Supreme Court allows appeal against final judgment due to inadmissibility of appeal and voluntary execution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's request for cassation against the final appellate judgment, finding the primary ground of inadmissibility valid. The appellant argued the lower court wrongly rejected an appeal claim, while the respondent contended the rejection was lawful. The court ruled that the rejection was indeed inadmissible under the Civil Procedure Code, necessitating the annulment of the appellate decision and remittal to the appellate court for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 520(1), 522, 559(14), 579(1), 579(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court rejected an appeal claim as inadmissible, and if voluntary execution of the final judgment is proven, the case must be remitted for retrial with restoration to the pre-execution status.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 824 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 824/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωστόπουλο.
Του αναιρεσίβλητου: ......, ως διαχειριστή της συνιδιοκτησίας της πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φωκά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Νοεμβρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 381/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9416/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8 Μαρτίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας, ανέγνωσε την από 14 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου.
Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της από 16.5.2005 έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της 381/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβλήθηκε με αυτή λόγος συνιστάμενος στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατ' αυτού αγωγή του αναιρεσίβλητου, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, ζητώντας γι' αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η αγωγή.
Με το λόγο αυτό πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότης της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, ο προβληθείς πιο πάνω λόγος έφεσης ήταν ορισμένος, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτόν η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Όπως δεν προκύπτει, από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, τούτο απέρριψε τον πιο πάνω λόγο έφεσης ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας με την αιτιολογία ότι δεν καθορίζονταν με πληρότητα οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση αιτιάσεις.
Έτσι όμως, παρά το νόμο απέρριψε τον πιο πάνω λόγο έφεσης ως απαράδεκτο και κατ' ακολουθία είναι βάσιμος ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά παραδοχή του οποίου πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που την εξέδωσε και θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, διατάσσεται με την αναιρετική απόφαση ύστερα από αίτηση του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση παραδεκτώς υποβάλλεται και με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος που έχουν κατατεθεί μέχρι την προηγουμένη της συζητήσεως, η δε ρύθμιση του άρθρου 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, περί του χρόνου της κατ' εξαίρεση στην αναιρετική διαδικασία κατάθεσης προτάσεων (20 ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο), δεν καταλαμβάνει το αίτημα αυτό, αλλά ισχύει μόνο όταν σε αυτές περιέχονται ενστάσεις κατά του παραδεκτού και του εμπροθέσμου της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων, όπως ρητώς ορίζεται.
Επομένως, και στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στις από 22.2.2007 προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε την αυτή χρονολογία, δηλαδή την προηγούμενη της συζητήσεως, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση από αυτόν της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την πιο πάνω αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου, παραδεκτώς υποβλήθηκε και πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, διότι από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από Φεβρουαρίου 2007 Τεχνική Έκθεση του πολιτικού μηχανικού .......
αποδεικνύεται προαποδεικτικά εκούσια εκτέλεση από τον αναιρεσείοντα της πρωτόδικης απόφασης, που επικυρώθηκε από την αναιρούμενη απόφαση του Εφετείου. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε, όπως προαναφέρθηκε, και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 9416/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την εκούσια εκτέλεση από τον αναιρεσείοντα της 381/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την πιο πάνω αναιρεθείσα απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαρτίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ