Legislator Case Law & Legislation
823/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against third party but allows appeal regarding client fee compensation and remands case.

Case Number 823/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the second, third, fifth, and sixth defendants but allowed the appeal concerning client fee compensation. The court found that while the lower court considered the appellant's arguments, it incorrectly rejected them as unjust enrichment claims. Consequently, the decision was remanded to a new panel of the Athens Court of Appeal for further examination of the compensation issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 559, 580, 495, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible if the lower court failed to properly evaluate substantive arguments regarding unjust enrichment, requiring remand for re-examination of the compensation claim.

Keywords

AI generated
unjust enrichment client fee compensation remand for retrial admissibility of appeal civil procedure code new panel of judges legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1, 2 and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 823 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 823/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Δήμα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στο .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 4) Εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη με την επωνυμία "..."που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλεξάνδρα-Ελένη Μιχαλοπούλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 5) Γ. Τ., 6) Ν. Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 7) Α. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Δήμα και κατέθεσε προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η από 26/10/2014 αίτηση για αναίρεση της 5791/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν εισάγεται για τους υπό στοιχεία 2,3,5 και 6 αναιρεσίβλητους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2006 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσίβλητης, την από 9/1/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/5/2005 αγωγή των υπό στοιχεία 2-4 ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5421/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5791/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/10/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης, ανέγνωσε την από 6/5/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικος του τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος (διάδικος) κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή επιδόθηκε μεν αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται [για συζήτηση] με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα κάποιος απ’ αυτούς η συζήτηση, στη μεν περίπτωση της αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, σ’ αυτή δε της απλής (ομοδικίας) η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί μεν νομίμως ως προς τους νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντες, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. (ΑΠ 660/2014).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών και ενόψει αφενός της μη συνιστώσας παραίτηση από το δικόγραφο της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως-δηλώσεως της αναιρεσείουσας ότι δεν εισάγει την υπόθεση ως προς τους δευτέρα, τρίτη, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων" και αφετέρου της μη αποδεικνυόμενης από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας κλητεύσεως των παραπάνω αναιρεσιβλήτων εκ μέρους της επισπεύδουσας την παρούσα συζήτηση αναιρεσείουσας και εκ τρίτου του υφισταμένου μεταξύ όλων των αναιρεσιβλήτων (παρισταμένων και μη) δεσμού απλής ομοδικίας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως αναφορικά με τους παραπάνω, μη κλητευθέντες αναιρεσίβλητους, στους οποίους αφορά η "η περί μη εισαγωγής της υποθέσεως" δήλωση της αναιρεσείουσας και να χωρίσει η συζήτηση αυτής ως προς τους παρισταμένους, πρώτη και έβδομο, των αναιρεσιβλήτων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ.2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ.4 ν.3577/2007 προκύπτει ότι, ναι μεν δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή στις συμβάσεις "αποκλειστικής διανομής και εμπορικής παραγγελίας των διατάξεων του Π.Δ.219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων, όμως, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ/τος και στις συμβάσεις αυτές, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία και των επαγγελματιών αυτών δηλαδή του διανομέα και του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου, προσομοιάζει μ’ αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει όταν οι εν λόγω επαγγελματίες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες μ’ αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ.1 Π.Δ.219/91) και ειδικότερα α)να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασης τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή, αναλόγως, των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι’ αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασης τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη. (Ολ ΑΠ 15 και 16/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 3 έως και 8 του ΠΔ 219/1991, ως οι παρ. 4 και 8 αντικατεστάθησαν δια της παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του ΠΔ 312/1995 και η παρ. 4 δια του άρθρου 2 του ΠΔ 88/1994 ορίζεται ότι: "3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους. συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη.

Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων. 5. Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 6.

Εφόσον τα μέρη δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, η λήξη της προθεσμίας καταγγελίας πρέπει να συμπίπτει με το τέλος του ημερολογιακού μηνός. 7. Οι διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου αυτού.

Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος. 8. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων ".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του άνω διατάγματος, είναι αορίστου διαρκείας λύεται κατά πάντα χρόνο με την τήρηση όμως της άνω προθεσμίας, (τακτική καταγγελία), όταν δε είναι ορισμένου χρόνου λύεται ή με την πάροδον του ορισμένου χρόνου ή δια καταγγελίας, αλλά μόνο, αν συντρέχει σπουδαίος προς τούτο λόγος (έκτακτος καταγγελία).

Στην ορισμένου δηλαδή χρόνου σύμβαση ο σπουδαίος λόγος είναι προϋπόθεση για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της. καταγγελίας. Αν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος δεν επέρχονται οι έννομες συνέπειες αυτής (εκτάκτου καταγγελίας).

Ως αορίστου χρόνου θεωρείται η σύμβαση όταν από την αρχή δεν έχει τεθεί χρόνος λήξης αυτής, ή όταν έχει συναφθεί μεν ως ορισμένου χρόνου αλλά μετά την πάροδο του χρόνου αυτού εξακολουθεί χωρίς νέο καταληκτικό χρονικό προσδιορισμό. Επίσης, ως αορίστου χρόνου ισχύουσες συμβάσεις θεωρείται ότι είναι και οι λεγόμενες "αλυσιδωτές συμβάσεις".

Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι συμβάσεις, οι οποίες συνάπτονται για ορισμένο χρόνο και μετά με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο διαρκούν περαιτέρω για ένα χρονικό διάστημα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των συμβάσεων αυτών είναι ότι οι επόμενες συμβάσεις δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αλλά το ότι ο επιχειρηματίας στέλνει στον αντιπρόσωπο μία νέα έγγραφη σύμβαση, η οποία είναι ίδια με τη σύμβαση που έληξε ως προς την εξωτερική της διάρθρωση και στο κυρίως περιεχόμενο της.

Ο χωρισμός της ενιαίας και για μεγάλο χρονικά διάστημα υπάρχουσας συμβατικής σχέσης σε περισσότερες όμοιες η παρόμοιες συμβάσεις οδηγεί στην καταστρατήγηση των διατάξεων που αφορούν την καταγγελία. Για αυτό, τέτοιες αλυσιδωτές συμβάσεις, αντιμετωπίζονται ως αορίστου χρόνου συναπτόμενες συμβάσεις, στις οποίες βρίσκει εφαρμογή το άρθρο 8 του παραπάνω π.δ., που έχει ως αποτέλεσμα ότι η συμβατική σχέση δεν λήγει μετά τη λήξη της διάρκειας της και το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο θέλει να καταγγείλει τη συμβατική σχέση πρέπει να το κάνει με τήρηση των προθεσμιών που καθορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 8 ή χωρίς την τήρηση των προθεσμιών, σε περίπτωση που συντρέχουν οι λόγοι της παρ. 8 του ίδιου άρθρου.

Πάντως τόσον η σύμβαση ορισμένου χρόνου, όσον και η σύμβαση αορίστου χρόνου δύναται να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών, σε περίπτωση κατά την οποία ένα από τα μέρη παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών του υποχρεώσεων, όπως και στην περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων.

Η έννοια της διατάξεως είναι ότι, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος ή έκτακτες περιστάσεις επιτρέπεται η καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως και χωρίς την τήρηση των άνω προθεσμιών. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του ιδίου ως άνω ΠΔ 219/91 συνάγεται, ότι εκτός από την κατά το άρθρον 9 παρ. 1 εδ.

α αποζημίωση πελατείας ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται και αποζημίωση για την ανόρθωση πάσης περαιτέρω ζημίας, όπως ορίζεται στις διατάξεις του ΑΚ.

Συνεπώς ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται σωρευτικώς τόσο την αποζημίωση πελατείας, όσον και την αποζημίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτιος και παράνομος (αντισυμβατική) συμπεριφορά εκ μέρους του εντολέως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως η συμπεριφορά του αυτή, να έχει προκαλέσει και ζημία στον εμπορικό αντιπρόσωπο.

Η ζημία αυτή και όταν ακόμη συνίσταται σε διαφυγόν κέρδος (διαφυγούσες προμήθειες) δεν ταυτίζεται με τις αναφερόμενες εις το άρθρον 9 παρ. 1 εδ. α’ του ΠΔ 219/1991 "προμήθειες, που χάνει ο αντιπρόσωπος". Δηλαδή η προς ανόρθωση αυτή ζημία έχει την μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται, στις πάσης φύσεως προμήθειες και αμοιβές, τις οποίες θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορείας των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διαρκείας της συμβάσεως, αφαιρουμένων των εξόδων, τα οποία αυτός ενδεχομένως εξοικονόμησε από την πρόωρη λήξη της συνεργασίας του με τον αντιπροσωπευόμενο.

Στην περίπτωση, κατά την οποία δεν υπάρχει συμβατικώς καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, δηλαδή στην περίπτωση της συμβάσεως αορίστου διαρκείας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία μετά πιθανότητος και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, η οποία έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της και για την οποία έγινε λόγος (ΑΠ 4/15).

Περαιτέρω, κατά το άρθρον 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), ως και διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο, το οποίο προσδοκά κανείς μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, τα οποία έχουν ληφθεί.

Η διάταξη αυτή είναι δικονομικού χαρακτήρος μόνο καθ’ ο μέρος, προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους επιτρέπει στο δικαστήριο να αρκεσθεί μόνο στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά όμως η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος.

Για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία διώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα πρέπει, κατ’ άρθρον 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή, δεν είναι όμως ανάγκη να αναγράφεται εις την αγωγή ότι ο ενάγων δεν εξοικονόμησε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι τα περιστατικά αυτά ανάγονται στον καθορισμό του ύψους της ζημίας, ο οποίος γίνεται βάσει των αποδείξεων, μετά πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το εφετείο, εάν ίο ζήτημα του ύψους της αποθετικής ζημίας καταστεί αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης (ΑΠ Ολ 22/1995 ΑΠ 107/2003 ΑΠ 1457/1995).

Εν τούτοις τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, ως και οι ειδικές περιστάσεις, ως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ’ απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, τα οποία καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια, ως και η επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να καταστούν αντικείμενον αποδείξεως. (ΑΠ 1612/2002).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αρ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ ΑΠ 7/2006 και Ολ ΑΠ 4/2005). Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 179/2013, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 467/2013, ΑΠ 568/2013, ΑΠ 1258/2013).

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 1573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 1495/2009).

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερομένου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 880/2010, ΑΠ 1495/2009).

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από τα άρθρα 559 αρ.1 και 14 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση: α)κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 298, ΑΚ και 8 παρ.4 ΠΔ 219/91 απέρριψε ως μη νόμιμη την κατά των αναιρεσιβλήτων αγωγή αυτής ως προς το αίτημα της επιδικάσεως των διαφυγόντων κερδών [τα οποία με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε αυτή, για χρονικό διάστημα οκτώ άλλως πέντε ετών, αν δεν μεσολαβούσε η καταχρηστική και χωρίς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου γενομένη από την εντολέα (πρώτη αναιρεσίβλητο) καταγγελία των μετ’ αυτής (αναιρεσείουσα) καταρτισθεισών συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας (αρχικά) και αποκλειστικής διανομής (μεταγενέστερα)]...για το χρονικό διάστημα πέραν του εξαμήνου από την γενομένη καταγγελία (για την συμβάση αποκλειστικής διανομής) και του ενός μηνός (για τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας) και β)παρά το νόμο απέρριψε ως αόριστο το παραπάνω κονδύλιο κατά το μέρος που αυτό κρίθηκε νόμιμο (δηλαδή για το χρονικό διάστημα των εξ και ενός μήνα από την καταγγελία) παρόλο που η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων επέβαλε την αντίθετη κρίση.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του αγωγικού δικογράφου και της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι, η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2006 αγωγή της κατά των αναιρεσιβλήτων ισχυρίσθηκε ότι "με την πρώτη εναγομένη εταιρεία είχε συνάψει αρχικά το έτος 1994 σύμβαση αποκλειστικής διανομής και από το έτος 2003 σύμβαση αποκλειστικής αντιπροσώπευσης των προϊόντων της τελευταίας στην περιοχή των νομών της νήσου Κρήτης έναντι προμήθειας επί της αξίας των τιμολογίων πώλησης των προϊόντων.

Ότι η συνεργασία τους συνεχίσθηκε με τους αυτούς συμβατικούς όρους μέχρι 30/6/2005 με κατ’ έτος ανανεούμενες συμβάσεις που ρύθμιζαν κάθε φορά το ποσοστό προμήθειας και τη στοχοποίηση πωλήσεων. Ότι η ενάγουσα είχε εξάρτηση από αυτήν (πρώτη εναγομένη) καθόσον η διανομή των προϊόντων της τελευταίας στην περιοχή δικαιοδοσίας της αποτελούσε το 70% περίπου του ετήσιου τζίρου της και ότι τηρούσε με προσήλωση τους μεταξύ τους συμβατικούς όρους με αποτέλεσμα καθόλο το χρονικό διάστημα της μεταξύ τους συνεργασίας να αυξήσει το πελατολόγιο της εναγομένης.

Ότι η πρώτη εναγομένη συνήψε με τη δεύτερη εναγομένη - θυγατρική της οποίας είναι η τέταρτη εναγομένη η οποία έχει ως σκοπό την εποπτεία και το συντονισμό των δραστηριοτήτων όλων των θυγατρικών του ομίλου στην Ευρώπη, μέλος των οποίων αποτελεί και η πέμπτη εναγομένη δραστηριοποιούμενη στην ελληνική αγορά - την από 7/10/2004 σύμβαση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων ήτοι των ...

σημάτων και της περιλαμβανομένης φήμης και της πελατείας τους ενώ με την έτερη με ίδια ημερομηνία σύμβαση "προμήθειας" μεταξύ της τέταρτης και της πρώτης εναγομένης, η τελευταία ανέλαβε να παρασκευάζει για λογαριασμό της τέταρτης και κατ’ επέκταση της πέμπτης εναγομένης τα απορρυπαντικά των πωληθέντων σημάτων και άλλων σημάτων του ομίλου.

Ότι η εν λόγω σύμβαση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων συνιστά συγκέντρωση κατά την έννοια του άρθρου 4 ν. 703/77 ενώ η σύμβαση προμήθειας αντίκειται στις διατάξεις περί ανταγωνισμού και στο άρθρο 81 ΣυνθΕΚ και είναι παράνομες και ως εκ τούτου, άκυρες ως αντικείμενες στις διατάξεις περί ανταγωνισμού, παρά τη γνωστοποίηση τους και την εσφαλμένη κατά την ενάγουσα έγκριση τους από την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Συνέπεια δε και ως επακόλουθο αυτών των συμβάσεων ήταν ότι η πρώτη εναγομένη με την από 10/5/2005 επιστολή της απευθυνόμενη στην ενάγουσα κατήγγειλε τη μεταξύ τους ως άνω σύμβαση αποκλειστικής διανομής και αντιπροσωπείας η οποία λόγω της καταγγελίας έληξε στις 30/6/2005, οπότε και τα παραπάνω σήματα ενσωματώθηκαν στο χαρτοφυλάκιο της δεύτερης εναγομένης.

Ότι η καταγγελία αυτή έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο, αντισυμβατικά και χωρίς να τηρήσει την επιβαλλόμενη από το νόμο προθεσμία προμήνησης, δεδομένου ότι η μεταξύ τους συνεργασία κατόπιν των αλυσιδωτών ανανεώσεων είχε καταστεί αορίστου χρόνου. Ζήτησε δε 1) να αναγνωρισθεί ότι...2)να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλλουν στην ενάγουσα το ποσό των 6.119.488,59 ευρώ άλλως 3.966.134,69 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής ως αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από απώλεια διαφυγόντων κερδών και ως χρηματική της ικανοποίηση και 3) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 703.096,85 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας και για την αποκατάσταση της ζημίας της από αναπόσβεστη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε για την εξυπηρέτηση των συμβάσεων διανομής και αντιπροσωπείας με την πρώτη εναγομένη.

Συγκεκριμένα αναλυόμενών των κονδυλίων η ενάγουσα ζήτησε Α) την επιδίκαση ποσού 546.737,43 ευρώ άλλως 291.878,23 ευρώ που θα απωλέσει λόγω καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής αντιπροσωπείας και το οποίο μετά βεβαιότητας και σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε κατά τα επόμενα οκτώ άλλως πέντε χρόνια διάρκειας της συμβάσεως αυτής.

Επίσης την επιδίκαση ποσού 3.031.652,19 ευρώ άλλως 1.618.461,11 ευρώ που θα απωλέσει λόγω της καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής και το οποίο μετά βεβαιότητας και σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε κατά τα επόμενα οκτώ άλλως πέντε χρόνια διάρκειας της συμβάσεως αυτής καθώς και ποσό 1.041.098,97 ευρώ άλλως ποσό 555.795,35 ευρώ που θα αποκέρδαινε στην επόμενη οκταετία άλλως πενταετία διάρκειας της σύμβασης από τα κιβωτιακά bonus.

Β) την επιδίκαση ποσού 340.742,45 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας, αφού η πελατεία αυτής αυξήθηκε με ενέργειες της ενάγουσας και η πρώτη εναγομένη διατηρεί τα οφέλη αυτά. Γ) την επιδίκαση ποσού 362.354,4 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη από τη δαπάνη κατασκευής νέων κτιριακών εγκαταστάσεων προς καλύτερη εξυπηρέτηση και αποθήκευση των προϊόντων της εναγομένης, μετά από υπόδειξη της τελευταίας και με κίνητρο την περαιτέρω και για πολλά ακόμη χρόνια συνέχιση της μεταξύ τους κερδοφόρας εμπορικής συνεργασίας.

Δ) την επιδίκαση ποσού 1.500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξ αιτίας της αντισυμβατικής και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης η οποία κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση χωρίς να τηρήσει την προθεσμία προμήνυσης, και παραβλέποντας το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε επενδύσει σε αυτή τη συνεργασία.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία την απέρριψε κατά το περί επιδικάσεως διαφυγόντων κερδών ως άνω αίτημα αφενός ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά το αναφερόμενο στο πρώτο, μετά την καταγγελία, εξάμηνο και μηνιαίο χρονικό διάστημα και αφετέρου ως μη νόμιμη κατά την αξίωση του υπολοίπου χρονικού διαστήματος, δεχόμενο τα παρακάτω: "όπως προαναφέρθηκε η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου [και για την ταυτότητα του νομικού λόγου] και του αποκλειστικού διανομέα, προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας για τα διαφυγόντα κέρδη σε περίπτωση υπαίτιας και παράνομης αντισυμβατικής συμπεριφοράς εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου, συνίσταται, επί συμβάσεως ορισμένου χρόνου στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της συμβάσεως, επί δε συμβάσεως αορίστου διαρκείας, όπως στην ένδικη περίπτωση, στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί αυτός, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία η οποία πρέπει να τηρηθεί κατά τις διατάξεις του διατάγματος αυτού για την καταγγελία της και η οποία, στην προκειμένη περίπτωση και υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, είναι εξάμηνος για την επικαλούμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής και ενός μήνα για τη σύμβαση της αντιπροσωπείας.

Το αιτούμενο όμως ως άνω κονδύλιο αναφέρεται σε χρονικό διάστημα οκτώ και επικουρικά πέντε ετών από την καταγγελία, οπότε ως προς το πλέον των έξι μηνών και ενός μήνα χρονικό διάστημα είναι μη νόμιμο ως προς τη βάση από την σύμβαση. Περαιτέρω δε το εναπομείναν είναι αόριστο καθόσον καθίσταται αδύνατος ο προσδιορισμός του ύψους των φερόμενων ως απολεσθέντων διαφυγόντων κερδών, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα του εξαμήνου ή μήνα από την καταγγελία, το οποίο δεν μπορεί να εξευρεθεί με τη διαίρεση του συνολικά αιτουμένου ποσού με τον αριθμό των μηνών του όλου χρονικού διαστήματος (μέσος όρος), αφού είναι ενδεχόμενο στο χρονικό αυτό διάστημα (του εξαμήνου ή μήνα από την καταγγελία) να αντιστοιχούν διαφυγόντα κέρδη υψηλότερα του αναλογούντος μέσου όρου.

Εξάλλου δεν προσδιορίζονται στην αγωγή τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αξίωση και συγκεκριμένα περιστατικά, ούτε αναφέρονται ειδικές περιστάσεις και τυχόν ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα καθιστώντα πιθανό το φερόμενο ως απολεσθέν κέρδος, για την πληρότητα του οποίου δεν επαρκεί "η επίκληση ότι "αν δεν είχε χωρίσει η καταγγελία της σύμβασης η ενάγουσα θα αποκόμιζε ως καθαρό κέρδος το ίδιο ποσό το οποίο είχε αποκομίσει κατά το τελευταίο έτος πριν την "καταγγελία, προσαυξανόμενο με ένα αυθαίρετο ποσοστό 10% που υπολογίζει η ενάγουσα", αφού αυτό τελεί υπό την προϋπόθεση της πραγματοποίησης από την ενάγουσα προς τους πελάτες της μετά την καταγγελία πωλήσεων των ίδιων προϊόντων και του ιδίου συνολικά τμήματος με αυτές πριν την καταγγελία, για την αιτιολόγηση της πιθανής κατάρτισης του όμως η ενάγουσα δεν επικαλείται κανένα προπαρασκευαστικό μέτρο, περιστατικό ή περίσταση".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά απέρριψε, ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο των διαφυγόντων κερδών του πέραν του εξαμήνου και μήνα, χρονικού διαστήματος από την καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων ύστερα από ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 ΠΔ 219/91, 281, 288, 297, 298, 361, 330, 914, 919 ΑΚ, 1 του ν. 146/1914, 2α του ν. 703/1977, 4 παρ. 2, 8 παρ. 4, 9 παρ.1γ του π.δ. 219/1991, στις οποίες, (με βάση το ιστορικό της αγωγής) επιχειρείται η στήριξη τόσο της ενδοσυμβατικής όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, με την επίκληση, (για την τελευταία περίπτωση) κατά διαδοχική σειρά, την άκαιρη και καταχρηστική καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της επίμαχης σύμβασης, που έγινε με το σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού για την υφαρπαγή της πελατείας που η ενάγουσα δημιούργησε και την εκτόπισή της από την αγορά, τον παράνομο και καταχρηστικό χαρακτήρα της καταγγελίας, λόγω συνδρομής των όρων του άρθρου 919 ΑΚ και λόγω παραβίασης της διάταξη του άρθρου 2α του ν. 703/1977, ενόψει της καταχρηστικής εκμετάλλευσης εκ μέρους της εναγομένης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης με την αιφνίδια και αδικαιολόγητη καταγγελία και τη διακοπή της μακροχρόνιας εμπορικής σχέσης της με την ίδια, αφού, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σχετική μείζονα σκέψη η πιο πάνω αξίωση αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη είτε από τη σύμβαση είτε από αδικοπραξία, εφόσον έχει ως αναγκαίο ιστορικό υπόβαθρο την καταγγελία, εκ μέρους της εναγομένης της ένδικης σύμβασης περιορίζεται, μόνο στο χρονικό διάστημα ενός εξαμήνου ή μήνα αντίστοιχα από την καταγγελία. (Ad hoc ΑΠ 4/2015) και τούτο ενόψει του ότι ναι μεν ο διανομέας, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής από τον εντολέα, δικαιούται να ζητήσει και περαιτέρω αποζημίωση για την προκληθείσα θετική και αποθετική περιουσιακή ζημιά, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, πλην όμως, εφόσον κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση αυτή, ως αόριστης διάρκειας, λύεται ελευθέρως, κατά πάντα χρόνο, με την τήρηση απλώς της εξάμηνης προθεσμίας, χωρίς η παράβαση της σχετικής διάταξης να συνιστά αδικοπραξία, η αποθετική ζημιά της ενάγουσας διανομέως δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτή θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της πιο πάνω προθεσμίας από την εξακολούθηση λειτουργίας της σύμβασης και πέραν του εξαμήνου, αφού η καταγγελία, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού, δεν είναι άκυρη.

Επίσης, ορθώς απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το μέρος που, κατά τα προεκτεθέντα, κρίθηκε νόμιμη με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή επάλληλη αιτιολογία αφενός της, εξαιτίας της κατά τα άνω απορρίψεως ως νομικά αβασίμου του κονδυλίου διαφυγόντων κερδών για το πέραν του εξαμήνου χρονικού διαστήματος, προκύπτουσας αδυναμίας προσδιορισμού του ανακριβούς ύψους των φερομένων ως απωλεσθέντων, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα διαφυγόντων κερδών και αφετέρου της ελλείψεως προσδιορισμού των ληφθέντων προπαρασκευαστικών μέτρων τα οποία καθιστούν πιθανό το φερόμενο ως απωλεσθέν κέρδος απορριπτομένων συνακολούθως, ως αβασίμων των προβαλλομένων με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτιάσεων.

Από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ. 219/1991 συνάγεται ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιεικείας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά την λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννεσης της απαίτησης του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος - διανομέας (ΑΠ 355/15..) χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητα του σχετικού αιτήματος ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε αυτός καθώς και των παλαιών (πελατών) των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς ούτε τέλος το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς (ΑΠ 4/15, ΑΠ 355/15 ΑΠ 176/2010).

Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ’ αυτούς. Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι’ αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.

Κριτήρια, τέλος, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.

ΑΠ 16/2013, ΑΠ 246/14 ΑΠ 1419/2014, ΑΠ 1994/2014).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστη, κηρύσσοντας το σχετικό απαράδεκτο, την ένδικη κατά των αναιρεσιβλήτων αγωγή αυτής ως προς το περί επιδικάσεως της από τη διάταξη του άρθρου 9 π.δ.219/91 προβλεπομένης αποζημιώσεως πελατείας αίτημα παρά τη διαλαμβανόμενη στο αγωγικό δικόγραφο επίκληση όλων των, από την παραπάνω διάταξη, των απαιτουμένων, για την κατ’ αρθρ.216 ΚΠολΔ δικονομική πληρότητα της σχετικής αξιώσεως, προϋποθέσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η ενάγουσα προς θεμελίωση του περί επιδικάσεως αποζημιώσεως πελατείας αιτήματος ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι "Η πρώτη εναγόμενη εταιρία υποχρεούται να καταβάλει στην εταιρία μας ως αποζημίωση πελατείας για τη σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής αντιπροσωπείας το ποσό των 54.929,91 € σύμφωνα με το άρθρο ΠΔ 219/91 καθότι η εταιρία μας κατά τη διάρκεια της πάνω των 2,5 ετών συνεργασίας προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της με τους υπάρχοντες πελάτες (όπως εκτίθεται αναλυτικά παραπάνω), ενώ η δικαιοδόχος αυτής (όμιλος της δεύτερης εναγομένης) διατηρεί και θα διατηρήσει ουσιαστικά οφέλη από την κάρπωση της πελατείας αυτής τουλάχιστον για πολλές δεκαετίες.

Εξάλλου η πρώτη εναγόμενη ως πραγματικό κύριος των σημάτων των μεταβιβαζομένων σημάτων εισέπραξε και εύλογη αποζημίωση για την πελατεία αυτή. Ομοίως η πρώτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει αποζημίωση πελατείας και για τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής η οποία ανέρχεται στο ποσό των 285.842,54 €. Τη νομική βάση αποτελεί και πάλι το άρθρο 9 ΠΔ 219/91 το οποίο εφαρμόζεται εδώ αναλογικά όπως εκτέθηκε παραπάνω.

Η πελατεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής είναι σταθερή πελατεία (οι πελάτες αγόρασαν επανειλημμένα το τελευταίο της συνεργασίας έτος), είναι όλοι νέοι πελάτες που έφερε η εταιρία μας, και η δικαιοδόχος της πρώτης και δεύτερης εναγόμενης θα διατηρήσει και αποκομίσει όλα τα οφέλη μετά την παράνομη καταγγελία της σύμβασης, η εταιρία μας ήταν ενταγμένη στο σύστημα διάθεσης και διανομής της εναγόμενης, ήτοι ακολουθούσε οδηγίες για την διαφήμιση των προϊόντων και μεθόδους μάρκετινγκ και βεβαίως όσον αφορά την παρουσίαση και προώθηση των προϊόντων." Επί της αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, μετ’ απόρριψη του σχετικού λόγου της ασκηθείσας απ’ αυτήν (ενάγουσα) εφέσεως κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου αποφάσεως (5429/2009 Π.Πρ.

Αθηνών) απέρριψε την αγωγή κατά το παραπάνω περί αποζημιώσεως πελατείας αίτημα ως αόριστη δεχόμενη ότι: "όσον αφορά το κεφάλαιο με το οποίο ζητείται η επιδίκαση στην ενάγουσα ποσού ως οφειλομένη, με βάση την, αναλογικά εφαρμοζόμενη, διάταξη του άρθρου 9 ΠΔ 219/1991, αποζημίωση πελατείας λόγω λύσεως της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής και αντιπροσωπείας είναι απορριπτέο ως αόριστο καθόσον δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή περιστατικά καθιστώντα εφαρμόσιμη την επικαλούμενη ως άνω διάταξη της εμπορικής αντιπροσωπείας και ειδικότερα δεν προσδιορίζεται σ’ αυτή ούτε εάν η ενάγουσα εισέφερε (και με την ιδιότητα του αντιπροσώπου ή του διανομέα) νέους πελάτες και ποιους στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένη, ούτε εάν (αυτή) συνέβαλε και με ποιο τρόπο στην επέκταση της πελατείας της (ούτε εξειδικεύονται κατά τρόπο συγκεκριμένο, κατ’ είδος και ποσό τα οφέλη τα οποία διατηρεί η εναγομένη μετά τη λύση της επικαλούμενης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που απορρέουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες της ενάγουσας ως αντιπροσώπου ή διανομέα....".

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε παρά το νόμο, ως αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς το περί επιδικάσεως της από τη διάταξη του άρθρου 9 Π.Δ.219/91 προβλεπόμενης αποζημιώσεως πελατείας αίτημα αυτής καθόσον από την προδιαληφθείσα παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι, διαλαμβάνεται σ’ αυτό η επίκληση όλων των, από την παραπάνω διάταξη, απαιτουμένων και στη σχετική μείζονα σκέψη αναφερομένων για την κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα αυτού προϋποθέσεων και ειδικότερα τόσο της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες όσο και της διατήρησης από την εντολέα - αντιπροσωπευομένη αναιρεσίβλητη των ουσιαστικών ωφελειών που προκύπτουν από τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της συμβάσεως καθώς και του προσδιορισμού του μέσου ετησίου όρου των εισπραχθεισών, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, από την αναιρεσείουσα αμοιβών (βλ.

αναλυτικό προσδιορισμό αυτών στις σελ.29 33 αγωγής) με την περαιτέρω επίκληση ότι η αιτουμένη να επιδικαστεί αποζημίωση πελατείας είναι δίκαιη, για την οποία (πληρότητα) δεν είναι αναγκαίος ούτε ο ονομαστικός προσδιορισμός των νέων πελατών ή των παλαιών των οποίων οι υποθέσεις προωθήθηκαν σημαντικά ούτε το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε η αντιπροσωπευομένη αναιρεσίβλητη μετά τη λύση της συμβάσεως από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα της αναιρεσείουσας (ΑΠ 1320/14, ΑΠ 734/2011), όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, δεκτής γενομένης, συνακολούθως, της σχετικής, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ αιτιάσεως.

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά το περί επιδικάσεως αναπόσβεστων δαπανών (ύψους 362.354 ευρώ), αίτημα δεχθείσα "την έλλειψη εξειδικεύσεως των προσδιοριστικών της φερομένης ως γενομένης συνολικής επενδύσεως (ποσού 647.061€) [μέρος της οποίας, αποτελεί το αιτούμενο, ως αναπόσβεστη δαπάνη ποσό ως άνω ποσό] στοιχείων παρόλο που τα τελευταία διαλαμβάνονταν λεπτομερώς στο αγωγικό δικόγραφο).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα - ενάγουσα για τη θεμελίωση του προβαλλομένου ως άνω αιτήματος ισχυρίστηκε τα παρακάτω: "Η ενάγουσα ακολουθώντας τις παροτρύνσεις της πρώτης εναγόμενης αγόρασε το Νοέμβριο 2001 οικόπεδο εκτάσεως 4 στρεμμάτων στην περιοχή ...

Κρήτης αξίας 275.000 €, όπου κατασκεύασε αποθηκευτικό -διανεμητικό κέντρο επιφάνειας 820 τμ και 180 τμ γραφεία εξοπλισμένα με έπιπλα SATO και κομπιούτερ, εκτυπωτές κ.λπ. Ακόμη αγόρασε ένα νέο IX φορτηγό αυτοκίνητο (από πρώτο χέρι μεταχειρισμένο, αλλά σε άριστη κατάσταση), αξίας 14.598,96, ήτοι το με αριθ. ... κυκλοφορίας αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES, καθώς και ένα κλαρκ με χρηματοδοτική μίσθωση, Η επενδυτική αυτή δαπάνη που ολοκληρώθηκε περί τον Ιούνιο/Ιούλιο 2003 αναλύεται παρακάτω και ανέρχεται συνολικά στο ποσό των 647.061,48 €.

Μια επένδυση της παραπάνω φύσης (σε πάγιες εγκαταστάσεις) αποσβήνεται σύμφωνα με τους κανόνες της λογιστικής και την κοινή πείρα σε τουλάχιστον δέκα χρόνια από την ολοκλήρωση της επένδυσης. Στην υπό κρίση περίπτωση η επένδυση θα αποσβηνόταν τον Ιούνιο 2013. Με δεδομένο ότι παρήλθαν από την ολοκλήρωση μόνο δύο έτη, εναπομένουν ακόμη 8 έτη για την απόσβεση της επένδυσης.

Για τον προσδιορισμό της αναπόσβεστης δαπάνης λόγω της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής συνεργασίας πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο τζίρος της πρώτης εναγόμενης κάλυπτε το 70 % του συνολικού ετήσιου τζίρου της εταιρείας μας και άρα η αναλογία του αποσβεστέου ποσού που βαρύνει την πρώτη εναγόμενη ανέρχεται στο ποσό των 647.061,48 6 Χ 70% = 452.943 €. Το εν λόγω ποσό των 452.943 € θα αποσβηνόταν, αν δεν καταγγελλόταν παράνομα η σύμβαση συνεργασίας σε 10 χρόνια (μέχρι το 2013) και κατά το ποσό των 452.943:10 = 45.294,3 € ετησίως. Με δεδομένο ότι μέχρι την παράνομη καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής συνεργασίας παρήλθαν δύο έτη και άρα αποσβέστηκαν μόνο 2 Χ 45.294,3 € = 90.588,6 €, παραμένει ακόμη αναπόσβεστο το ποσό των 8 έτη Χ 45.294,3 € = 362.354,4 €. To ποσό αυτό οφείλεται και πρέπει να καταβληθεί στην εταιρία μας.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία μετ’ απόρριψη του σχετικού λόγου της ασκηθείσας απ’ αυτήν (αναιρεσείουσα) εφέσεως κατά της ομοίως αποφηναμένης ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως απέρριψε το κονδύλιο αυτό [κατ’ αμφότερες τις επιχειρούμενες προς θεμελιώσεις του (επί της ενδοσυμβατικής και της αδικοπρακτικής ευθύνης) με την αιτιολογία ότι "το κονδύλιο αυτό των αναπόσβεστων δαπανών πάσχει αοριστίας για το λόγο ότι δεν εξειδικεύονται τα αιτούμενα κονδύλια ήτοι δεν προσδιορίζεται το έργο κατά μέγεθος, ποιότητα, ποσότητα υλικών αλλά γίνεται επίκληση αριθμών τιμολογίων".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν παράλειψε, παρά το νόμο, να απορρίψει ως αόριστη την αγωγή κατά το περί αναπόσβεστων δαπανών ως άνω αίτημα δεχθείσα, ορθώς, έλλειψη της κατ’ αρθρ.216 ΚΠολΔ, απαιτουμένης για την πληρότητα αυτού εξειδίκευσης των προσδιοριστικών της αιτούμενης ζημίας στοιχείων για την οποία (πληρότητα) δεν εξαρκεί ούτε η περιγραφή του τύπου "σιδηροκατασκευασμένες αξίας 76.700 ευρώ...οικοδομικά υλικά αξίας 223.735 €...δάπεδα αξίας 8243,25€ οικοδομικά αξίας 8516 € κ.λπ., ούτε η παραπομπή στα αναγραφόμενα στο αγωγικό δικόγραφο τιμολόγια, ενόψει του ότι δεν είναι δυνατή η θεραπεία της αοριστίας με παραπομπή σε έγγραφα εκτός της αγωγής, ούτε τέλος, η επίκληση ότι "η επένδυση της παραπάνω φύσης (σε πάγιες εγκαταστάσεις) αποσβήνεται σύμφωνα με τους κανόνες της λογιστικής και της κοινής πείρας σε διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών από την ολοκλήρωση της επένδυσης" χωρίς αναφορά των επικαλουμένων κανόνων [της λογιστικής] και των διδαγμάτων [της κοινής πείρας] στα οποία επιχειρείται να θεμελιωθεί η περί του χρόνου αποσβέσεως της γενομένης δαπάνης (επένδυσης) επίκληση.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη ν ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ558/2008).

Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ2102/2007, ΑΠ 2068/2007), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ ΑΠ 11/96, ΑΠ 1434/10 ΑΠ 148/2009).

Κατ’ ακολουθίαν αυτών η περαιτέρω, δια του ιδίου ως άνω (τρίτου), κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγου προβαλλομένη, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έβαλε υπόψη τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο θεμελιωτικά στοιχεία των παραπάνω συρρεουσών αδικοπρακτικών βάσεων που θεμελιώνουν το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως για την προκληθείσα από την καταχρηστική και αντικείμενη στα χρηστά ήθη καταγγελία της αναιρεσίβλητης των μεταξύ τους λειτουργησάντων συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής", κρίνεται απορριπτέα λόγω αοριστίας, απορρέουσας από τη μη επίκληση του πλήρους και ακριβούς περιεχομένου του αναφερομένου στη θεμελίωση του εν λόγω αιτήματος σχετικού κεφαλαίου του αγωγικού δικογράφου η οποία δεν αίρεται από την διαλαμβανομένη στο αναιρετήριο παραπομπή "στις σελ.37-40 και 93 της αγωγής στις οποίες γίνεται η οικεία αναφορά στις αθέμιτες πράξεις που προέβησαν οι αναιρεσίβλητοι..." και η οποία καθιστά ανέφικτο τον έλεγχο της προσβαλλομένης αιτιάσεως ως προς τη νομική βασιμότητα αυτής καθόσον δεν είναι δυνατή η διαπίστωση (χωρίς την ανάγκη προσφυγής στο αγωγικό δικόγραφο) του αν οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμοί είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας ή απλώς διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο δικόγραφο προς θεμελίωση της προσβαλλομένης αιτιάσεως ανεξάρτητα της ουσιαστικής αβασιμότητας αυτής ως προς τα παρακάτω φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη και δηλωτικά της καταχρηστικότητας της γενομένης καταγγελίας αποτελούντα περιστατικά ότι "αυτή έλαβε χώρα σε χρόνο που δεν είχαν αποσβεστεί οι επενδύσεις παρά μόνο σε 20% ήταν ξαφνική η ενάγουσα προσδοκούσε σε λειτουργία της σύμβασης μέχρι να αποσβεστούν οι δαπάνες..." αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και ιδίως από τις παραδοχές αυτής ότι "μόνο η επίκληση από την ενάγουσα της καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων ως απόρροια της μεταξύ των εναγομένων συναφθεισών συμβάσεων μεταβίβασης των σημάτων της πρώτης εναγομένης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ενάγουσας σε περίοδο που η τελευταία είχε επενδύσει, πιστεύοντας στη συνέχιση της συνεργασίας δεν ήταν αθέμιτες ενέργειες ούτε έρχονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη" προκύπτει ότι αυτή (προσβαλλομένη απόφαση) έλαβε υπόψη και τα προταθέντα ως άνω "πράγματα" αλλά τα απέρριψε ως μη δυνάμενα να καταστήσουν ορισμένη την θεμελίωση του παραπάνω αιτήματος στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει απορριπτομένων ως αβασίμων των προβαλλομένων με τους λοιπούς (πλην του δεύτερου) αναιρετικούς λόγους αιτιάσεων να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο παραπάνω, από το άρθρ. 559 αρ.14 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το αναφερόμενο στην αποζημίωση πελατείας κεφάλαιο αυτής και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση (κατά το εν λόγω κεφάλαιο) στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ.580 παρ. 3 ΚΠολΔ) διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τους δευτέρα, τρίτη, πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 5791/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στην αποζημίωση πελατείας κεφάλαιο αυτής .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, (κατά το παραπάνω κεφάλαιο) στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους παρισταμένους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ