Supreme Court remands case for retrial due to insufficient reasoning on adverse possession acquisition by co-owners.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of First Instance's decision regarding adverse possession claims. The court found the lower court failed to provide sufficient reasoning on whether the plaintiff acquired ownership through twenty years of possession or merely held a leasehold interest derived from others. Consequently, the case was remanded for retrial before a different panel of judges to address these procedural deficiencies.
Legislator headnote
AI generatedArticles 974, 976, 1005, 1045 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A court decision must explicitly address all substantive claims; failure to reason on adverse possession acquisition warrants annulment and remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 824 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 824/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Βαρβαρίγο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, η οποία εκπροσωπείται από την δικαστική συμπαραστάτριά της Ψ2, κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μπαλαφούτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3849/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 854/2002 μη οριστική, 647/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 1464/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5589/2005 απόφαση. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης καθώς και οι από 25/7/2006 πρόσθετοι λόγοι και εκδόθηκε η 852/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7153/2007 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14.4.2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 17/12/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 976 εδ α ΑΚ, για την απόκτηση της νομής πράγματος που βρίσκεται στη νομή άλλου απαιτείται παράδοση του πράγματος στον αποκτώντα, η οποία γίνεται με τη βούληση του έως τώρα νομέα.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1,2 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση, και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης είναι τίτλος εκτελεστός. Με βάση αυτή την περίληψη μπορεί να γίνει κατά το άρθρο 943 αναγκαστική εκτέλεση υπέρ του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και εναντίον εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση και των διαδόχων του, εφόσον η διαδοχή επέλθει μετά την εγγραφή της κατάσχεσης στο βιβλίο κατασχέσεων, καθώς και κατά εκείνου που νέμεται ή κατέχει το πράγμα στο όνομα εκείνου κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση ή των διαδόχων του, αδιάφορο αν πρόκειται για σχέση εμπράγματη ή ενοχική.
Οι διατάξεις του άρθρου 947 εφαρμόζονται και εδώ. Από τις διατάξεις αυτές και το συνδυασμό τους με τις αντίστοιχες των άρθρων 1017 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, 199, 513, 1192, 1198 ΑΚ, προκύπτει ότι με αυτές καθιερώνεται η αρχή, ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι, συνεπώς, ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθ' ου η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα.
Ειδικότερα, η κατακύρωση δημιουργεί ιδιόρρυθμη ενοχική σχέση πώλησης, προς εκτέλεση της οποίας πρέπει, για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος που πλειστηριάσθηκε στον υπερθεματιστή, να γίνει μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης. Η νομή, όμως, του εκπλειστηριασθέντος δεν μεταβιβάζεται με την κατακύρωσή του στον υπερθεματιστή eo ipso.
Προς τούτο, απαιτείται παράδοση της νομής στον υπερθεματιστή, είτε εκουσίως από τον μέχρι τούδε νομέα του, σύμφωνα με το άρθρο 976ΑΚ, είτε με αναγκαστική εκτέλεση της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, κατά τους ορισμούς των διατάξεων των άρθρων 1005 παρ.2, 943 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα εξής, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική της συγκυριότητας του ενάγοντος, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, επί του επίδικου ακινήτου αγωγή, που ως βάση της είχε την έκτακτη χρησικτησία:
Στις 4-11-1973 εκπλειστηριάσθηκε, δυνάμει της ... έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού του συμβολαιογράφου Αθηνών, Χρίστου Μητσοπούλου, με επίσπευση του αναφερόμενου τρίτου, το 1/4 % εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εμβαδού 466 τ.μ., μετά των επ' αυτού κτισμάτων, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον καθ' ου η εκτέλεση και οφειλέτη ΑΑ, βρίσκεται στο ...
και συνορεύει, όπως ειδικότερα στην απόφαση αναφέρεται, και το οποίο είχε κατασχεθεί με τη ... έκθεση κατάσχεσης του αναφερόμενου δικαστικού επιμελητή. Στον πλειστηριασμό αναδείχθηκε τελευταίος πλειοδότης ο ΒΒ, ο οποίος δήλωσε ότι υπερθεμάτισε για τον εαυτό του και τη σύζυγό του ΓΓ (ομού) κατά το 1/2 % εξ αδιαιρέτου και κατά το έτερο 1/2 % εξ αδιαιρέτου για τον ενάγοντα.
Στη συνέχεια, η μεν ΒΒ, με την ... έκθεση αποδοχής του ανωτέρω συμβολαιογράφου αποδέχθηκε την ανωτέρω γενόμενη πλειοδοσία, εκ μέρους του συζύγου της, ο δε ενάγων, με την ... έκθεση αποδοχής πλειοδοσίας του αυτού συμβολαιογράφου αποδέχθηκε τη γενόμενη για λογαριασμό του πλειοδοσία. Οι τρεις ανωτέρω υπερθεματιστές παρακατέθεσαν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών, με το ...
γραμμάτιό του σύστασης παρακαταθήκης, το ποσό των 326.961 δραχμών, ως υπόλοιπο εκπλειστηριάσματος του εκπλειστηριασθέντος ποσοστού 1/4% του ακινήτου. Περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης δεν συντάχθηκε, λόγω ασθένειας και θανάτου του ανωτέρω συμβολαιογράφου και επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ούτε μεταγράφηκε αυτή υπέρ των ανωτέρω υπερθεματιστών.
Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι η ετέρα υπερθεματίστρια ΓΓ πώλησε σ' αυτόν ατύπως μερίδιο 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, παρά ταύτα, η ΓΓ ήταν υπερθεματίστρια όχι του 1/8 αλλά του 1/16 του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, αφού αυτή υπερθεμάτισε μαζί με το σύζυγό της ΒΒ από κοινού και ομού κατά το 1/2 του 1/4, ήτοι για ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου, για δε το υπόλοιπο 1/2 του 1/4 (1/8) υπερθεμάτισε ο ενάγων και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αυτή νεμήθηκε ποτέ και το ποσοστό 1/16 του επίσης υπερθεματιστή συζύγου της ΒΒ, ούτε ότι ο ίδιος ο ΒΒ μεταβίβασε ποτέ τη νομή του ποσοστού του 1/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου στον ενάγοντα.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, οι λοιποί τρίτοι, μη διάδικοι, συγκύριοι των υπόλοιπων 3/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, εκμίσθωναν το όλο ακίνητο και για λογαριασμό όλων των συγκυρίων, και ο ανωτέρω ΑΑ λάμβανε το ανάλογο στο ποσοστό του 1/4% εξ αδιαιρέτου μερίδιο από τα μισθώματα δια χειρός του ενάγοντος, στον οποίο τα έδινε ο εκάστοτε διαχειριστής.
Μετά το θάνατο, στις 12-7-1981, του ΑΑ, ο εκ των συγκυρίων ΔΔ ενημέρωνε τη χήρα τον καθ' ου, ΕΕ, και τη θυγατέρα του, Ψ1, για το ύψος και την καταβολή μισθωμάτων, αυτές δε εισέπρατταν έκτοτε μέχρι το έτος 1997 το ανάλογο μερίδιο (1/4) των μισθωμάτων του επιδίκου από τον ίδιο τον ενάγοντα. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται, ότι ο ενάγων δεν νεμήθηκε ποτέ στο όνομά του το ανωτέρω 1/4% εξ αδιαιρέτου, αφού, αναγνωρίζοντας όσο ζούσε αληθινό κύριο τον ανωτέρω ΑΑ, έδιδε σ' αυτόν το ανάλογο στο ποσοστό κυριότητας του τελευταίου, (1/4 εξ αδιαιρέτου), μίσθωμα, μετά δε το θάνατο αυτού στη χήρα και τη θυγατέρα του.
Για πρώτη φορά ο ενάγων εξεδήλωσε τη βούλησή του στην εναγομένη να νέμεται για τον εαυτό του το ανωτέρω ποσοστό 1/4 % εξ αδιαιρέτου το έτος 1997, όταν άσκησε κατ' αυτής, σχετικά με το επίδικο ακίνητο, την από 3-4-97 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και το Δικαστήριο, με την 36511/1997 απόφασή του, κατά παραδοχή της, διέταξε τη δικαστική μεσεγγύηση του ποσοστού αυτού.
Επομένως, ο ενάγων δεν απέκτησε, με έκτακτη χρησικτησία, την κυριότητα του άνω ποσοστού του 1/4 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω ακινήτου, δεδομένου ότι και ο υπόλοιπος χρόνος νομής, από το 1997 έως και 12-1-1998, που κατατέθηκε η αγωγή, δεν επαρκεί προς συμπλήρωση 20ετούς νομής έκτακτης χρησικτησίας. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με την αγωγή του είναι στην ουσία τους αβάσιμα, από τα δε ειδικά μνημονευόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύεται πάντως ότι ο ενάγων νεμήθηκε στο όνομά τον ποσοστό υπέρτερο του 1/8 (1/2 του 1/4) εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, του οποίου και μόνο ήταν και παρέμεινε ιδανικός κύριος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, παρά τους αβάσιμους σχετικούς ισχυρισμούς του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε ως αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα, της μη κτήσης, από τον ενάγοντα, της νομής και της κυριότητας του εκπλειστηριασθέντος επίδικου ακινήτου, α) κατά το ποσοστό του 1/8 (1/2 του 1/4) εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο ο εν λόγω διάδικος ήταν υπερθεματιστής, β) κατά το ποσοστό του 1/16 εξ αδιαιρέτου αυτού, που κατακυρώθηκε στην ΓΓ και, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς εκείνη μεταβίβασε λόγω πώλησης στον ενάγοντα, οι οποίες δεν επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των εφαρμοστέων εν προκειμένω διατάξεων των άρθρων 199, 513, 976, 1045 ΑΚ, 1005 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, ενώ, ως προς την μη απόκτηση του επίδικου ακινήτου από τον ενάγοντα, κατά το ως άνω 1/8 εξ αδιαιρέτου ποσοστό, που κατακυρώθηκε στον ίδιο, δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι ο εν λόγω διάδικος δε νεμήθηκε ποτέ στο όνομά του το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, αφού αναγνώριζε ως αληθινό κύριο, όσο ζούσε, τον ΑΑ, έδιδε σ' αυτόν ανάλογο στο ποσοστό κυριότητας τούτου (1/4 εξ αδιαιρέτου) μίσθωμα, μετά δε τον θάνατό του στη χήρα και στη θυγατέρα αυτού, χωρίς, μέχρι το έτος 1997, να δηλώσει τη βούλησή του ότι νέμεται για τον εαυτό του το ως άνω ποσοστό, του 1/4 εξ αδιαιρέτου, περαιτέρω, δέχθηκε, αντιφατικώς, ότι "δεν αποδεικνύεται πάντως ότι ο ενάγων νεμήθηκε στο όνομά του ποσοστό υπέρτερο του 1/8 (1/2 του 1/4) εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, του οποίου και μόνον ήταν και παρέμεινε ιδανικός κύριος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα ουδέποτε επεκταθείς του εν λόγω αδιαιρέτου ποσοστού αυτού ...", δηλαδή δέχθηκε, σε αντίθεση με τις προηγούμενες παραδοχές του, ότι ο ενάγων κατέστη κύριος του επίδικου κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου, χωρίς όμως και να διαλάβει αιτιολογίες και για τον τρόπο με τον οποίο έγινε κύριος τούτου.
Παρά δε την παραδοχή του αυτή, απέρριψε, επίσης ως αβάσιμη, την ένδικη αγωγή και κατά το μέρος, με το οποίο ζητείτο η αναγνώριση της κυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου κατά το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Επίσης, ενώ διέλαβε αιτιολογίες για την μη απόκτηση από τον ενάγοντα της νομής του 1/16 εξ αδιαιρέτου ποσοστού, που κατακυρώθηκε στον ΒΒ, δεν διέλαβε καμία αιτιολογία, σχετικά με την μη απόκτηση από τον εν λόγω διάδικο και του 1/16 εξ αδιαιρέτου ποσοστού, που κατακυρώθηκε στην ΓΓ, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει με σαφήνεια αν το απορριπτικό διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς το μέρος αυτό της αγωγής, στηρίζεται στο ότι δε μεταβιβάσθηκε η νομή του ποσοστού αυτού, του 1/16 εξ αδιαιρέτου, από την ΓΓ στον ενάγοντα ή, αντιθέτως, στο ότι, μεταβιβάσθηκε μεν προς εκείνον η νομή επί του ποσοστού αυτού, πλην εκείνος δε άσκησε τις αναγκαίες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίου επί χρόνο είκοσι ετών ώστε να αποκτήσει τη συγκυριότητα, κατά το εν λόγω ποσοστό, του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία.
Ωσαύτως, το δικαστήριο της ουσίας, διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αναγνώρισης, από τον ενάγοντα, ως κύριο του επιδίκου, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, του ΑΑ και, μετά τον θάνατο αυτού, των ανωτέρω διαδόχων του. Διότι, ενώ δέχεται, ότι ο ενάγων υπερθεμάτισε για το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και οι ΒΒ και ΓΓ, μαζί, για το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου και ότι οι τρεις αυτοί υπερθεματιστές κατέθεσαν, στις 16-11-1973 το υπόλοιπο του πλειστηριάσματος, περαιτέρω δέχεται, ότι οι μη διάδικοι συγκύριοι των 3/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου εκμίσθωναν το όλο ακίνητο και για λογαριασμό όλων των συγκυρίων και ο ΑΑ λάμβανε μερίδιο από τα μισθώματα που αναλογούσαν στο 1/4 εξ αδιαιρέτου, δια χειρός του ενάγοντος, χωρίς περαιτέρω να παραθέτει αιτιολογίες, α) αν, ο ενάγων και οι ανωτέρω λοιποί υπερθεματιστές, απέκτησαν ή όχι τη νομή του πλειστηριασθέντος ακινήτου, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας τους, β) βάσει ποίας έννομης σχέσης κατέβαλε ο ενάγων, ο οποίος σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης υπήρξε υπερθεματιστής για ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, στον ΑΑ και στις ανωτέρω διαδόχους του, μισθώματα για το 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, δηλαδή και για εξ αδιαιρέτου ποσοστό αυτού , για το οποίο δεν υπήρξε ο ίδιος υπερθεματιστής, αλλά οι ΒΒ και ΓΓ.
Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος, πρώτο, δεύτερο μέρος, τέταρτος, από το άρθρ.559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκαν από τον Εισηγητή (άρθρ. 562 παρ.4 ΚΠολΔ),με τους οποίους προβάλλονται οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7153/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2009 . Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ