκευή] της οικίας με δικά της συνεργεία , δηλαδή ως εργολάβος, δεν αιτιολογεί παντάπασιν τα κάτωθι, ήτοι α) πώς ήταν δυνατόν εγώ να προβώ στην κατασκευή του ξύλινου εξώστη και της μπαλκονόπορτας, αφού εργολάβος ήταν η ίδια η αντίδικος, β) με ποιο πρόσωπο έκανα εγώ τις ανωτέρω κατασκευές, γ) δεν αναγράφει που ευρίσκετο η αντίδικος , διαλαμβάνουσα όλως αορίστως ότι αυτή απουσίαζε από το έργο και που ευρισκόμουν εγώ, προκειμένου να κριθεί η δήθεν εκμετάλλευση από μέρους μου της απουσίας της, 2) ενώ διαλαμβάνει ότι τον Ιούλιο του έτους 2000 προέβην στις ως άνω κατασκευές [μπαλκόνι και μπαλκονόπορτα] δεν αιτιολογεί την ύστερα από παρέλευση δύο [2] και πλέον ετών [27 μηνών] γενομένη κατά την παραδοχή της διαμαρτυρία της την 3-10-2002, 3) είναι όμως αντιφατική η ως άνω αιτιολογία της , κατά την οποία η δήθεν διαμαρτυρία της αντιδίκου προς εμένα έγινε με εξώδικό της την 3-10-2001 .....προς προηγούμενη παραδοχή της ότι αυτή έγινε αμέσως μετά τις διαταρακτικές πράξεις ....το χρονικό επίρρημα «αμέσως» είναι ασυμβίβαστο και αντιφατικό με την παρέλευση χρόνου 27 μηνών, 4) ενώ στην εκτεθείσα περιγραφή των ορίων του ακινήτου της αντιδίκου ουδεμία γειτνίαση σε κανένα σημείο με το ακίνητο διαλαμβάνει, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι το ακίνητό μου είναι όμορο προς την νοτιοανατολική πλευρά του ακινήτου της, όμως προηγουμένως δέχεται ότι ανατολικά συνορεύει με ιδιοκτησίες Κ.

Ο. και Β. Κ.». Ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά το πιο πάνω μέρος του, είναι απορριπτέος προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού τα αναφερόμενα σε αυτόν δεν αποτελούν ζητήματα, κατά την έννοια που προαναφέρεται, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που θεμελιώνουν άρνηση της αγωγής. Ακόμη με τις αιτιάσεις αυτές πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ» αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ» ΚΠολΔικ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005].

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ ΚΠολΔικ ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις α) βεβαίωση, την οποία υπογράφουν δεκαοκτώ κάτοικοι της περιοχής ...

Νισύρου και β) την από 1-8-2002 εξώδικη δήλωση , την οποία επέδωσε στις 8-8-2002 στην αναιρεσίβλητη. Τα έγγραφα αυτά τα είχε επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις του στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτών [ΚΠολΔικ 561 παρ.2]. και τα είχε προσκομίσει προς απόδειξη της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης, που είχε παραδεκτά προτείνει.

Ο ερευνώμενος αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση , κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων «......... και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα , που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι » , δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά.

Κατ» ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί , κατ» άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔικ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το νόμιμο αίτημα αυτής [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-7-2016 αίτηση αναίρεσης της 183/2014 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που καταβλήθηκε. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαϊου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαϊου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ