Legislator Case Law & Legislation
823/2020 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's failure to apply collective agreements and labor regulations correctly.

Case Number 823/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance judgment regarding unpaid wages and bonuses. The lower court incorrectly applied collective agreements and labor regulations without verifying the parties' union membership status, leading to an erroneous calculation of owed amounts. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted for retrial, and the employer was ordered to pay court costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(9)(a) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine an appeal ex officio if the opposing party fails to appear, and an appeal is admissible if the lower court ruled on matters not requested by the parties, specifically when it fails to apply mandatory collective agreements or labor regulations correctly.

Keywords

AI generated
appeal admissibility collective agreements labor regulations unpaid wages ex officio examination remittal for retrial court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(9)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 823 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 823/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Π.-Γ. του Ι., κατοίκου ……., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου-Κωνσταντίνου Κωνσταντινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Τ. του Γ., κατοίκου …….., η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 52/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 91/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την ……...2019 έκθεση επιδόσεως του Γ. Α., δικαστικού επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου Πατρών, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 91/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών με την πράξη ορισμού δικασίμου και με πρόσκληση της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτήν. Η αναιρεσίβλητη, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά τη δικονομική απουσία της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2).

2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ.α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε .Ο όρος επιδίκασε καταλαμβάνει και αίτημα γενόμενο δεκτό με αναγνωριστική διάταξη. Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου .Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα. Με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα επιδίωκε ,μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 3-1-2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της από την εργοδότρια εναγόμενη.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών με την 52/2015 απόφαση του δέχθηκε το αίτημα και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 3-1-2011 καταγγελίας. Με την προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο είχε μεταβιβασθεί κατά το ανωτέρω κεφάλαιο η υπόθεση επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη, με διαφορετικές αιτιολογίες, δεχόμενο ακυρότητα της από 3-1-2011 σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης και δεν επιδίκασε μη αιτηθέν όπως αβασίμως αποδίδεται με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως κατά το πρώτο μέρος αυτού.

Επομένως, ο λόγος αυτός από τον αρ.9 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. 3. Η αναιρεσείουσα , με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ.14 του άρθρου559ΚΠολΔ, μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας κατά το κεφάλαιο καταβολής μισθών υπερημερίας..Ο λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος διότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι τον ανωτέρω περί αοριστίας ισχυρισμό της αγωγής, είχε προτείνει παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας όπως απαιτείται, ενόψει του ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας, καίτοι λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς, για να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως, πρέπει να έχει προταθεί παραδεκτά.(ΚΠολΔ562 παρ.2,) (ΑΠ 119/2014,ΑΠ399/2019).

Με τον ίδιο, τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο μέρος, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αρ.8 του άρθρου559ΚΠολΔ,υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, πρόσφερε πραγματικώς και προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα-εναγόμενη που δεν είχαν προταθεί.

Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, τούτο δε διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη προκύπτει ότι , κατά τις παραδοχές της, η ενάγουσα μετά την αποχώρηση της από το χώρο εργασίας της, με την από 3-1-2011 εξώδικη δήλωση προς την εναγόμενη δήλωσε ότι μέχρι την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της θα είναι στη διάθεση της για να προσφέρει τις υπηρεσίες της και όχι ότι αυτή πρόσφερε πραγματικώς τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη και ότι η τελευταία τις αρνήθηκε.

Επομένως, ο κατά το δεύτερο μέρος τρίτος λόγος της αιτήσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος.

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 και 167 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει από τον καταγγέλλοντα και σιωπηρά, με πράξεις του από τις οποίες συνάγεται σαφώς και αναμφιβόλως η θέλησή του να λύσει την σύμβαση.

Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από τον μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του για λύση της μεταξύ τους συμβάσεως εργασίας του τελευταίου.(ΑΠ1409/2005, ΑΠ246/2013).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.5.Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραδεκτώς επισκοπούμενη δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα :Ότι η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα πολιτικός μηχανικός, που διατηρεί τεχνικό γραφείο στην πόλη της …….., (οδός …….αρ.

…),την 7/1/2003 προσέλαβε την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως σχεδιάστρια για τις ανάγκες του γραφείου της. Ότι η τελευταία έως την 3/1/2011(και όχι την εκ προφανούς παραδρομής αναφερόμενη 3-1-2013) παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγόμενη έναντι του παρακάτω αναφερόμενου μηνιαίου μισθού.,.

Ότι την ανωτέρω ημέρα, ενώ η ενάγουσα εργάζονταν στο γραφείο της εναγόμενης ο σύζυγος της τελευταίας της ανακοίνωσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και της ζήτησε να αποχωρήσει από το χώρο εργασία της. Ότι πράγματι η ενάγουσα αποχώρησε από το γραφείο και ·την ίδια ημέρα (3-1-2011) με επιμέλεια της επιδόθηκε στην εναγόμενη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την άκυρη καταγγελία της σύμβασης, καθώς έγινε χωρίς έγγραφο και χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, δηλώνοντας ότι μέχρι την έγκυρη καταγγελία θα είναι στη διάθεση της (εναγόμενης) για να προσφέρει τις υπηρεσίες της.

Ότι η εναγόμενη απάντησε με την από 10/1/2011 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και προειδοποίηση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα τη 12/1/2011 με την οποία αρνήθηκε την καταγγελία υποστηρίζοντας ότι η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της και ότι δεν επιθυμεί τις υπηρεσίες της. Ότι ωστόσο, η λογίστρια της εναγόμενης συνέταξε εντός του μηνός Ιανουαρίου έγγραφο καταγγελίας με ημερομηνία 3/1/2011, το οποίο παραδόθηκε στην ενάγουσα, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.

Ότι από τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγόμενη εκδήλωσε ήδη από τη 3/1/2011 συμπεριφορά από την οποία συνάγεται κατά τρόπο αναμφίβολο η βούληση της να λύσει την υφιστάμενη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς, όταν περιήλθε σ' αυτή η από 3/1/2011 εξώδικη δήλωση της τελευταίας με την οποία αυτή (ενάγουσα) προσφέρθηκε σε παροχή υπηρεσιών αυτή δεν απάντησε αμέσως, προσκαλώντας την σε εργασία, αρνούμενη τη λύση της σύμβασης διά καταγγελίας, με τη δε από 10/1/2011 εξώδικη δήλωση της αρνήθηκε ρητώς την προσφορά των υπηρεσιών της.

Ότι η προφορική καταγγελία της σύμβασης από το σύζυγο της εναγόμενης ήταν ανυπόστατη, διότι αυτός στερούνταν τέτοιας εξουσίας, πλην όμως εάν και η ενάγουσα προσφέρθηκε σε παροχή των υπηρεσιών της, η εναγόμενη απέκρουσε την προσφορά αυτή- και, επομένως, κατήγγειλε, σιωπηρώς την επίδικη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, καθώς η καταγγελία αυτή δεν υπέχει θέση έγκρισης της καταγγελίας του συζύγου, αλλά αποτελεί νέα αυτοτελή καταγγελία.

Ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί οικειοθελούς αποχώρησης της ενάγουσας δεν αποδείχθηκε ούτε ο ισχυρισμός -περί μεθοδευμένων ενεργειών της ενάγουσας λόγω της προσφυγής της σε δικηγόρο και στην Επιθεώρηση Εργασίας την ίδια ημέρα (3/1/2011), που κατά τους ισχυρισμούς της καταγγέλθηκε η επίδικη σύμβαση εργασίας. 'Ότι ενόψει του είδους της καταγγελίας (σιωπηρής) εκ μέρους της εναγομένης -εργοδότριας για την οποία δεν συντάχθηκε σχετικό έγγραφο ούτε καταβλήθηκε αποζημίωση αυτή είναι άκυρη, θεωρείται ως μη γενομένη και η ενάγουσα η οποία από την 3/1/2011 αρνείται την αποδοχή των υπηρεσιών της έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει στην ενάγουσα τις αποδοχές του από 3/1/2011 έως 3/3/2012 χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού 18.360,04 ευρώ.

Με βάση αυτά και παράθεση διαφόρων επιχειρημάτων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η γενόμενη σιωπηρώς καταγγελία την 3-1-2011 είναι άκυρη και επικύρωσε κατά τα ανωτέρω κεφάλαια την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως.

6. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 669 αρ.2 και 167 του ΑΚ και με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί σιωπηρής καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας από την αναιρεσείουσα τη 3-1-2011.

Ειδικότερα τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα κατήγγειλε σιωπηρώς, αλλά σαφώς τη σύμβαση εργασίας την 3-1-2011 ,όπως εκτίθενται στην απόφαση είναι ελλειπή, για την συναγωγή σαφούς αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης την 3-1-2011 .Τούτο διότι από τις παραδοχές για ανυπόστατη καταγγελία την 3-1-2011 εκ μέρους του συζύγου της αναιρεσείουσας δεν συνάγεται σιωπηρώς καταγγελία της ένδικης σύμβασης κατά την ημερομηνία αυτή (3-1-2011),χωρίς να εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλες συντρέχουσες περιστάσεις κατά τον ίδιο χρόνο (όπως προηγηθείσα συμπεριφορά της αναιρεσείουσας έναντι της αναιρεσίβλητης ήτοι περιστατικά αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς έναντι της τελευταίας, η με πρόθεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας αποφυγή επικοινωνίας και συνεργασίας με την αναιρεσίβλητη στα πλαίσια της ένδικης σύμβασης, που κατέτειναν στη λύση της ένδικης σύμβασης) ή προγενέστερες του κατά τις παραδοχές χρόνου της καταγγελίας καθώς και ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσήλθε να εργασθεί πλην η αναιρεσείουσα δεν δέχθηκε την προσφορά της εργασίας της.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τους αρ.1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει και το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας ,είναι βάσιμος. .7. Από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 7, 8 παρ.2, 10 παρ.2, 11 παρ.2 και 16 παρ.6 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα.

Κατά τη σύναψη των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ), οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ ή των εξομοιουμένων με αυτές διαιτητικών αποφάσεων (ΔΑ) έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου και, αν είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους, υπερισχύουν των τυπικών νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.

Οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους ΣΣΕ ή ΔΑ, είναι επικρατέστεροι, εφ` όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζόμενους. Οι κλαδικές ΣΣΕ ή ΔΑ περιέχουν τους όρους εργασίας και αμοιβής που αφορούν στους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων μιας πόλης ή περιφέρειας ή και ολόκληρης της χώρας.

Υπό την έννοια αυτή, ως ομοειδείς θεωρούνται οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και ως συναφείς αυτές που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό περίπου όμοιες συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως κλαδικής είναι το είδος της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξάρτητα από το επάγγελμα ή την ειδικότητα του εργαζόμενου με την οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία.

Αντίθετα, οι ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ ή ΔΑ ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής των εργαζόμενων που ασκούν συγκεκριμένο επάγγελμα. Ως εκ τούτου, προέχον κριτήριο για το χαρακτηρισμό μιας ΣΣΕ ή ΔΑ ως ομοιοεπαγγελματικής είναι το είδος του επαγγέλματος ή της ειδικότητας του εργαζόμενου, ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στην οποία παρέχεται η συμφωνημένη εργασία (ΑΠ 1286/1999).

Περαιτέρω, οι ΣΣΕ ή ΔΑ (πλην των εθνικών γενικών) δεσμεύουν κατ` αρχήν τους εργοδότες και εργαζόμενους που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων. Ο Υπουργός Εργασίας, όμως, με απόφασή του που εκδίδεται μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, μπορεί να επεκτείνει την ισχύ και να κηρύξει γενικώς υποχρεωτική για όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου ή επαγγέλματος ΣΣΕ ή ΔΑ, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ή επαγγέλματος.

Τότε, η ΣΣΕ ή ΔΑ δεσμεύει όλους τους εργοδότες του κλάδου ή τους εργαζόμενους του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, εφ` όσον αυτοί θα μπορούσαν να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψή της (ΟλΑΠ 2/2002, ΑΠ 1015/2006), με την επιφύλαξη ότι μια κλαδική ΣΣΕ ή ΔΑ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής αυτής με άλλη, ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ ή ΔΑ (ΑΠ 43/2017,924/2019 74/2009).

Με τις από 28-7-2006 και 29-10-2007 ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργοδηγών σχεδιαστών βιομηχανίας και βιοτεχνίας (με 116/19-9-2006 και 89/17-11-2007 αντιστοίχως πράξεις κατάθεσης στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας) με έναρξη ισχύος αντιστοίχως καθεμιάς από 1-1-2006 και 1-1-2007 ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής των σχεδιαστών βιοτεχνίας και βιομηχανίας.

Επίσης, με την ΔΑ 27/23-7-2009 (πράξη κατάθεσης 15/23-7-2009) ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής των ανωτέρω σχεδιαστών με χρόνο έναρξης τη 1.10.2008.Οι ανωτέρω ΣΣΕ ΚΑΙ ΔΑ δεν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές με απόφαση του Υπουργού Εργασίας για όλους τους εργαζόμενους σχεδιαστές και συνεπώς αυτές δεν δεσμεύουν όλους τους εργοδότες του κλάδου ή εργαζόμενους παρά μόνο εκείνους που ήταν μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων. 8.Στην προκείμενη περίπτωση σχετικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο για το πληττόμενο κεφάλαιο διαφορών αποδοχών το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ότι η ενάγουσα λάμβανε καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως και την ημέρα απόλυσης της ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 450,00 ευρώ, με βάση δε το ποσό αυτό της καταβάλλονταν τα επιδόματα δώρων εορτών και αδείας, καθώς και αποδοχές αδείας, ήτοι λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ για επίδομα δώρου εορτών Χριστουγέννων και αποδοχές αδείας και το ποσό των (450,00 : 2 =) 225,00 ευρώ για επίδομα Πάσχα και επίδομα αδείας.

Ότι κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα τα όρια των κατώτατων νόμιμων αποδοχών της ειδικότητας της ( σχεδιάστρια) ανέρχονταν: Το έτος 2006, σύμφωνα με την από 28/7/2006 ΣΕΕ που αφορά την αμοιβή των εργοδηγών σχεδιαστών τοπογράφων εμπειρικών, για το μεν χρονικό διάστημα από 1/1/2006 έως 31/8/2006 στο ποσό των 807,12 ευρώ, για το δε χρονικό διάστημα από 1/9/2006 έως 31/12/2006 στο ποσό των 830,53 ευρώ.

Το έτος 2007 και κατά το χρονικό διάστημα από 1/1/2008 έως 30/9/2008, σύμφωνα με την από 29/10/2007 ΣΣΕ που αφορά την αμοιβή των εργοδηγών σχεδιαστών τοπογράφων για το μεν χρονικό διάστημα από 1/1/2007 μέχρι 31/8/2007 στο ποσό των 855,45 ευρώ, για το δε χρονικό διάστημα από 1/9/2007 μέχρι 30/9/2008 στο ποσό των 881,11 ευρώ, και. Σύμφωνα με τη Δ.Α. 27/2009 που αφορά την αμοιβή των εργοδηγών σχεδιαστών δομικών έργων τοπογράφων κλπ, για το χρονικό διάστημα από 1/10/2008 μέχρι 30/4/2009, στο ποσό των 925,05 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1/5/2009 μέχρι 31/3/2010 στο ποσό των 958,65€ και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2010 έως 3-1-2011 στο 1.080 ευρώ.

Ότι η ενάγουσα δικαιούται τις διαφορές μεταξύ των νομίμων αποδοχών και των καταβληθέντων από την εναγόμενη. Ότι ειδικότερα η ενάγουσα έπρεπε να λαμβάνει για το χρονικό διάστημα από 1/1/2006 μέχρι 31/8/2006 το ποσό των 807,12 ευρώ μηνιαίως και λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ και, άρα, για το ως άνω χρονικό διάστημα η εναγομένη της οφείλει το ποσό των ( 807,12 -450,00 = 357,12 ευρώ Χ 8 μήνες =) 2.856,96 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών.

Ότι για το χρονικό διάστημα από 1/9/2006 μέχρι 31/12/2006 έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 830,53 ευρώ μηνιαίως και λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ και, άρα, η εναγομένη της οφείλει το ποσό των ( 850,53- 450,00= 380,53 ευρώ Χ 4 μήνες = ) 1.522,12 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. Ότι για το χρονικό διάστημα από 1/1/2007 μέχρι 30/8/2007 έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 855,45ευρώ μηνιαίως και λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ και, άρα, η εναγομένη της οφείλει το ποσό των ( 855,45- 450,00 = 405,45 ευρώ Χ 8 μήνες =) 3.243,60 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών.

Ότι για το χρονικό διάστημα από 1/9/2007 μέχρι 30/9/2008 έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 881,11 ευρώ μηνιαίως και λάμβανε το ποσό των 450, 00 ευρώ και, άρα η εναγομένη της οφείλει μήνες =) 5.604,43 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. Ότι για το χρονικό διάστημα από 1/10/2008 μέχρι 30/4/2009 έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 925,05 ευρώ και λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ και, άρα, η εναγόμενη της οφείλει το ποσό των ( 925,05- 450,00= 475,05 ευρώ Χ 7 μήνες =) 3.325,35 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών.

Ότι για το χρονικό διάστημα από 1/5/2009 μέχρι 31/3/2010 έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 958,65 ευρώ και λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ και, άρα, η εναγόμενη της οφείλει το ποσό των ( 958,65 - 450,00= 508,65 ευρώ Χ 11 μήνες = ) 5.595,15 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών. Ότι για το χρονικό διάστημα από 1/4/2010 μέχρι 31/12/2010 έπρεπε να λαμβάνει το ποσό των 1.080,00 ευρώ και λάμβανε το ποσό των 450,00 ευρώ και, η εναγόμενη της οφείλει το ποσό των ( 1.80,00 - 450,00 = 630,00 Χ 9 μήνες =) 5.670,00 ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών, ήτοι συνολικώς για τα ως άνω χρονικά διαστήματα η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 27.817,61ευρώ για διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών.

Ότι, επίσης, με βάση τον οφειλόμενο κατά τις ανωτέρω ΣΣΕ και ΔΑ μισθό η ενάγουσα δικαιούται διαφορές επιδόματος δώρου Χριστουγέννων έτους 2006 ποσό 380,53 ευρώ, έτους 2007 431,11 ευρώ, έτους 2008 475,05 ευρώ, έτους 2009 508,65 ευρώ και έτους 2010 ποσό 630 ευρώ και συνολικά ποσό 2.425,34 ευρώ. Ότι επίσης για διαφορές επιδόματος Πάσχα των ετών 2006,2007,2008,2009 και 2010, η εναγομένη της οφείλει συνολικό ποσό 1.088,67 ευρώ και ότι για διαφορές αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας των ετών 2006,2007,2008,2009 και 2010 το ποσό των 3.498,46 ευρώ.

Κατόπιν αυτών, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται κατ' εφαρμογή των προεκτεθέντων ΣΣΕ και ΔΑ τα ανωτέρω ποσά και επικύρωσε κατά τα κεφάλαια αυτά την εκεί εκκαλουμένη που είχε κρίνει ομοίως. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ανωτέρω με αρ.7 ουσιαστικού δικαίου διατάξεις .Τούτο διότι, υπό τις διαλαμβανόμενες παραδοχές.

εσφαλμένα εφάρμοσε τις ανωτέρω κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ ετών 2006 ,2007 και ΔΑ2009 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των σχεδιαστών που δεν είχαν κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτικές αλλά και με ανεπαρκείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα καθόσον δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι η ενάγουσα εργαζόμενη και η εναγόμενη εργοδότρια ήταν μέλη των συμβαλλόμενων συνδικαλιστικών οργανώσεων στις ανωτέρω ΣΣΕ ή μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που μετείχαν στη διαιτητική διαδικασία έκδοσης της 27/2009 ΔΑ.

Επομένως, ο πέμπτος από τους αρ.1και 19 του άρθρου 559ΚΠολΔλόγος της αιτήσεως είναι βάσιμος. Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή.. 9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής.(ΚΠολΔ176,183,191).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 91/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ