Legislator Case Law & Legislation
824/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first plaintiff but refers second plaintiff's appeal to Plenary Assembly on limitation period issue.

Case Number 824/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal regarding the first plaintiff, E.K., confirming the lower court's finding that the limitation period had not expired. However, the court referred the second plaintiff, E.Z.'s appeal concerning the start date of the limitation period to the Plenary Assembly. This procedural split occurred because the second argument involved a general legal question regarding limitation periods for public servants that required broader interpretation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4), 576(1) of the Code of Civil Procedure; Article 563(2b) of the Code of Civil Procedure: When an appeal raises a question of general legal interest regarding the interpretation of limitation periods, the case must be referred to the Plenary Assembly for decision.

Keywords

AI generated
limitation period public servants plenary assembly general legal interest procedural referral statutory limitation appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 568(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 563(2b) of the Code of Civil Procedure
Article 12(1) and (2) of Law 2298/1995
Article 28(3) of Law 2579/1998
Article 42 of Law 2721/1999
Article 90(3) of Law 2362/1995
Article 91 of Law 2362/1995

Cited Case Law

AI generated
Decision 846/2004 of the Council of State

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 824 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 824/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Παππά, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ... και 2.Ζ. Ε. του Α., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1837/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/6/2004 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 9/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν ο αναιρεσίβλητος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, η κλήση επιδίδεται μέσα σε προθεσμία τουλάχιστον εξήντα ημερών πριν από τη δικάσιμο στον αναιρεσείοντα και ότι αν ο επισπεύδων αναιρεσίβλητος δεν εμφανισθεί κατ' αυτή το Δικαστήριο συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρών και αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Λ., ακριβές αντίγραφο της από 18/6/2004 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Ε. Κ. και Ε. Ζ. επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο. Επομένως αφού δεν εμφανίσθηκαν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσίβλητες, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, να συζητήσει την υπόθεση σαν αν ήταν παρούσες και αυτές.

Επειδή προσκομίζεται η 846/2004 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 12 παρ. 1 και 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρ. 28 παρ. 3 του Ν. 2579/1998 και 42 του Ν. 2721/1999. Όπως προκύπτει από την παράγραφο Α της ως άνω 846/2004 γνωμοδότησης του Ν. Σ. του Κράτους η γνώμη αυτού ως προς τον πρώτο λόγο της αναίρεσης είναι αρνητική υπό την έννοια ότι ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος καθόσον είναι ορθή η κρίση του Εφετείου, με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι Υφίσταται υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου για την καταβολή του επίδικου οικογενειακού επιδόματος, για το ένδικο χρονικό διάστημα, στις αναιρεσίβλητες. Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 12 παρ 2 εδ. τελευταίο Ν. 2298/1995 και 42 εδ. τελευταίο Ν. 2721/1999, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά ταύτα πρέπει ν' απορριφθεί και η αναίρεση καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Κ., αφού ο παραπάνω απορριφθείς λόγος αναιρέσεως είναι ο μοναδικός που στρέφεται κατ' αυτής.

Επειδή, με το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού...." ορίζεται ότι : "η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου uπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παραvομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της" και με το άρθρο 91 ότι "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η επιδίωξη αυτής.

Προκειμένου όμως περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία η παραγραφή αρχίζει από της βεβαίωσης αυτών". Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, ότι η δεύτερη ενάγουσα και τώρα αναιρεσίβλητη Ε.

Ζ., που απασχολήθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως προσωρινή νηπιαγωγός, δικαιούται το οικογενειακό επίδομα για το χρονικό διάστημα από 1/1/1999 μέχρι 30/6/1999 και από 1/9/2000 μέχρι 28/2/2001 και επιδίκασε σ' αυτή τα' αναφερόμενα ποσά. 'Εκρινε δε ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης από την εν λόγω αιτία του χρονικού διαστήματος από 1-1 έως 30-6-1999 δεν υπέκυψαν στην άνω διετή παραγραφή, για τον λόγο ότι από τους τέλους του έτους (1999) εντός του οποίου γεννήθηκαν μέχρι την επίδοση της αγωγής (28-12-2001), δεν παρήλθε το χρονικό τούτο διάστημα (διετία).

Με τον δεύτερο και μόνο παραδεκτό λόγο της κρινομένης αιτήσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση της δια της κρίσεως αυτής παραβιάσεως των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, καθόσον, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων της αντιδίκου άρχισε, όχι από του τέλους του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν, αλλά από της γενέσεως της κάθε μίας περιοδικής από αυτές, δηλαδή από την πρώτη ημέρα κάθε δεκαπενθημέρου κατά την οποία καταβάλλεται ο μισθός της αναιρεσίβλητης.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως και το δι' αυτού αγόμενον προς κρίση ζήτημα, του εάν δηλαδή η παραγραφή των άνω αξιώσεων αρχίζει από του χρόνου γενέσεως της κάθε μιάς περιοδικής από αυτές, ή από του τέλους του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες, ως ώριζαν οι αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ν.

δ/γματος 321/1969, των οποίων μη επιτυχή γραμματική αναδιατύπωση συνιστούν οι παραπάνω, δημιουργεί τοιούτον (ζήτημα) γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αφού αφορά την παραγραφή των αξιώσεων του συνόλου των ρηθεισών κατηγοριών υπαλλήλων του Δημοσίου από τις άνω αιτίες. Πρέπει επομένως ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ 2β' Κ.Πολ.Δ.

στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/6/2004 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Κ., και ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό.

Παραπέμπει στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεύτερο λόγο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. Ζ..

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ