Supreme Court dismisses appeal on public law claim barred by two-year statute of limitations for public sector employees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court ruling that barred public law claims for unpaid benefits due to a two-year statute of limitations. The plaintiffs, public sector employees, argued their claims for benefits under specific laws were valid, but the court found the claims expired under Article 90 of Law 2362/1995. The court held that this short limitation period serves a general public interest in expediting public debt clearance and does not violate constitutional equality or human rights principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 4 § 1 of the Constitution; Article 6 § 1 of the ECHR; Article 90 § 3 of Law 2362/1995: A short statute of limitations for public law claims against the state, established for the public interest of rapid debt clearance, does not violate constitutional equality or human rights guarantees.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 824 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 824/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ:1)Δ. Β. του Γ. 2) Α. Κ. του Χ. 3) Γ. Κ. του Χ. 4)Ε. Ψ. του Λ. 5) Κ. Κ. του Δ. 6) Σ. Σ. του Σ. 7) Δ. Κ. του Γ. 8) Χ. Κ. του Σ. 9) Ο. Ξ. του Μ. 10) Α. Ο. του Δ. 11)Σ. Μ. του Π. 12) Ν. Ε. του Ι. 13)Ε. Π. του Κ. 14)Α. Μ. του Β. 15) Ι. Σ. του Θ. 16) Ε. Μ. του Β. 17) Χ. Κ. του Α. 18) Ε. Κ. του Α. 19) Ι. Λ. του Α. 20) Γ. Σ. του Κ. 21) Ι. Ν. του Α. 22) Η. Κ. του Κ. 23) Α. Τ. του Σ. 24) Γ. Τ. του Ι. 25) Δ. Τ. του Α. 26 ) Κ. Τ. του Ε. 27) Κ. Μ. του Α. 28) Γ. Τ. του Ε. 29) Ι. Κ. του Α. 30) Κ. Τ. του Α. 31) Α. Σ. του Δ. 32) Ν. Χ. του Θ. 33) Ε. Κ. του Α. 34) Γ. Κ. του Σ., όλοι κάτοικοι ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Ματθαίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολ Δ., o οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του ΝΣΚ Αγγελική Χ. Καστανά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ 2 του ΚΠολ Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 2421/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 6565/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-01-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας, ανέγνωσε την από 28-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει, όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (Ολ.ΑΠ 3/2006, 23/2004, 11/2003).
Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθή δικαίως, δημοσίως και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ...", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.
Α.Π. 40/1998). Οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α., που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, καθώς και εκείνες των αρθρ. 2 παρ. 3, 14 και 26 του Ν. 2462/1997 (Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), που επιβάλλουν τον σεβασμό των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την ισότητα των διαδίκων και την ισονομία, δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, όταν συντρέχουν λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που να δικαιολογούν τη σχετική ρύθμιση.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από την γένεση της, ενώ κατά τη διάταξη του αρθρ. 91 εδ.
α' του ίδιου νόμου με την επιφύλαξη κάθε άλλης ειδικής διάταξης του νόμου αυτού η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων σαφώς προκύπτει, ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το θέμα της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθ. 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου κ.λ.π. από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, όπως αυτό σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που διατυπώνεται στο άρθ. 91 εδ.
α', και επομένως κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, Ολ.ΑΠ 29/2006). Η οριζόμενη με την παραπάνω διάταξη βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή μεγαλύτερος από τον χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθ. 250 παρ. 6 και 17 του ΑΚ, 289 παρ. 1 του ΚΙΝΔ), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντίστοιχων υποχρεώσεων του Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτού, στην οποία συμβάλλουν όλοι οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων και συνεπώς, η διάταξη αυτή δεν αντίκειται, α) στην κατά το αρθρ. 4§1 του Συντ.
αρχή της ισότητας ούτε στην αποτελούσα ειδικότερη μορφή και εκδήλωση αυτής και καθιερούμενη με το αρθρ. 22 παρ. 1 εδ. β' αυτού αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας παρεχόμενη εργασία (πρβλ. ΑΕΔ 9/2009 ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του αρθρ. 48 παρ. 3 του ΝΔ 496/1974, β) στη διάταξη του αρθρ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ που προαναφέρθηκε και στο αρθρ. 20 παρ. 1 του Συντ.
που περιέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν τη θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων και γ) στις διατάξεις του αρθρ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 2 παρ.3, 14 παρ.1 και 26 του Ν. 2462/1997 που έχουν μνημονευθεί παραπάνω [ΑΠ (Ολ) 2/2011, 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 48§3 του ΝΔ 496/1974].
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κρίνοντας επί αγωγής των αναιρεσειόντων δέχθηκε ότι οι επίδικες αξιώσεις αυτών [που προσλήφθηκαν από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου], οι οποίες αναφέρονται στην καταβολή των επιδομάτων που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρ. 14 του Ν. 3016/2002 και 80§10 του Ν. 3057/2002, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 1-12-2003 έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρ. 90§3 του Ν. 2362/1995, η οποία αρχίζει από τη γένεση της αξιώσεως, κατ' άρθρ. 91 εδ. α' του ίδιου νόμου. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 4§1 του Συντ., 6 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου και 2§3, 14§1 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-1-2010 αίτηση των Δ. Β. κλπ για αναίρεση της 6565/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 24 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ