Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding creditor's right of revocation in insolvency. Creditor's right to revoke transfers is not abused if assets exist.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Athenian Court of Appeal's decision rejecting the bank's claim for revocation of asset transfers. The appellants argued the bank abused its right by ignoring sufficient company assets and only suing near the statute of limitations. The court held that the existence of other assets and the creditor's prior knowledge did not render the action abusive under good faith principles.
Legislator headnote
AI generatedArticles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; The creditor's right to revoke transfers is not considered an abuse of right merely because the debtor had other assets, provided the creditor acted in good faith and the action does not exceed the limits of good faith and social purpose.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Δ. του Η., 2) Ε. Δ. του Ι., κατοίκων ..., 3) Σ. Δ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κίμωνα Παπανικολάου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "HSBC Bank plc", που εδρεύει στο Λονδίνο Αγγλίας, της οποίας ειδική διάδοχος είναι η Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Χαιρόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2016 αγωγή της ενάγουσας και αρχικής αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2701/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1348/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/7/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 16.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 1348/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των τότε εκκαλούντων-εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 2701/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της τότε εφεσίβλητης-ενάγουσας και αρχικής αναιρεσίβλητης και είχε απαγγελθεί η διάρρηξη των αναφερόμενων σ' αυτή καταδολιευτικών δικαιοπραξιών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται, ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη, 3) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει, όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών (ΑΠ 1275/2020), την οποία αποδέχεται, η δε πρόθεση βλάβης των δανειστών εξακολουθεί να υφίσταται και όταν άλλος, εις ολόκληρον οφειλέτης, διαθέτει επαρκή περιουσία για την ικανοποίηση του δανειστή, καθόσον ο καταδολιευτικός χαρακτήρας της απαλλοτρίωσης κρίνεται από στοιχεία που συντρέχουν αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο του απαλλοτριούντος και δεν επηρεάζεται από την οικονομική κατάσταση των λοιπών συνοφειλετών, όπως άλλωστε συνάγεται και από τη διάταξη του άρθ. 486 ΑΚ (ΑΠ 1902/2013), επίσης ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να υφίσταται κατά τον χρόνο της απαλλοτρίωσης, ενώ μεταγενέστερη γνώση δεν βλάπτει, το ίδιο δε ισχύει και στην περίπτωση, που η μεταγενέστερη ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη οφείλεται σε μεταγενέστερη αύξηση των χρεών του, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.
Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής (ΑΠ 1300/2019), πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει, μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος (ΑΠ 1284/2011) και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών (δηλαδή ο τρίτος να γνωρίζει θετικά κατά την απαλλοτρίωση την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη χωρίς να αρκεί η υπαίτια άγνοια του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 928/2014), η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής(ΑΠ 708/2017).
Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017). Ως απαλλοτρίωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης, του άρθρου 942 ΑΚ, δηλαδή χαριστική, είναι και η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 του ίδιου Κώδικα αφού και αυτή συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα (ΑΠ 28/2017), καθώς και η δωρεά (ΑΠ 1025/2020, ΑΠ 233/2019).
Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία, κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ' αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ' αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι' αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 430/2022, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 928/2014).
Η απαγγελία της σχετικής διάρρηξης δεν θίγει την καταδολιευτική απαλλοτρίωση στο σύνολό της αλλά μόνο στο μέτρο που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση του δανειστή, ο οποίος και δεν έχει έννομο συμφέρον για διάρρηξη πέρα από αυτό και εκφράζεται σε ποσοστό αντίστοιχο με την αξία της απαίτησής του προς την αξία του απαλλοτριωθέντος.
Η εξεύρεση του παραπάνω μέτρου, εξαρτάται από την σχέση του ποσού της απαίτησης, που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του απαλλοτριωθέντος περιουσιακού στοιχείου κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής, οπότε τα ποσά αυτά πρέπει, για το κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ ορισμένο της, να αναφέρονται στο δικόγραφο (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 1127/2005).
Στην περίπτωση που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, ενώ σε περίπτωση που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την αξία της απαίτησης του δανειστή.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο για να διατάξει την μερική διάρρηξη πρέπει, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ολοσχερής ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος δανειστή από το πλειστηρίασμα, να συνεκτιμήσει, πέρα από την εν λόγω απαίτηση (κατά το κεφάλαιο και τους τυχόν οφειλόμενους τόκους), τα έξοδα της κατά του οφειλέτη επικείμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και το γεγονός ότι κατά τον πλειστηριασμό είναι απίθανο να επιτευχθεί πλειστηρίασμα ίσο με την αγοραία αξία του ακινήτου (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 1011/2022, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 243/2019, ΑΠ 1623/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 480/2013, ΑΠ1815/2012).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 874 ΑΚ, 669 ΕμπΝ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 - 67 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "Περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι ο δανειστής που είναι φο...ς απαίτησης από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, μπορεί να ασκήσει την αγωγή για διάρρηξη των προς βλάβη του απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη του, έστω και αν, κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, δεν είχε κλειστεί οριστικώς ο λογαριασμός, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεστεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διάρρηξης αγωγής του (Ολ.
ΑΠ 709/1974, ΑΠ 1/2002). Το κλείσιμο, δηλαδή, του λογαριασμού δεν συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο) του καταλοίπου (ΑΠ 1815/2012). Με τη σύμβαση, δε, του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες, δε, καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.
Και πριν, όμως, το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση καθενός, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του.
Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί και υπάρχουν ήδη από το χρόνο σύναψης της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, ώστε η απαίτηση να είναι γεννημένη και να δημιουργείται έκτοτε ενοχή για το κατάλοιπο, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη, όπως γίνεται με το κλείσιμο του λογαριασμού. Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, δανείστρια, και συνεπώς έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, ακόμη και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί το οριστικό κλείσιμό του να έχει συντελεσθεί μέχρι την πρώτη συζήτηση της περί διαρρήξεως αγωγής του, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικώς η απαίτηση, ούτε να έχει εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο (ΑΠ 1491/2018, ΑΠ 28/2017, ΑΠ 1079/2015).
Αντίθετη επί του προκειμένου άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο ότι ο οφειλέτης, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πιστώσεων και χρεώσεων αυτού, θα μπορεί χωρίς κανένα κίνδυνο διάρρηξης, να απαλλοτριώνει τα περιουσιακά του στοιχεία πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 914/2020, ΑΠ 1491/2018).
Αν υπάρχουν περισσότεροι συνοφειλέτες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, δεν απαιτείται, για την άσκηση της εκ του άρθρου 939 ΑΚ αγωγής εναντίον ενός από αυτούς, η έλλειψη περιουσιακών στοιχείων στο πρόσωπο και των λοιπών συνοφειλετών, αφού καθένας από αυτούς ευθύνεται απεριόριστα για ολόκληρο το χρέος έναντι του δανειστή, ο οποίος δικαιούται κατ' αρέσκεια να αξιώσει το χρέος από οποιονδήποτε εις ολόκληρον συνοφειλέτη, συγχρόνως ή διαδοχικά, χωρίς να μπορεί να του αντιταχθεί η ύπαρξη και των άλλων εις ολόκληρον συνοφειλετών (άρθρο 481 ΑΚ)(ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018).
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 και 851 ΑΚ, με τη σύμβαση εγγύησης ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του, που είναι έναντι άλλου δανειστής, την ευθύνη ότι θα καταβληθεί σ' αυτόν η οφειλή του άλλου. Με αυτή τη σύμβαση ο εγγυητής ενέχεται προς τον αντισυμβαλλόμενό του, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης απέναντι στον δανειστή του, και συνεπώς όταν καταβάλει σε αυτόν, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, συγχρόνως όμως εκπληρώνει και τη δική του οφειλή. Είναι συνεπώς και ο εγγυητής οφειλέτης κατά την έννοια του άρθρου 939 ΑΚ και κάθε απαλλοτρίωση, που έγινε από εκείνον προς βλάβη του αντισυμβαλλομένου του και δανειστή του, εφόσον δεν επαρκεί η υπόλοιπη περιουσία εκείνου για την ικανοποίηση αυτού, υπόκειται σε διάρρηξη κατά τους όρους των διατάξεων του περί καταδολίευσης δανειστών κεφαλαίου ΑΚ (ΑΠ 1382/2019, ΑΠ 1116/2018, ΑΠ 621/2016, ΑΠ 1472/2011).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο(ΑΠ 1211/2020).
3. Με το πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του, και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι η υπόλοιπη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος δεν αρκεί για την ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης και ότι αυτός γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των περιουσιακών του στοιχείων θα περιέλθει σε πλήρη οικονομική αδυναμία να ικανοποιήσει την οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 KΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τους ερευνώμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αρ. 2806/11.06.2008 σύμβασης δανείου και των από 16.03.2009, 25.01.2010, 27.10.2011 και 21.02.2013 τροποποιητικών αυτής συμβάσεων, που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης) και της εταιρείας με την επωνυμία "Ι.
Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", συμφωνήθηκε να χορηγηθεί στην τελευταία δάνειο, ύψους 2.000.000 ευρώ, για τη χρηματοδότηση αγοράς οικοπέδου, κείμενου στην περιοχή "..." του δήμου ... και την ανέγερση εντός αυτού οικοδομής τεσσάρων (4) μεζονέτων, την τήρηση δε των όρων της σύμβασης και την ολοσχερή εξόφληση του δάνειου εγγυήθηκε ο πρώτος των εκκαλούντων(πρώτος αναιρεσείων), ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως πρωτοφειλέτης, παραιτούμενος, ρητά και ανεπιφύλακτα από τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ, καθώς και από τις προσωποπαγείς ενστάσεις της πρωτοφειλέτριας κατά της εφεσίβλητης και από το ευεργέτημα της διζήσεως, προς το σκοπό δε εξυπηρέτησης της ανωτέρω συμβάσεως, τηρήθηκε από την τελευταία ο υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός, ενώ με την προαναφερόμενη από ....2013 πράξη τροποποίησης, η δανειζόμενη και ο εγγυητής αναγνώρισαν ρητά και ανεπιφύλακτα ως ορθό και ακριβές το δανειακό υπόλοιπο της σύμβασης, ύψους 1.980.000 ευρώ, όπως και ότι είχαν καταστεί υπερήμεροι ως προς τις καταβλητέες από 28.2.2012, 29.5.2012, 27.8.2012 και 26.11.2012 δόσεις του δανείου, ύψους 165.000 ευρώ η καθεμία.
Η εφεσίβλητη, με την από 27.2.2014 εξώδικη δήλωση καταγγελίας, που κοινοποίησε στους πιο πάνω αντισυμβαλλόμενους της, στις 28.2.2014..., δήλωσε στους τελευταίους ότι καταγγέλλει τη σύμβαση και μεταφέρει στις καθυστερήσεις τον υπ' αρ. ... λογαριασμό, το χρεωστικό υπόλοιπο του οποίου ανήρχετο στο ποσό των 1.980.000 ευρώ, κάλεσε δε αυτούς όπως προβούν στην καταβολή του ποσού αυτού εντόκως από 28.2.2014.
Ακολούθως, με την υπ' αρ. 20551/2014 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε δεκτή η από 28.4.2014 αίτηση της εφεσίβλητης και υποχρεώθηκαν η πιο πάνω πιστούχος και ο πρώτος των εκκαλούντων, εγγυητής της προαναφερόμενης σύμβασης, να καταβάλουν στην εφεσίβλητη, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 1.980.000 ευρώ, με το νόμιμο τραπεζικό τόκο υπερημερίας από 28.2.2014, καθώς και το ποσό των 33.660 ευρώ για έξοδα δικαστικής δαπάνης και στις 21.7.2014 (βλ.
υπ' αρ. ....2014 και ....2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Μ.) κοινοποίησε στην πρωτοφειλέτρια και στον α' εκκαλούντα, εγγυητή, ακριβές αντιπεφωνημένο αντίγραφο από το απόγραφο Α' εκτελεστό κάτω από την πιo πάνω διαταγή πληρωμής με την επιταγή καταβολής του συνολικού ποσού των 2.105.156,63 ευρώ.
Επίσης, δυνάμει της υπ' αρ. ....2006 συμβάσεως πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό η εφεσίβλητη χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", πίστωση ύψους, αρχικά, μέχρι του ποσού των 600.000 ευρώ, για την τήρηση των όρων της σύμβασης πιστώσεως και την ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και λοιπά έξοδα εγγυήθηκε ο πρώτος των εκκαλούντων, ευθυνόμενος αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως πρωτοφειλέτης, υποχρεούμενος στην άμεση και ανεπιφύλακτη καταβολή στην εφεσίβλητη τράπεζα του εκάστοτε καταλοίπου μέχρι την ολοσχερή εξόφληση αυτού, παραιτούμενος ρητά και ανεπιφύλακτα από τις ενστάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ, καθώς και από τις προσωποπαγείς ενστάσεις της πρωτοφειλέτριας κατά της εφεσίβλητης και από το ευεργέτημα της διζήσεως, ενώ για την εξυπηρέτηση της συμβάσεως τηρήθηκε από την εφεσίβλητη ο υπ' αριθμ. ...
λογαριασμός. Με τις από 3.4.2007, 30.11.2010 και 27.10.2011 τροποιητικές της προαναφερόμενης πίστωσης συμβάσεις το ύψος της πίστωσης αυξήθηκε στο ποσό των 900.000 ευρώ, στη συνέχεια μειώθηκε, αρχικά, στο ποσό των 404.249,63 ευρώ και στη συνέχεια στο ποσό των 403.249,63 ευρώ και, τέλος, με την από 21.02.2013 τροποποιητική σύμβαση η πιστούχος και ο πρώτος των εκκαλούντων, εγγυητής, αναγνώρισαν ρητά και ανεπιφύλακτα ως ορθό και ακριβές το χρεωστικό υπόλοιπο της βασικής σύμβασης ύψους 444.387,16 ευρώ και αναγνώρισαν ότι είχαν καταστεί υπερήμεροι ως προς 14 δόσεις του δανείου, ποσού 25.000 ευρώ η καθεμία και οι οποίες αντιστοιχούσαν στο χρονικό διάστημα από 20.1.2012 έως 20.2.2013.
Η εφεσίβλητη με την από 27.2.2014 εξώδικη δήλωση καταγγελίας που κοινοποίησε στους πιο πάνω αντισυμβαλλόμενους της, στις 28.2.2014 ..., δήλωσε στους τελευταίους ότι καταγγέλλει τη σύμβαση και μεταφέρει στις καθυστερήσεις τον υπ' αρ. ... λογαριασμό και τους κάλεσε να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 482.659, 94 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 28.2.2014, ενώ με την υπ' 20643/2014 Διαταγή Πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η από 28.4.2014 αίτηση της εφεσίβλητης και υποχρεώθηκαν η προαναφερόμενη πιστούχος και ο πρώτος των εκκαλούντων, εγγυητής, να καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος στην εφεσίβλητη το ποσό των 482.659,94 ευρώ έντοκα με το νόμιμο τραπεζικό τόκο υπερημερίας από 28.2.2014 καθώς και το ποσό των 8.200 ευρώ για έξοδα δικαστικής δαπάνης και στις 21.7.2014 ...κοινοποίησε στην πρωτοφειλέτρια και στον α' εκκαλούντα, εγγυητή, ακριβές αντιπεφωνημένο αντίγραφο από το απόγραφο Α' εκτελεστό κάτω από την πιoπάνω διαταγή πληρωμής με την επιταγή καταβολής του συνολικού ποσού των 513.235,77 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο της 27.02.2014, κατά την οποία επήλθε το οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών σε αμφότερες τις συμβάσεις και ενώ οι λογαριασμοί εμφάνιζαν ήδη χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της πιστούχου, ο πρώτος των εκκαλούντων μεταβίβασε στη δεύτερη αυτών, θυγατέρα του(δεύτερη αναιρεσείουσα), τα κάτωθι ακίνητα: 1) δυνάμει του υπ' αριθ. ....2011 συμβολαίου Γονικής Παροχής κατά Ψιλή Κυριότητα της συμβολαιογράφου Κηφισίας Μ.
Δ. - Π., του υπ' αριθ. ...-2011 συμβόλαιο παραίτησης από του δικαιώματος της επικαρπίας της ίδιας συμβολαιογράφου και της υπ' αριθ. ...-2011 πράξης Διόρθωσης των υπ' αριθ. ... και ... συμβολαίων της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, τα οποία έχουν νόμιμα μεταγραφεί, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, την πλήρη κυριότητα των ακίνητων, που βρίσκονται στον Δήμο Κεφαλληνίας, Δημοτική Ενότητα Πυλαρέων, Τοπική Κοινότητα Διβαράτων, Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας της περιφέρειας Ιονίων Νήσων, των οποίων η αντικειμενική αξία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα συμβόλαια ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 91.482,42 ευρώ και ειδικότερα α) Οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, μετά της επ' αυτού ήδη κατεδαφισθείσης, ερειπωμένης, προσεισμικής, ισογείου άνευ στέγης οικίας, στην Θέση "..." ή "..." εντός ορίων του οικισμού ..., επί της διασταυρώσεως κοινοτικών οδών, το οποίο, σύμφωνα με τους τίτλους κτήσεως είναι εκτάσεως 557,25 τ.μ.
και σύμφωνα με την νεότερη και ακριβή καταμέτρησή που έγινε από τον Διπλωματούχο Αγρονόμο τοπογράφο Μηχανικό Β. Μ. Π., βρέθηκε να έχει έκταση 632,96 τ.μ., β) Οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός ορίων του Οικισμού ..., εκτάσεως 371,70 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη και ακριβή καταμέτρηση του, που έγινε από τον ίδιο πιο πάνω Διπλωματούχο Αγρονόμο τοπογράφο Μηχανικό, βρέθηκε να έχει έκταση 348,45 τ.μ., γ) Οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός ορίων του Οικισμού ..., με προσόψεις σε Κοινοτική οδό και Επαρχιακή οδό (γωνιακό), εκτάσεως 450,00 τ.μ.
και σύμφωνα με νεότερη και ακριβή καταμέτρηση του, που έγινε από τον Διπλωματούχο Αγρονόμο τοπογράφο Μηχανικό Β. Μ. Π., εκτάσεως 451,25 τ.μ., δ) Οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, στην Θέση "...", εντός ορίων του Οικισμού ..., επί κοινοτικής οδού, εκτάσεως 4.780 τ.μ. και κατόπιν νεότερης καταμέτρησής του, που έγινε από τον προαναφερόμενο Διπλωματούχο Αγρονόμο τοπογράφο Μηχανικό, εκτάσεως 3.958,14 τ.μ., 2) δυνάμει του υπ' αριθμόν ....2011 συμβολαίου γονικής παροχής προς τέκνο κατά ψιλή κυριότητα της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μ.
Δ. Π., όπως αυτό έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο με αριθμό ....2011, και εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου παραίτησης από του δικαιώματος της επικαρπίας της ως άνω συμβολαιογράφου, συνολικής αντικειμενικής αξίας 192.104,68 ευρώ, όπως αυτό έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο με αριθμό ...-2011, μεταβίβασε την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 50%, οικοπέδου μετά του επ' αυτού ισογείου κτίσματος - επαγγελματικής στέγης που λειτουργεί ως βενζινάδικο, που βρίσκεται στο Δήμο Κεφαλληνίας, στη Δημοτική Ενότητα ...
της Περιφερειακής Ενότητας Κεφαλληνίας, της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, πρώην κτηματική Περιφέρεια του Δήμου ..., στη συνοικία "...", εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, εμφαινόμενο με τον αριθμό ... στο Ο.Τ. ... ..., που περιβάλλεται υπό των οδών ... και επί της διασταύρωσης των οδών ..., στην οποία φέρει τον αριθμό ..., εκτάσεως του οικοπέδου, κατά τον τίτλο κτήσης, 181,80 τ.μ.
και της ισόγειας επαγγελματικής στέγης (που υπάρχει μέσα στο ως άνω οικόπεδο) επιφάνειας 150 τ.μ., 3) δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-2011 συμβολαίου Γονικής Παροχής της συμβολαιογράφου Αθήνας Π. Π., όπως αυτό έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο με αριθμό ...-2011 και του υπ' αριθ. ... συμβολαίου παραίτησης από την επικαρπία της ίδιας συμβολαιογράφου, συνολικής αντικειμενικής αξίας 111.046,41 ευρώ, το οποίο έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο με αριθμό ...-2011, την πλήρη κυριότητα των ακινήτων:
α) ποσοστό 2/32 οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, κείμενου στο ..., στην κτηματική Περιφέρεια του Δήμου ..., κατά τη Θέση "...", φέρον τον αριθμό ... του υπ' αριθ. ... ΟΤ του Τομέα IV του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του ως άνω Δήμου, επί δύο δημοτικών οδών, εκτάσεως 1626 τ.μ., σύμφωνα δε με τη νεότερη καταμέτρηση, που, έγινε από τον από τον Αγρονόμο - Τοπογράφο Μηχανικό Β.
Π., εκτάσεως 1629,60 τ.μ., β) ποσοστό 6/32 του με ΚΑΕΚ ... οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, κείμενου στο ..., στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., κατά τη Θέση "...", φέρον τον αριθμό ... του υπ' αριθ. ... ΟΤ του τομέα IV του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του ως άνω Δήμου, επί τριών δημοτικών οδών, εκτάσεως 1574,00 τ.μ., σύμφωνα δε με νεότερη καταμέτρηση, που έγινε από τον από τον Αγρονόμο - Τοπογράφο Μηχανικό Β.
Π., έκτασης 1550,30 τ.μ., γ) ποσοστό 6/32 του με ΚΑΕΚ ... αγροτεμαχίου (γηπέδου) μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, κείμενου στη Θέση "...", εκτός σχεδίου πόλεως και εντός Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου που έχει πρόσοψη επί της περιφερειακής οδού ..., εκτάσεως 2.844 τ.μ. και σύμφωνα με νεότερη καταμέτρηση, του ίδιου πιο πάνω Αγρονόμου - Τοπογράφου Μηχανικού, έκτασης 2.844,05 τ.μ., 4) δυνάμει του υπ' αριθ. ...-2011 συμβολαίου Γονικής Παροχής της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μ.
Δ. Π., το όποιο έχει νόμιμα καταχωρηθεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... και αριθμό ... και του υπ' αριθ. ...-2011 συμβολαίου παραίτησης από του δικαιώματος επικαρπίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, αντικειμενικής αξίας 116.327,33 ευρώ, το οποίο έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., την πλήρη κυριότητα των κάτωθι δυο (2) αγροτικών ακίνητων, που βρίσκονται στο Δήμο Κεφαλληνίας, Τοπική Κοινότητα Λειβαθούς, Περιφερειακή Ενότητα Κεφαλληνίας, περιφέρειας Ιονίων Νήσων, πρώην Δήμου Λειβαθούς, πρώην Κοινότητος Σβορωνάτων στην θέση "..." εκτός σχεδίου και δη:
α) ενός αγρού άρτιου και οικοδομήσιμου, μετά της αυτού διώροφης οικίας, που έχει πρόσοψη σ αγροτικούς δρόμους προκύψαντα εκ της ενοποιήσεως δύο (2) ομόρων, παρακειμένων, συνεχόμενων αγρών, συνολικής εκτάσεως, σύμφωνα με νεώτερη και ακριβή καταμέτρηση, γενόμενη από το μηχανικό Σ. Δ. 5.931,83 τ.μ. και επιφάνειας της διώροφης οικίας 216,04 τ.μ.
εκ των οποίων τα 150,52 τμ είναι η επιφάνεια του ισογείου ορόφου και 65,22 τμ η επιφάνεια του πρώτου (Α) υπέρ το ισόγειο ορόφου, β) ενός αγρού, μη άρτιου και μη οικοδομήσιμου, με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο, κείμενο στο ανατολικό όριο του ως άνω περιγραφόμενου αγρού, μετά της επ' αυτού οικίας εκτάσεως (του αγρού) 1272 τ.μ.
Επίσης, ο πρώτος των εκκαλούντων μεταβίβασε στην κυριότητα του τρίτου εκκαλούντος, αδελφού του(τρίτου αναιρεσείοντος), δυνάμει του υπ' αριθμόν ...-2011 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή ποσοστού εξ αδιαιρέτου ακινήτων της συμβολαιογράφου Αθήνας Π. Π., αντικειμενικής αξίας 100.854,03, όπως αυτό έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο με αριθμό ...-2011, ποσοστά 4/32 και 6/32, αντίστοιχα, των κάτωθι περιγραφομένων ακινήτων:
α) του με ΚΑΕΚ ... οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, κείμενου στο ..., στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., κατά τη θέση "...", φέρον τον αριθμό επτά (7) του υπ' αρ. (325) οικοδομικού τετραγώνου του τομέα IV του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως του άνω Δήμου, επί δυο Δημοτικών οδών, εκτάσεως 1.626,00 τ.μ. και κατόπιν νεότερης καταμέτρησης έκτασης 1629,60 τ.μ.
β) του με ΚΑΕΚ ... αστικού ακινήτου, ήτοι, οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου, μετά της μετ' αυτού διωρόφου οικοδομής αποτελούμενης από ισόγειο που περιλαμβάνει ισόγεια οικία επιφάνειας 31,20 τ.μ., κατάστημα αρωγής επιφάνειας 60 τ.μ. και νέο κατάστημα επιφάνειας 53 τ.μ. και οικία πρώτου (Α1) ορόφου επιφάνειας 113 τ.μ., κείμενο στο ..., στην Κτηματική Περιφέρεια του Δήμου ..., κατά τη Θέση "...", φέρει τον αριθμό ένα (1), του υπ' αριθ. 224 Ο.Τ.
του τομέα ΙΑ' του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως του άνω Δήμου και επί των δημοτικών οδών - ... (γωνιακό), εκτάσεως του οικοπέδου 309 τ.μ. και κατόπιν νεότερης καταμέτρησης από τον Αγρονόμο - Τοπογράφο Μηχανικό Β. Π., 317,24 τ.μ. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η συνολική αντικειμενική αξία των ακινήτων που μεταβίβασε ο πρώτος των εκκαλούντων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 611.824,87 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στην κυριότητα του εκκαλούντος περιήλθε εξ αγοράς δυνάμει των υπ' αρ. ... και ... συμβολαίων της συμβολαιογράφου Κηφισιάς Μ. Δ. - Π., που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, η με τα στοιχεία Γάμα κεφαλαίο (Γ) οριζόντια ιδιοκτησία-κατοικία-μεζονέτα ενός κτιριακού συγκροτήματος τριών κατοικιών, επί ενός ενιαίου οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται στην ..., στη θέση "...", μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και την κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας Εκάλης Αττικής, [πρώην της Κοινότητας Αγίου Στεφάνου (Μπογιατίου), του τέως Δήμου Μαραθώνα], επί των οδών ...
Το όλο ενιαίο οικόπεδο έχει έκταση μέτρα τετραγωνικά 1.276,80, το άνω οικόπεδο μετά του επ' αυτού κτιριακού συγκροτήματος τριών κατοικιών υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικα, σε συνδυασμό προς το υπ' αριθμό 1024/1971 Ν.Δ., δυνάμει της με αριθμό ...
πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Κηφισίας Μ. Δ.- Π., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Ερυθραίας Αττικής, στον τόμο 15 και με αύξοντα αριθμό 79. Η με τα στοιχεία Γάμα κεφαλαίο (Γ) οριζόντια ιδιοκτησία-κατοικία-μεζονέτα του άνω κτιριακού συγκροτήματος τριών κατοικιών κείται σε τέσσερα (4) επίπεδα, ήτοι στο Υπόγειο, στο Ισόγειο, στον πρώτο (Α') πάνω από το ισόγειο όροφο και στο Δώμα, τα οποία επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα και έχουν ενιαία λειτουργικότητα, εμφαίνεται με τα αυτά στοιχεία στα συνημμένα, στη με αριθμό ...
πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Κηφισίας Μ. Δ.-Π., από μηνός Φεβρουάριου 2004 σχεδιαγράμματα κάτοψης υπογείου, ισογείου, πρώτου (Α) ορόφου και Δώματος του αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Η. Δ., έχει πρόσοψη προς την οδό ... διαμέσου της πρασιάς, έχει συνολική εκμεταλλεύσιμη επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά διακόσια ογδόντα τέσσερα και 0, 41 (284, 41), συνολικό όγκο μέτρα κυβικά χίλια εκατόν δέκα και 0, 80 (1.110, 80), έχει ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο τριακόσια εβδομήντα επτά και 0,60 χιλιοστά (370, 60/1000), το υπόγειο δε περιλαμβάνει το εσωτερικό κλιμακοστάσιο ανόδου προς το ισόγειο τμήμα της κατοικίας αυτής, το πλατύσκαλο του κλιμακοστασίου, το διάδρομο, το φρεάτιο του ανελκυστήρα, έναν αποθηκευτικό χώρο, W.C., το λεβητοστάσιο και τη δεξαμενή καυσίμων, μία μικρή αποθήκη, ένα εξωτερικό κλιμακοστάσιο, απ' όπου η είσοδος από τον οπίσθιο ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και έναν χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου (γκαράζ), έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά 91,94, το ισόγειο περιλαμβάνει την κεντρική είσοδο αυτής, καθιστικό με συνεχόμενη τραπεζαρία, διάδρομο - χωλλ, το εσωτερικό κλιμακοστάσιο καθόδου προς το υπόγειο και ανόδου προς τον πρώτο (Α1) όροφο της κατοικίας αυτής, το φρεάτιο του ανελκυστήρα, W.C., κουζίνα, έναν ημιυπαίθριο χώρο και βεράντες, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά 89,74, ο πρώτος όροφος περιλαμβάνει το εσωτερικό κλιμακοστάσιο καθόδου προς το ισόγειο και ανόδου προς το δώμα της κατοικίας αυτής, το φρεάτιο του ανελκυστήρα, διάδρομο, δύο (2) λουτρά, δύο (2) υπνοδωμάτια, έναν κενό χώρο, τρεις (3) ημιυπαίθριους χώρους και δύο (2) βεράντες, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά 66,50 και το δώμα περιλαμβάνει την απόληξη του εσωτερικού κλιμακοστασίου καθόδου προς τον πρώτο όροφο της κατοικίας αυτής, το φρεάτιο του ανελκυστήρα με το κουβούκλιο του ανελκυστήρα, διάδρομο, ένα δωμάτιο-γραφείο, W.C., έναν ημιυπαίθριο χώρο, το κενό της στέγης και μία βεράντα, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά 36,23, στην κατοικία δε αυτή ανήκουν, κατά το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης, το περιβάλλον αυτήν τμήμα του ακαλύπτου χώρου του οικοπέδου (κήπου) συνολικής επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 322,58, ο χώρος του μηχανοστασίου πισίνας στο υπόγειο τμήμα της κατοικίας αυτής επιφάνειας τ.μ. 15,46 με είσοδο από την αποθήκη του υπογείου της κατοικίας αυτής.
Αναφορικά με την αξία του προαναφερόμενου ακινήτου, σύμφωνα με την εκτίμηση αγοραίας αξίας των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Ν. Π. και Π. Κ., αυτή ανέρχεται στο ποσό των 1.208.361,38 ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2016 και στο ποσό των 1.851.018,29 ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2011, πλην όμως, τα διαλαμβανόμενα στην εκτίμηση αυτή κρίνονται, από το δικαστήριο τούτο, ελλιπή, σε ότι αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου ακινήτου (κατασκευαστικά στοιχεία του κτίσματος, ποιότητα δομικών υλικών του κτηρίου, στοιχεία κατασκευής για το εσωτερικό μέρος αυτού, τρόπος διαμόρφωσης ακάλυπτων χώρων του οικοπέδου, ύπαρξη παροχών όπως φυσικού αερίου, συναγερμού, κλιματιστικών μονάδων τοίχου κ.λ.π.) και ως εκ τούτου, αυθαίρετα τα συγκριτικά στοιχεία τα οποία οι πιο πάνω εκτιμητές έλαβαν υπόψη τους για να καταλήξουν στην πιο πάνω εκτίμηση, η οποία δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, καθόσον δεν κρίνεται ικανή να οδηγήσει σε ασφαλή δικανική κρίση ως προς αξία του προαναφερόμενου ακινήτου.
Με την από 14.3.2017 εκτίμηση εμπορικής αξίας της πολιτικού μηχανικού - οικονομολόγου, Σ. - Α. Κ., η οποία διενεργήθηκε κατόπιν εντολής του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Ι. Χ., προκειμένου να εκτιμηθεί η αντικειμενική αξία του ίδιου ακινήτου, μετά την κατάσχεσή του με την υπ' αρ. 1995/16.3.2017 κατασχετήρια έκθεση, η εμπορική αυτού αξία ανέρχεται στο ποσό των 445.000 ευρώ, σημειώνεται, όμως, ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην εκτίμηση αυτή, η αυτοψία διενεργήθηκε μόνο εξωτερικά, χωρίς να πραγματοποιηθεί είσοδος στο υπό εξέταση διαμέρισμα και στον περιβάλλοντα χώρο, ενώ τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στην πιο πάνω εκτιμήτρια κρίθηκαν ελλιπή και ακολούθως και η πιο πάνω εκτίμηση δεν κρίνεται επαρκώς εμπεριστατωμένη και δεν δύναται να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο τούτο.
Σύμφωνα με τα υπ' αρ. 220/4.7.2016 και ... πιστοποιητικά του υποθηκοφύλακα Ν. Ερυθραίας επί του προαναφερόμενου ακινήτου, από 1.2.1999 έως 22.6.2016, είναι εγγεγραμμένη προσημείωση υποθήκης υπέρ της εφεσίβλητης ποσού 876.000 ευρώ, εγγραφείσα την 15.02.2006 δυνάμει της υπ' αριθμ. 10929Σ/14.02.2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προς εξασφάλιση απαίτησής της τελευταίας συνεπεία της υπ' αρ. 4352/9.2.2006 σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 720.000 ευρώ υπέρ της εφεσίβλητης προς εξασφάλιση της ένδικης απαίτησης από την υπ' αρ. ...
σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, εγγραφείσα στις 19.12.2006 και προσημείωση υπέρ της εφεσίβλητης για το ποσό των 52.200 ευρώ υπέρ της εφεσίβλητης, δυνάμει της υπ' αρ. 250Σ/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου προς εξασφάλιση απαιτήσεων που προέρχονται από την υπ' αρ. Α3767/2012 σύμβαση καταναλωτικού δανείου μέχρι του ποσού των 43.000 ευρώ, εγγραφείσα στις 31.10.2012 και επομένως, το πιο πάνω ακίνητο βαρύνεται με απαιτήσεις, που δεν συνδέονται με τις ένδικες, συνολικού ύψους 928.200 ευρώ, το ποσό δε αυτό υπερβαίνει την εμπορική αυτού αξία, ύψους 550.000 ευρώ, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και την αξία, κατά μέσο όρο, ακινήτων της ίδιας επιφάνειας στην ίδια περιοχή.
Περαιτέρω, δυνάμει του υπ' αρ. ....2011 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στην κυριότητα του πρώτου εκκαλούντος ανήκει οικόπεδο μετά της επ' αυτού διωρόφου οικοδομής, κατωτέρω περιγραφόμενης, το οποίο οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και βρίσκεται στο ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ..., στην ..., στο Ο.Τ. ...
και επί της οδού ..., με ΚΑΕΚ ..., εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως και το κατωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό, μέτρων τετραγωνικών 121,463, κατά δε το Κτηματολόγιο μέτρων τετραγωνικών εκατόν δέκα εννέα (119), επί του ως άνω οικοπέδου δε υπάρχει διώροφη οικοδομή με στέγη-σοφίτα, η οποία αποτελείται από είσοδο και κλιμακοστάσιο και α) ισόγειο κατάστημα επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 71,20, β) πρώτο (Α) πάνω από το ισόγειο όροφο - κατοικία επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 67,46 και γ) στέγη - σοφίτα - αποθηκευτικό χώρο επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 59,23 και το μεν ισόγειο της οικοδομής αυτής ανεγέρθηκε πριν το έτος 1983 με την με αριθμό ...
άδεια του Πολεοδομικού Γραφείου ... Κεφαλληνίας, το δε υπόλοιπο τμήμα αυτής ανεγέρθηκε σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ... άδεια της Πολεοδομίας ... Αναφορικά με την αξία του προαναφερόμενου ακινήτου, σύμφωνα με την εκτίμηση αγοραίας αξίας των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Ν. Π. και Π. Κ., αυτή ανέρχεται στο ποσό των 474.618,26 ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2016 και στο ποσό των 727.040,02 ευρώ για το δεύτερο τρίμηνο του έτους 2011, πλην όμως, τα διαλαμβανόμενα στην εκτίμηση αυτή κρίνονται, από το δικαστήριο τούτο ελλιπή, σε ότι αφορά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκτιμώμενου ακινήτου και ως εκ τούτου, αυθαίρετα τα συγκριτικά στοιχεία τα οποία οι πιο πάνω εκτιμητές έλαβαν υπόψη τους για να καταλήξουν στην πιο πάνω εκτίμηση, η οποία δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, καθόσον δεν κρίνεται ικανή να οδηγήσει σε ασφαλή δικανική κρίση ως προς αξία του προαναφερόμενου ακινήτου και αφού ληφθεί υπόψη το πραγματικό γεγονός ότι στο υπ' αρ. ....2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Π.
Π., δυνάμει του οποίου το πιο πάνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του πρώτου εκκαλούντος, η αντικειμενική αυτού αξία ανέρχεται στο ποσό των 156.877,45 ευρώ. Σύμφωνα με το υπ' αρ. ....2016 πιστοποιητικό κτηματολογικών εγγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου ..., επί του πιο πάνω ακινήτου έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 480.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 2353Σ/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς εξασφάλιση απαίτησης του "Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου" απορρέουσα από την υπ' αρ. ....2011 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού προσωπικού - καταναλωτικού δανείου ύψους 400.000 ευρώ, προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 60.000 ευρώ, δυνάμει της υπ' αρ. 339/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας προς εξασφάλιση απαίτησης του "Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου" απορρέουσα από την υπ' αρ. 1140-33365-0 σύμβαση δανείου ύψους 50.000 ευρώ, ενώ έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση για το ποσό των 25.341, 38 ευρώ υπέρ της Δ.Ο.Υ.
Πατρών και επομένως βαρύνεται με απαιτήσεις συνολικού ύψους 485.341, 38 ευρώ, οι οποίες υπερβαίνουν κατά πολύ την προαναφερόμενη αντικειμενική αυτού αξία ύψους 156.877,45 ευρώ. Επομένως, ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο πρώτος αυτών έχει εμφανή ακίνητη περιουσία επαρκή για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εφεσίβλητης αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι τα ακίνητα αυτά βαρύνονται με βάρη που αντιστοιχούν, αλλά και υπερβαίνουν την εμπορική τους αξία τόσο κατά το έτος 2011, αλλά και κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, το έτος 2016.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το υπ' αρ. ....2005 συμβόλαιο σύστασης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "J.D. ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ Α.Ε." αποδείχθηκε ότι η συμμετοχή του πρώτου εκκαλούντος στο μετοχικό κεφάλαιο της πιο πάνω εταιρείας ανέρχεται σε ποσοστό 95%, στην κυριότητα δε της πιο πάνω εταιρείας ανήκαν, κατά το έτος 2011, 1) τέσσερις (4) μεζονέτες οι οποίες βρίσκονται εντός οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση "..." του δήμου ...
και επί της οδού ..., σύμφωνα δε με την εκτίμηση αγοραίας αξίας των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Ν. Π. και Π. Κ., η συνολική αυτών αξία ανήρχετο τον 6/2011 στο ποσό των 4.958.956,31 ευρώ και τον 6/2016 στο ποσό των 3.237.252,25 ευρώ και 2) συγκρότημα 2 κτιρίων με δεκαεννιά (19) κατοικίες που βρίσκονται στο ... και επί της οδού ..., σύμφωνα δε με την εκτίμηση αγοραίας αξίας των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Ν.
Π. και Π. Κ., η συνολική αυτών αξία ανήρχετο τον 6/2011 στο ποσό των 7.941.782,14 ευρώ και τον 6/2016 στο ποσό των 4.017.667,30 ευρώ. Επί του ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." του δήμου ..., η εφεσίβλητη, δυνάμει της υπ' αρ. 39145Σ/2008 απόφασης του Μονομελούς έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 2.400.000 προς εξασφάλιση της απορρέουσας από την υπ' αρ. 2806/11.6.2008 ένδικης σύμβασης δανείου οφειλής και δυνάμει της υπ' αρ. 44666Σ/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί της με στοιχεία (Α2) μεζονέτας του κτιρίου 2 του ίδιου από την ένδικη υπ' αρ. ...
σύμβασης πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αλληλογραφίας, κατά το χρονικό διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2011 έως τις 15 Δεκεμβρίου 2017, μεταξύ της εφεσίβλητης και της πιο πάνω εταιρείας, με την επωνυμία "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", η τελευταία, τέλη Δεκεμβρίου του έτους 2011, ζήτησε από την εφεσίβλητη την κεφαλαιοποίηση των ήδη οφειλόμενων τόκων, όπως και των τόκων που θα απέρ...ν από τις υπ' αρ. 2806/2008 και ...
δανειακές συμβάσεις για τα επόμενα δύο έτη, το έτος 2012 δήλωσε στην εφεσίβλητη ότι αδυνατούσε να εξοφλήσει άμεσα τα οφειλόμενα σε αυτή ποσά και της πρότεινε να της μεταβιβάσει, με έξοδα της τελευταίας, τα ακίνητα ιδιοκτησίας της, επί των ... και ... στη ... ..., έναντι ολοσχερούς εξόφλησης του οφειλόμενου κεφαλαίου και τόκων της εταιρείας και δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της εταιρείας, η πιστώτρια εφεσίβλητη είχε εκτιμήσει την αξία των ακινήτων αυτών στο συνολικό ποσό των 3.259.713 ευρώ και ειδικότερα 948.822 ευρώ για εκάστη μεζονέτα επί της οδού ..., 786.716 ευρώ για τη μεζονέτα του 1ου- 2ου ορόφου και 575.353 ευρώ για τη μεζονέτα ισογείου - υπογείου επί της οδού ..., μέσα Ιουλίου του έτους 2012 δήλωσε στην εφεσίβλητη την πρόθεσή της να αναθέσει σε μεσιτική εταιρεία την πώληση των πιο πάνω ακινήτων με σκοπό την αποπληρωμή των οφειλών της που απέρ...ν από τις ένδικες πιστωτικές συμβάσεις, μέσα Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους η τελευταία δήλωσε τη συναίνεσή της στην πώληση των ακινήτων, με τον όρο ότι η τιμή εκκίνησης των πώλησης τους θα ορισθεί στο ποσό των 1.550.000 ευρώ (πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ) και υπό την αίρεση ότι με το ποσό που θα προέκυπτε από την πώληση θα φερόταν προς ολοσχερή αποπληρωμή της υπ' αρ. 2806/2008 σύμβασης δανείου.
Η εφεσίβλητη, λόγω της παραπειστικής συμπεριφοράς της εταιρείας "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", κοινοποίησε στο νόμιμο αυτής εκπρόσωπο, πρώτο των εκκαλούντων, την από 17.12.2012 επιστολή, με την οποία, αφού επεσήμανε την μη ικανοποιητική ανταπόκρισή της τελευταίας στο από 22.10.2012 αίτημά της για παροχή στοιχείων για την οικονομική της κατάσταση και των φακέλων τακτοποίησης των προαναφερόμενων ακινήτων, την κάλεσε όπως υλοποιήσει άμεσα την ανάθεση πώλησης των ακινήτων αυτών σε μεσιτική εταιρεία, υποβάλλει αίτηση τακτοποίησης των αυθαίρετων χώρων, προκειμένου να εξετάσει το ζήτημα κάλυψης του προστίμου για την πλήρη τακτοποίηση των αυθαιρέτων μέχρι του ποσού των 82.000 ευρώ, παράλληλα δε της επεσήμανε, δεδομένης της υπερημερίας και παραπειστικής αυτής συμπεριφοράς, ότι εφόσον δεν ολοκλήρωνε το σύνολο των διαδικασιών έως τις 15.1.2003, θα ασκούσε τα νόμιμα δικαιώματά της.
Από όσα προαναφέρθηκαν, αλλά και τα διαλαμβανόμενα στις επιστολές μεταξύ της μεσιτικής εταιρείας που ανέλαβε την πώληση των προαναφερόμενων ακινήτων, διαπιστώνεται ότι για τα ακίνητα αυτά δεν είχε αποπληρωθεί ο ΕΝΦΙΑ, είχαν επιβληθεί πρόστιμα για πολεοδομικές παραβάσεις, ενώ υπήρχαν σε αυτά φθορές και ζημιές, για την τακτοποίηση δε όλων των παραπάνω απαιτούνταν, κατά μέσο όρο, το ποσό των 80.000 με 90.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, το προσφερόμενο τίμημα, κατά το έτος 2015, ανήρχετο στο ποσό των 370.000 - 380.000 ευρώ για κάθε ακίνητο, ενώ η μεσιτική εταιρεία ενημέρωσε την εφεσίβλητη ότι δεν ήταν δυνατή η αποδοχή των προσφορών αν δεν καταβάλλονταν τα ποσά των τακτοποιήσεων και νομιμοποιήσεων των απαραίτητων χώρων, τα έξοδα αποκατάστασης ζημιών των σπιτιών, το ποσό του ΕΝΦΙΑ για όσα χρόνια ήταν σε εκκρεμότητα και η μεσιτική αμοιβή από την πλευρά του ιδιοκτήτη.
Επίσης, στο συγκρότημα 2 κτιρίων με δεκαεννιά (19) κατοικίες που βρίσκονται στο ... και επί της οδού ..., εξαιρουμένων των/ διαμερισμάτων Ε2, Στ2 του κτιρίου 1 και διαμερίσματος Β2 του κτιρίου 2 και των θέσεων στάθμευσης 16, 22, 35 και αποθήκης 23, δυνάμει της υπ' αρ. 5266/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας "MILLENΙUM BANK" για το ποσό των 540.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απορρέουσας από την υπ' αρ. ....2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 450.000 ευρώ απαίτησης, δυνάμει της υπ' αρ. 93382/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας "MILLENUMBANK" για το ποσό των 2.160.000 ευρώ προς εξασφάλιση της απορρέουσας, από την υπ' αρ. ....2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 1.800.000 ευρώ, απαίτησης, δυνάμει της υπ' αρ. 69819/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας "MILLENΙUM BANK" για το ποσό των 4.368.000 ευρώ προς εξασφάλιση της, απορρέουσας από την υπ' αρ. ....2008 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 3.640.000 ευρώ, απαίτησης, δυνάμει της υπ' αρ. 31912/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας "MILLENΙUM BANK" για το ποσό των 300.000 ευρώ, προς εξασφάλιση της απορρέουσας από την υπ' αρ. 1868740/20.11.2011 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 250.000 ευρώ, απαίτησης, δυνάμει της υπ' αρ. 12380/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών έχει εγγραφεί προσημείωση υποθήκης υπέρ της τράπεζας "MILLENΙUM BANK" για το ποσό των 58.000 ευρώ προς εξασφάλιση της, απορρέουσας από την υπ' αρ. ....2012 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ύψους 58.000 ευρώ, απαίτησης και έχει επιβληθεί αναγκαστική κατάσχεση από την εφεσίβλητη για την ικανοποίηση της απορρέουσας από την ένδικη ....2006 σύμβαση απαίτησής της.
Περαιτέρω και αναφορικά με την αξία της μετοχής της εταιρείας "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", σύμφωνα με τον ισολογισμό χρήσεως της 31ης Δεκεμβρίου 2011 και τα αποτελέσματα της χρήσης, το ενεργητικό ανήρχετο στο ποσό των 6.698.061, 13 ευρώ και αναλυτικότερα: ΑΣΩΜΑΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ 28.803,73 ευρώ, ΕΝΣΩΜΑΤΕΣ ΑΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ:
γήπεδα - οικόπεδα 3.171.055 ευρώ, ακινητοποιήσεις υπό εκτέλεση και προκαταβολές 2.058.280,93 ευρώ, έπιπλα και λοιπός εξοπλισμός 4811,12 ευρώ και ΣΥΝΟΛΟ ΑΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ και ΣΥΝΟΛΟ ΠΑΓΙΟΥ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ 5.262.950,78 ευρώ, ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ 583.063, 20 ευρώ, ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ: πελάτες 342.579 ευρώ, γραμμάτια εισπρακτέα στις τράπεζες για εγγύηση, μη δουλευμένοι τόκοι 1063,13 ευρώ, χρεώστες διάφοροι 5992,80 ευρώ, λογαριασμοί διαχειρίσεως προκαταβολών και πιστώσεων 206.718,28 ευρώ και ΔΙΑΘΕΣΙΜΑ 195.693,94 ευρώ, ενώ το παθητικό ανήρχετο στο συνολικό ποσό των 6.598.061,13 ευρώ και αναλυτικότερα:
για δάνεια τραπεζών στο ποσό των 5.936.901,08 ευρώ, το ποσό για διαφόρους πιστωτές 140.426,02 ευρώ και συνολικά 6.077,326,10 ευρώ, ενώ το ποσό των ίδιων κεφαλαίων στα 520.735, 03 ευρώ. Ο εκκαλών, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε την εμφανή περιουσία του, επικαλείται τόσο την προαναφερόμενη εκτίμηση αγοραίας αξίας των πιο πάνω ακινήτων των ανεξάρτητων πιστοποιημένων εκτιμητών Ν.
Π. και Π. Κ., αλλά και την εκτίμηση της αξίας της μετοχής της εταιρείας "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ". Σύμφωνα με την τελευταία εκτίμηση η αξία του ενεργητικού της εταιρείας, κατά το έτος 2011, ανήρχετο στο ποσό των 14.269.463,65 ευρώ και μετά την αφαίρεση του παθητικού ύψους 6.598.061,13 ευρώ, η αξία της επιχείρησης στο ποσό των 7.671.402,52 ευρώ και η αξία κάθε μετοχής στο ποσό των 1.278,59 ευρώ και συνολικά η αξία των μετοχών του πρώτου εκκαλούντος στο ποσό των 7.287.830 ευρώ στο αποτέλεσμα δε αυτό καταλήγουν οι εκτιμητές υπολογίζοντας την αξία των γηπέδων - οικοπέδων, ακινητοποιήσεων υπό εκτέλεση και προκαταβολών στο συνολικό ποσό των 12.900.738,45 ευρώ, βάσει της δικής τους εκτίμησης, κατά την οποία η συνολική αξία των ακινήτων που βρίσκονται στη θέση "..." του δήμου ...
και επί της οδού ..., ανήρχετο τον 6/2011 στο ποσό των 4.958.956,31 ευρώ και η αξία του συγκροτήματος των 2 κτιρίων με δεκαεννιά (19) κατοικίες που βρίσκονται στο Ν.Φάληρο τον 6/2011 στο ποσό των 7.941.782,14 ευρώ και συνολικά 12.900.738,45 ευρώ. Αποδείχθηκε όμως, ότι η προαναφερόμενη εκτίμηση, όπως και αυτές που αφορούν στην αξία των ακινήτων κυριότητας του πρώτου εκκαλούντος στην Εκάλη και στην Κεφαλονιά, είναι ανεπαρκώς τεκμηριωμένες και ως εκ τούτου εσφαλμένες και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική αξία των ακινήτων αυτών, καθόσον οι εκτιμητές, Ν.
Π. και Π. Κ., όπως με σαφήνεια διατυπώνεται στις εκτιμήσεις τους, ουδόλως έλαβαν υπόψη τους, τα προαναφερόμενα πραγματικά γεγονότα (φθορές, ζημιές, πολεοδομικές παραβάσεις, οφειλές ΕΝΦΙΑ), καθόσον θεώρησαν ότι τα ακίνητα είναι ελεύθερα από κάθε είδους βάρος, υποθήκη, προσημείωση ή άλλο περιορισμό, ότι ο κτιριακός εξοπλισμός λειτουργεί κανονικά, δεν πραγματοποίησαν πολεοδομικό έλεγχο, θεώρησαν, δίχως κανένα είδους έλεγχο, ότι τα κτίρια είχαν κατασκευαστεί νόμιμα και σύμφωνα με τους κανόνες της οικοδομικής επιστήμης και νομοθεσίας και πολεοδομικής πλευράς, ότι οποιεσδήποτε τυχόν αυθαιρεσίες δύναται να τακτοποιηθούν/ νομιμοποιηθούν με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, ενώ από εκτιμητικής πλευράς είχαν εκτιμηθεί κανονικά και πλήρως όλες οι επιφάνειες καθώς δεν θεωρήσανε μειωτικό συντελεστή σε τυχόν τμήματα ή άλλες επιφάνειες που κατασκευάστηκαν άνευ αδειών ή έχουν αλλάξει χρήση, και ούτε γνωμοδοτήσανε περί δυνατότητας νομιμοποίησης/τακτοποίησης πιθανών παραβάσεων, ούτε περί πιθανού κόστους αυτών των διαδικασιών με βάση την τρέχουσα νομοθεσία.
Επίσης, χωρίς να αναφέρουν, το έτος κατασκευής των ακινήτων και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά αυτών (ως προς την ποιότητα των υλικών κατασκευής και την πραγματική εξωτερική και εσωτερική αυτών διαμόρφωση), χρησιμοποιούν, λαμβανομένων υπόψη των παραπάνω, αυθαίρετα, συγκριτικά στοιχεία για κατοικίες στο δήμο ..., χωρίς συγκεκριμένη αιτιολόγηση, στο τέλος δε της εκτίμησής τους, από τη συνολική αυτών αξία αφαιρούν το συνολικό ποσό των 62.000 ευρώ, για το οποίο ισχυρίζονται, αόριστα, ότι αντιστοιχεί στην τακτοποίηση όλων των χώρων.
Επισημαίνεται δε, ότι η ίδια η εταιρεία "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ", στους πιο πάνω ισολογισμούς της εκτιμά, όπως προαναφέρθηκε, την αξία των ενσώματων ακινητοποιήσεων (γήπεδα - οικόπεδα, ακινητοποιήσεις υπό εκτέλεση και προκαταβολές) στο ποσό των 5.262.950,78 ευρώ, το οποίο, κατά την κρίση του δικαστηρίου ανταποκρίνεται στην πραγματική αυτών εμπορική αξία και όχι σε αυτό 12.900.738,45 ευρώ.
Επομένως, σύμφωνα με τον λογιστικό τύπο που οι πιο πάνω εκτιμητές χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό της αξίας της πιο πάνω εταιρείας και της μετοχής αυτής, μετά την αφαίρεση από το δημοσιευμένο στον ισολογισμό της εταιρείας ενεργητικό της ύψους 6.598.061,13 ευρώ του παθητικού ύψους 6.598.061,13 ευρώ η αξία της επιχείρησης αυτής είναι μηδενική και ως εκ τούτου και η αξία εκάστης των μετοχών της.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο των εκκαλούντων προς τη δεύτερη αυτών, θυγατέρα του και τον τρίτο εκκαλούντα, αδελφό του, των οποίων δεν απαιτείται γνώση ως προς την πρόθεση βλάβης της δανείστριας εφεσίβλητης αφού απαλλοτρίωση έλαβε χώρα από χαριστική αιτία, με μοναδικό σκοπό την ματαίωση της ικανοποίησης της ένδικης αξίωσης της τελευταίας, διότι ο πρώτος των εκκαλούντων γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των ένδικων περιουσιακών του στοιχείων, θα περιέλθει σε πλήρη οικονομική αδυναμία και δεν θα έχει τη δυνατότητα πλέον να ικανοποιήσει την οφειλή του προς τη δανείστρια εφεσίβλητη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η εμφανής αυτού περιουσία έφερε βάρη προς προστασία των απαιτήσεων τρίτων δανειστών και δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση της ένδικης οφειλής του.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο, αφού έλαβε υπόψη τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις αμφοτέρων των διαδίκων, τα οποία έκρινε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να σχηματίσει ορθή δικανική πεποίθηση και απέρριψε το αίτημα των εναγόμενων - εκκαλούντων να εξετάσουν μάρτυρες στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στη συνέχεια δε κατέληξε στην ίδια κρίση και δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει η από 23.10.2017 με Γ.Α.Κ. 595004/2017 και Ε.Α.Κ. 506196/2017 έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".
4. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσειόντων και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δεν παραβίασε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 του ΑΚ, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η εμφανής περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος μετά τις επίδικες απαλλοτριώσεις αποτελείτο από μία οριζόντια ιδιοκτησία-μεζονέτα στην ..., εμπορικής αξίας 550.000 ευρώ και μία διώροφη οικοδομή στο ..., αντικειμενικής αξίας 156.877,45 ευρώ, επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας-μεζονέτας έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης για την εξασφάλιση απαιτήσεων που δεν συνδέονται με τις επίδικες συνολικού ποσού 928.200 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει την εκ 550.000 ευρώ εμπορική της αξία, τόσο κατά το έτος 2011, όσο και κατά το έτος 2016 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, επί δε της διώροφης οικοδομής έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης για την εξασφάλιση άλλων απαιτήσεων συνολικού ποσού 485.341,38 ευρώ, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ την αντικειμενική της αξία των 156.877,45 ευρώ, τόσο κατά το έτος 2011, όσο και κατά το έτος 2016 που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, με συνέπεια η ως άνω εμφανής ακίνητη περιουσία του πρώτου αναιρεσείοντος να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης και επιπλέον η αξία των μετοχών του πρώτου αναιρεσείοντος είναι μηδενική, καθόσον η αξία της επιχειρήσεως "Ι.
Δ. Ανώνυμη Εταιρεία Κατασκευών" είναι μηδενική. Οι επίδικες δε μεταβιβάσεις έγιναν από τον πρώτο αναιρεσείοντα προς την δεύτερη αναιρεσείουσα-θυγατέρα του και τον τρίτο αναιρεσείοντα-αδελφό του, με μοναδικό σκοπό τη ματαίωση της ικανοποιήσεως της ένδικης αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, καθόσον αυτός γνώριζε ότι με την απαλλοτρίωση των επίδικων περιουσιακών του στοιχείων θα περιέλθει σε πλήρη οικονομική αδυναμία και δεν θα έχει την δυνατότητα πλέον να ικανοποιήσει την οφειλή του προς την αναιρεσίβλητη.
Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 939 ΑΚ, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στην προαναφερθείσα διάταξη.
Επομένως, οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι περιεχόμενες στους ίδιους ως άνω λόγους αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον υπολογισμό της αξίας του ακινήτου στην ...
στο ποσό των 550.000 ευρώ, ως προς την μηδενική αξία των μετοχών του πρώτου αναιρεσείοντος και ως προς την γνώση του τελευταίου ότι είναι αφερέγγυος, καθιστούν τους αναιρετικούς αυτούς λόγους κατά το αντίστοιχο μέρος τους, απαράδεκτους, αφενός λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η προσβαλλόμενη απόφαση και αφετέρου διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, η οποία είναι, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη.
5. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 2086/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά το οικείο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1β ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου του άρθρου 939 ΑΚ παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ακόλουθα διδάγματα της κοινής πείρας:
ότι υπάρχοντος όρου δανειακής σύμβασης ο οποίος θέτει ως ανώτατο όριο δανεισμού το 60 % της εμπορικής αξίας των προσημειωμένων από την τράπεζα ακινήτων του πρωτοφειλέτη, ο υπογράφων τη σύμβαση οφειλέτης θεωρείται ότι γνωρίζει ότι τα εν λόγω ακίνητα επαρκούν για την εξασφάλιση της απαίτησης της τράπεζας.
Ότι υπαρχόντων προσημειώσεων επί ακινήτων προς εξασφάλιση του συνόλου των υποχρεώσεων, ο συναινών στις προσημειώσεις αυτές οφειλέτης θεωρείται ότι γνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις είναι πλήρως εξασφαλισμένες. Ότι ο εμφορούμενος από δόλο ματαίωσης της ικανοποίησης των δανειστών του οφειλέτης, ουδέποτε θα εισέφερε στην περιουσία του νέο ακίνητο, αυξάνοντας την περιουσία του και προσφέροντάς την στους δανειστές του.
Ότι ουδέποτε τα τραπεζικά ιδρύματα χορηγούν περαιτέρω πιστώσεις και διευκολύνσεις στους οφειλέτες τους εάν υφίστανται ενδείξεις καταδολίευσης και γενικώς απομείωσης της περιουσίας, γεγονός το οποίο επιβεβαιώνεται μέσω του ελέγχου σωρείας εγγράφων πριν την εκάστοτε τροποποίηση, μεταξύ των οποίων και το Ε9 του οφειλέτη στο οποίο εμφαίνεται η ακίνητη περιουσία του.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας τα ανωτέρω επικαλούμενα, ως τέτοια, από τους αναιρεσείοντες και αφετέρου διότι με την επίφαση της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες, στην πραγματικότητα, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για την εκτίμηση των αποδείξεων.
6. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, έχει εφαρμογή στην περίπτωση που το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, με την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 1299/2017, ΑΠ 104/2014).
Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο της ουσίας, μετά από την εκτίμηση προσκομισθέντων και αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, καταλήξει έστω και σε εσφαλμένη περί των πραγμάτων κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 562 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 45/2014). Για να είναι δε ορισμένος αυτός ο λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιό πράγμα λήφθηκε υπόψη χωρίς απόδειξη και ποιά η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 1226/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το οικείο πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η αξία του ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος οφειλέτη στο Αργοστόλι Κεφαλλονιάς ταυτίζεται με την αντικειμενική και συνεπώς υπολείπεται των εμπράγματων βαρών, χωρίς να λάβει υπόψη του κανένα αποδεικτικό στοιχείο ικανό να εισφέρει κριτήρια τεκμηρίωσης της εμπορικής του αξίας.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η πραγματική αξία του επίδικου ακινήτου, κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, λαμβανομένης υπόψη και της θέσεως και του είδους του, δεν διαφοροποιείται από την αντικειμενική του αξία, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία νομότυπα με επίκληση στις προτάσεις, προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.
7. Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο, δηλαδή, στην ανάγνωση αποδεικτικού, υπό την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, είτε αυτό προσκομίζεται προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη (ΑΠ 545/2014), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικώς προς το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 824/2021, ΑΠ 175/2017).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο τρίτο σκέλος του, προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι το Εφετείο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ισοζυγίου της εταιρείας "Ι. Δ. ΑΕ" με ημερομηνία 31-12-2010, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ'αυτό και συγκεκριμένα:α) εξέλαβε ότι ο ισολογισμός της εταιρείας κατά τον οποίον το ενεργητικό της ισούται με το παθητικό της σημαίνει ότι η καθαρή αξία αυτής είναι μηδενική, ενώ κατά τα λογιστικά πρότυπα πάντοτε το ενεργητικό ισούται με το παθητικό επειδή σε αυτό (παθητικό- υποχρεώσεις) προστίθεται και η καθαρή θέση και β) εξέλαβε ως εμπορική αξία των ακινήτων που αποτελούν το ενεργητικό των ακινήτων την αναγραφόμενη στον ισολογισμό, ενώ κατά τα λογιστικά πρότυπα στον ισολογισμό το ενεργητικό αποτυπώνεται με βάση το κόστος κτήσης των περιουσιακών στοιχείων και όχι την πραγματική τους αξία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από το παρατιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο του ως άνω ισοζυγίου, σε αντιπαραβολή με εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, καθίσταται εμφανές ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα με την εκτεθείσα στην αρχή έννοια, αλλά εκτίμησε και αξιολόγησε το αληθινό περιεχόμενο αυτού και συνήγαγε πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες. 8.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ: "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 1313/2018). Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 869/2021, ΑΠ 84/2020, ΑΠ 711/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 (όχι και από τον αριθμό 8) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ήδη αναιρεσίβλητης, ενάγουσας, δανείστριας τράπεζας, την οποία οι αναιρεσείοντες είχαν προβάλει πρωτοδίκως και επανέφεραν, νομίμως, στο Εφετείο, με λόγο έφεσης.Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και της εφέσεως των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ισχυρίστηκαν τα ακόλουθα:
"...Εν προκειμένω η άσκηση του δικαιώματος διάρρηξης υπερβαίνει τα όρια που θέτει η καλή πίστη και είναι καταχρηστική, για τους κάτωθι λόγους:...Όπως έχει αποδειχθεί ανωτέρω η εφεσίβλητη είναι βέβαιο ότι μπορεί να ικανοποιηθεί από τα περιουσιακά σταιχεία της πιστούχου της εταιρείας "Ι. Δ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ" και κυρίως από τα ακίνητα τα οποία έχει προσημειωμένα....η ίδια η εφεσίβλητη πίστευε ότι τα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου των εκκαλούντων υπερκαλύπτουν τις υποχρεώσεις του...από τις εκτιμήσεις των ακινήτων στις οποίες προέβαινε τακτικά, διο και ουδεμία αντίρρηση έφερε στις μεταβιβάσεις παρόλο που μέσω των Ε9 σαφώς τις γνώριζε κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, αλλά και συνέχισε να χρηματοδοτεί έτι περαιτέρω την εταιρία του α' εξ ημών, όπως αναλύθηκε ανωτέρω.
Η συμπεριφορά δε της εφεσίβλητης είναι απολύτως λογικό να δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά της, πεποίθηση η οποία εδραιώθηκε έτι περαιτέρω από το γεγονός ότι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε η εφεσίβλητη για καταδολιευτική συμπεριφορά, ουδέποτε άσκησε μήνυση για τις εν λόγω πράξεις που τώρα επικαλείται και τελικώς άσκησε την ένδικη αγωγή την ημέρα που παρεγράφετο ένα τμήμα της αγωγής και λίγες ημέρες προ της παραγραφής όλων των δικαιωμάτων της.".
Όμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, γνώση της αναιρεσίβλητης ότι τα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου αναιρεσείοντος υπερκαλύπτουν τις υποχρεώσεις του και συνέχιση της χρηματοδοτήσεως της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της ένδικης αγωγής, διότι αυτή δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
9. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 αριθ.1, 191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2020 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1348/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ