Supreme Court dismisses appeal on collective agreement clauses failing to override mandatory severance cap laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding severance pay caps. The plaintiffs argued that collective bargaining agreements should override statutory limits on termination compensation, but the court held that mandatory legal provisions prevail over contractual terms. Consequently, the appeal was rejected, and the plaintiffs were ordered to bear the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173/1967 and 33 of Law 1876/1990; Collective agreement clauses cannot override mandatory statutory limits on severance pay.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 823 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 823/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1) Κ. Ι. Σ., κατοίκου ..., 2) Ν. Λ., κατοίκου ..., 3) Ε. Θ. Ξ.-Κ., κατοίκου ..., 4) Β. Γ. Μ., κατοίκου ..., 5) Θ. Α. Π., κατοίκου ..., 6) Ε. Γ. Κ., κατοίκου ..., 7) Κ.
Γ. Α., κατοίκου ..., 8) Ε. Ε. Τ., κατοίκου ..., 9) Α. Δ. Β., κατοίκου ..., 10) Π. Δ. Κ., κατοίκου ..., 11) Ε. Δ. Γ., κατοίκου ..., 12) Α. Χ. Ν., κατοίκου ..., 13) Α. Σ. Β., κατοίκου ..., 14) Γ. Χ. Κ., κατοίκου ..., 15) Τ. Ν. Μ.-Χ., κατοίκου .... Συμπληρώνεται το επίθετο και με το Χ., 16) Θ. Α. Κ., κατοίκου ..., 17) Γ. Ν. Π., κατοίκου ..., 18) Ε. Γ. Γ., κατοίκου ..., 19) Σ. Θ. Μ., κατοίκου ..., 20) Ν.
Σ. Μ., κατοίκου ..., 21) Α. Γ. Σ., κατοίκου ..., 22) Ι. Ν. Ξ., κατοίκου ..., 23) Ν. Α. Ν., κατοίκου ..., 24) Χ. Κ. Σ., κατοίκου ..., 25) Δ. Γ. Κ., κατοίκου ..., 26) Χ. Α. Π., κατοίκου ..., 27) Ε. Ν. Ξ., κατοίκου ..., 28) Δ. Κ. Γ., κατοίκου ..., 29) Σ. Δ. Κ., κατοίκου ..., 30) Ν. Γ. Ε., κατοίκου ..., 31) Γ. Β. Π., κατοίκου .... Διορθώνεται στο ορθό Π., 32) Γ. Λ. Σ., κατοίκου ..., 33) Γ. Ε.
Ο., κατοίκου ..., 34) Γ. Χ. Τ., κατοίκου ..., 35) 1, κατοίκου ..., 36) Π. Κ. Σ., κατοίκου .... Διορθώνεται στο ορθό Σ., 37) Σ. Α. Π., κατοίκου ..., 38) Ι. Ι. Μ., κατοίκου ..., 39) Α. Κ. Μ., κατοίκου ..., 40) Ι. Π. Ν., κατοίκου ..., 41) Κ. Π., κατοίκου ..., 42) Ζ. Γ. Μ., κατοίκου ..., 43) Γ. Δ., κατοίκου ..., 44) Χ. Α. Κ., κατοίκου ..., 45) Ε. Κ. Π., κατοίκου ..., 46) Κ. Ε. Β., κατοίκου ....
Διορθώνεται στο ορθό Β., 47) Ν. Ζ., κατοίκου ..., 48) Χ. Δ. Ο., κατοίκου ..., 49) Δ. Ι. Λ., κατοίκου ..., 50) Β. Θ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρακώστα πλην του 40ου και ο οποίος δήλωσε ότι: στη 15η εκτός από Μ., συμπληρώνεται το επίθετο και με το Χ., στον 31ο από Π. διορθώνεται στο ορθό Π., στον 36ο από Σ.
διορθώνεται στο ορθό Σ., στον 46ο από Β. διορθώνεται στο ορθό Β..
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Νομικού Πρόσωπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ-ΕΑΣ" που νόμιμα εκπροσωπείται υπό του "Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών -ΟΑΣΑ" -ΝΠΙΔ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κουμουτσάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/9/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1665/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 2460/1999 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2000 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 589/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 12 Μαϊου 2005 κλήση.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 26 Ιανουαρίου 2001 έκθεσή του Αρεοπαγίτη Θεόδωρου Παπαγιαννάκη ο οποίος έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, σύμφωνα με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 2460/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1, 2, 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου αν δεν εμφανισθούν ορισμένοι από τους διαδίκους, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν οι απολειπόμενοι κλήτευσαν όλους τους λοιπούς διαδίκους, ή αν οι τελευταίοι κλήτευσαν τους απολειπομένους. Αν δεν αποδεικνύεται τέτοια κλήτευση κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες 6349, 6350, 6353 και 6354/13-10-2005 εκθέσεις επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας Ε. Κ. - Φ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 2/3/2000 αναιρέσεως και της από 12/5/2005 κλήσεως για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των λοιπών αναιρεσειόντων, στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τους αγνώστου διαμονής αναιρεσείοντες Ν. Λ. και Ι. Ν. κατ' άρθρ. 134, 135 Κ.Πολ.Δ. ενώ συγχρόνως δημοσιεύθηκε περίληψη των κοινοποιηθέντων δικογράφων στις εκδιδόμενες στην Αθήνα ημερήσιες εφημερίδες ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΩΡΑ και ΕΣΤΙΑ (αριθ. φύλλων 7461/14-10-2005 και 37309/15-10-2005). Επομένως αφού οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την άνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Επειδή, κατά το άρθρ. 1 παρ. 1α του Ν. 2078/1992 η Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (Ε.Α.Σ.) που συστάθηκε με το ν. 588/1977 "περί οργανώσεως των Αστικών Συγκοινωνιών Πρωτευούσης και άλλων τινών διατάξεων" (ΦΕΚ 148 Α) διαλύεται δέκα (10) ημέρες μετά την δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και τίθεται υπό εκκαθάριση κατά τις διατάξεις του ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών, όπως ισχύει και το, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή εντολής, προσωπικό της απολύεται και αποζημιώνεται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις".
Κατά τον χρόνον, μετά την πάροδο δεκαημέρου από την δημοσίευση του νόμου αυτού, με την ως άνω διάταξη του οποίου, δεν εξειδικεύεται η οφειλομένη στο απολυόμενον προσωπικό αποζημίωση, είτε ευθέως, είτε δια παραπομπής σε συγκεκριμένη διάταξη ετέρου νόμου, ίσχυαν τόσο οι ν. 2112/1920 και 3198/1955, όσον και ο αν. ν. 17311967 και το ν.δ. 618/1970.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του ν.δ. 618/1970, τα υπό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ.6 και 3 του αν. ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν σε κάθε περίπτωση οφειλομένης κατά γενική ή ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού ή σύμβασης αποζημίωσης στους αποχωρούντες ή απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτες του Δημοσίου, των Τραπεζών και επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή των επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων, οι οποίοι συνδέονται με αυτά με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καταργουμένης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.
Με το άρθρο 12 του ν. 558/1977 "Περί οργανώσεως των Αστικών Συγκοινωνιών Πρωτευούσης και άλλων τινών διατάξεων" ορίζονται τα εξής : 1. Ιδρύεται Νομικόν Πρόσωπον Ιδιωτικού Δικαίου υπό την επωνυμίαν "Επιχείρησις Αστικών Συγκοινωνιών (Ε.Α.Σ.) εδρεύον εν Αθήναις, 2. Η Ε.Α.Σ. αποτελεί δημοσίαν επιχείρησιν, λειτουργούσαν χάριν του δημοσίου συμφέροντος, εφαρμόζει τας αρχάς της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται υπό των διατάξεων της περί ανωνύμων εταιρειών νομοθεσίας, εκτός αν άλλως ορίζεται εις τον παρόντα νόμον και τα προς εκτέλεσιν τούτου εκδιδόμενα Προεδρικά διατάγματα.
Η Ε.Α.Σ. ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ελληνικόν Δημόσιον και τελεί υπό την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργού Συγκοινωνιών, κατά τα εν τω παρόντι οριζόμενα. 3. Σκοπός της Ε.Α.Σ. είναι η δια λεωφορείων εξυπηρέτησις συγκοινωνιακών αναγκών της περιοχής Αθηνών - Πειραιώς και Περιχώρων ... Με το άρθρο δε 13 ορίζονται τα της συστάσεως και καταβολής εξ ολοκλήρου από τον Τακτικό Προϋπολογισμό του κεφαλαίου της Ε.Α.Σ.
ως και η καταβολή από το Δημόσιον ποσού για την εξόφληση των υποχρεώσεων των υπακαθισταμένων από την Ε.Α.Σ. φορέων Ε.Κ.Τ.Ε.Λ. και Α.Σ.Π.Α. ΑΕ. Εκ τούτων προκύπτει ότι η Ε.Α.Σ. είναι επιxείρηση κοινής ωφελείας και επομένως ότι η καταβολή αποζημιώσεως στους από αυτή απολυομένους υπόκειται στον ως άνω περιορισμόν ως προς το ανώτατο όριο αυτής.
Τούτο, αυξηθέν διαδοχικώς, ορίσθηκε με το άρθρο 33 του ν.1876/1990 σε 1.500.000 δραχμές. Περαιτέρω με την διάταξη του άρθρου 3 παρ.3 του ν. 2368/1995 "Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών και Υπηρεσιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις, ορίζεται ότι "Οι εργαζόμενοι της Πρώην Ε.Α.Σ. των οποίων καταγγέλθηκε η σχέση εργασίας βάσει του ν. 2078/1992, που προσλήφθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α.
σύμφωνα με το εδ.α της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 2175/1993, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης τους από μέρους του νέου εργοδότη δικαιούνται την αποζημίωση του ν. 2112/1920 ολόκληρη χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967 (Φ.Ε.Κ. 189 Α). Για τον υπολογισμό της οφειλομένης αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εργαζομένων του προηγουμένου εδαφίου, που επαναπροσλήφθηκαν σε φορέα που ασκεί την δραστηριότητα εκείνου από τον οποίο απολύθηκαν κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων, συνυπολογίζεται και ο χρόνος εργασίας τους στον αρχικό φορέα (Ε.Α.Σ.) από τον οποίο απολύθηκαν, θεωρουμένης της απασχολήσεώς τους ως διαρκούς και αδιαλείπτου".
Η διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της, δεν αποτελεί νόμο ερμηνευτικό, υπό την έννοια της αποκαταστάσεως του αληθούς νοήματος της ήδη εκπεφρασμένης στο ν. 173/1967 νομοθετικής βουλήσεως, αλλ' εισάγει νέα ρύθμιση, ως προς την αναφερομένη σε αυτή κατηγορία εργαζομένων. Τα δια της διατάξεως όμως αυτής οριζόμενα σε σχέση με το ύψος της καταβλητέας στους απολυομένους της ρηθείσης κατηγορίας εργαζομένους αποζημιώσεως δεν εκτείνονται και επί της καταβλητέας στους αυτούς εργαζομένους για την κατά τον νόμον 2078/1992 προηγηθείσα απόλυσή τους τοιαύτη, η οποία τελεί υπό τον εκτεθέντα περιορισμό, αφού τούτο ούτε ρητώς ορίζεται, αλλ' ούτε και συνάγεται από αυτή.
Εξ άλλου από τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 1 και 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1995, και τη νυν ισχύουσα 7 παρ. 1 και 3 του Ν. 1876/1990 σε συνδυασμό και με το άρθρ. 22 παρ. του Συντάγματος, προκύπτει ότι οι κανονιστικοί όροι των συλλογικών συμβάσεων εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ και ότι εκείνοι από αυτούς που είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους υπερισχύουν των νόμων, εκτός αν πρόκειται για διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια.
Τέτοιες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις με αμφιμερή ενέργεια είναι και οι παραπάνω των Α.Ν. 173/1967 και Ν.Δ. 618/1970, περί περιορισμού χάριν του δημοσίου συμφέροντος, της καταβλητέας λόγω απολύσεως αποζημιώσεως. Επομένως ο δι' αυτών περιορισμός καθ' ύψος της εν λόγω αποζημιώσεως, που έχει εφαρμογή, κατά τα προεκτεθέντα και επί της τοιαύτης του Ν. 2078/1992, κατισχύει κανονιστικών όρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας και κανονισμών με τους οποίούς ρυθμίζεται το ζήτημα τούτο κατά τρόπον ευνοϊκότερο για τους εργαζομένους.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής : Οι ενάγοντες (και τώρα αναιρεσείοντες) προσλήφθηκαν από την ΑΕ ΑΣΠΑ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφεραν σ' αυτή τις υπηρεσίες τους με τις αναφερόμενες ιδιότητες. Στη συνέχεια προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη συσταθείσα με το Ν. 588/1977 Επιχείρηση Αστικών Συγκοινωνιών (Ε.Α>ΣΑ.), εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη, η οποία διαλύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση με το άρθρ. 1 του Ν. 2078/1992 και στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε ο Ο.Α.Σ. (άρθρ. 12 Ν. 2078/1992) και του τελευταίου (δικαιώματα και υποχρεώσεις) υπεισήλθε ο Ο.Α.Σ.Α. (Ν. 2175/1993).
Μετά τη διάλυση της Ε.Α.Σ. έλαβε χώρα η από 25/8/1992 έγγραφη καταγγελία των ως άνω συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, που κοινοποιήθηκε σ' αυτούς. Συγχρόνως δε καταβλήθηκε στον καθένα από τους ενάγοντες ως αποζημίωση, το ποσόν των 2.000.000 δραχμών, ήτοι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές επί πλέον από τη δικαιούμενη βάσει του Ν. 2112/1920 κατ' εφαρμογή του Ν. 173/1967 αποζημίωση, η οποία διαμορφώθηκε με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 σε 1.500.000 δρχ., ποσό που δεν μπορούσε να υπερβεί η εναγομένη Ε.Α.Σ.
ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας, επιχορηγούμενη από το κράτος. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες - ενάγοντες δεν δικαιούνται, κατ' εφαρμογή του Α.Ν. 173/1967, αποζημιώσεως, λόγω της απολύσεώς τους, μείζονος της καταβληθείσης των 2.000.000 δραχμών (υπέρτερης της διαμορφωθείσης με το άρθρ. 33 του Ν. 1876/1990 τοιαύτης των 1.500.000 δραχμών) και ότι οι ευνοϊκοί, ως προς το ύψος της αποζημιώσεως κανονιστικοί όροι των αναφερομένων συλλογικών συμβάσεων εργασίας τους, δεν υπερισχύουν των περιοριστικών του ύψους της αποζημιώσεως ως άνω διατάξεων.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους ως άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνες και γι’ αυτό είναι απορριπτέες οι σχετικές περί του αντιθέτου από τον αριθμ. 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιάσεις των πρώτου, δευτέρου και τρίτου (κατά το πρώτο μέρος του) λόγων της αναιρέσεως.
Επειδή ο τρίτος της αναιρέσεως λόγος, (κατά το δεύτερο μέρος του) με την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτίασή του, δια της οποίας προβάλλεται η μη λήψη υπόψη από την προσβαλλομένη των λοιπών πλην δύο (2) επικληθεισών συλλογικών συμβάσεων εργασίας μεταξύ της Ε.Α.Σ. και του προσωπικού της, με κανονιστικούς όρους των οποίων, κατά το αναιρετήριο, προβλέπεται η καταβολή πλήρους λόγω απολύσεως αποζημιώσεως ως και του τα αυτά προβλέποντος και κυρωθέντος με το 612/1965 Β.Δ. Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της Α.Ε. ΑΣΠΑ (εκδοθέντος ενόψει του ν. 3752/1929), είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι οι κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων εργασίας και οι διατάξεις του ισχύ νόμου έχοντος Κανονισμού τούτου, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοιαν της εν λόγω διατάξεως. Και τούτο ανεξαρτήτως του αλυσιτελούς της αιτιάσεως αυτής, αφού το μεν οι προβλέποντες την καταβολή μείζονος αποζημιώσεως κανονιστικοί όροι συλλογικών συμβάσεων δεν κατισχύουν, κατά τα προεκτεθέντα, των εν λόγω αναγκαστικού δικαίου και αμφιμερoύς ενεργείας διατάξεων περί περιορισμού της καταβλητέας λόγω απολύσεως αποζημιώσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2 Μαρτίου 2000 αίτηση του Κ. Σ. για αναίρεση της 2460/1999 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ