Legislator Case Law & Legislation
822/2020 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding overtime and leave pay, remanding case while dismissing location compensation claim.

Case Number 822/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision, ordering a remand for further proceedings on specific claims. The court found the appellant's arguments regarding overtime, irregular overtime, and leave pay differences valid, while dismissing the claim for out-of-town travel expenses due to sufficient evidence of work on Aegean islands. Consequently, the case was remanded to the same court for adjudication on the remanded issues, and the respondent was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal by remanding the case for further proceedings on valid grounds while dismissing unsupported claims, ensuring the respondent bears costs for the rejected portion.

Keywords

AI generated
partial appeal allowance remand for further proceedings overtime compensation out-of-town travel expenses legal costs allocation evidence evaluation labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 335 and 338 to 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 581 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 822 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 822/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Λ. Ν. του Ά., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σαξώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ελληνόϊλ Ελληνική Εταιρία Πετρελαίων ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ελίν", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Ζερδελή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 223/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4602/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-7-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 380/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης εωσότου εκδοθεί απόφαση της πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αυτό.

Εκδόθηκε η 10/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφερε για συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 11-7-2018 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκειται προς κρίση η από 4-7-2016 αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος κατά της 4602/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση με την από 11-7-2018 κλήση του αναιρεσείοντος, ύστερα από την έκδοση της 380/2018 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί σ' αυτήν με την 1855/2017 απόφαση του Α2 τμήματος αυτού.

Η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε εντός της ισχύουσας κατά το χρόνο έκδοσης της αναιρεσιβαλλομένης τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας από την έκδοση αυτής, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της. (ΚΠολΔ 553, 556, 558, 564, βλ ολΑΠ10/2018) 2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008 και 14/2005) Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των εκεί αναφερομένων εγγράφων, ειδικότερα του ατομικού ασφαλιστικού βιβλιαρίου του ενάγοντος, της άδειας οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου και του πιστοποιητικού επαγγελματικής κατάρτισης οδηγών που ο αναιρεσείων είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του, από τα οποία ,κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύεται τριετής προϋπηρεσία του με την ιδιότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου κατά το χρόνο πρόσληψής του στην εναγομένη που ασκούσε επιρροή στη διαμόρφωση των αξιούμενων ποσών.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ότι "ο ενάγων αφενός δεν γνωστοποίησε την επικαλούμενη προϋπηρεσία του στην εναγόμενη, αφετέρου από το ασφαλιστικό του βιβλιάριο δεν προκύπτει η συναφής ειδικότητα της προϋπηρεσίας του ..." και κατέληξε ότι η εκεί εκκαλουμένη ορθά υπολόγισε τις αποδοχές του χωρίς να λάβει υπόψη την ανωτέρω προϋπηρεσία.

Υπό τα διαλαμβανόμενα, ο ερευνώμενος λόγος είναι αλυσιτελής, τούτο διότι, η κρίση του δικαστηρίου για το ζήτημα αυτό ερείδεται στο γεγονός της μη γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας στην εναγόμενη- εργοδότρια, σε κάθε δε περίπτωση αβάσιμος, αφού από τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, τη ρητή μνεία σ' αυτή του ασφαλιστικού βιβλιαρίου και τις αιτιολογίες της απόφασης σχετικά με το προβαλλόμενο με τον ερευνώμενο εδώ λόγο αναίρεσης ζήτημα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα πιο πάνω έγγραφα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος.

3. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 435/1976, συνάγεται ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του ν.δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ.2 του ως άνω ν. 435/1976.

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 11770/20-2-1984 (ΦΕΚ Β` 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέραν από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και, συνεπώς, ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25%), αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός της προκειμένης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου..

Ειδικώς για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση 45 ωρών εβδομαδιαίως, ενώ για τους εργαζομένους με το σύστημα των έξι ημερών την εβδομάδα ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών εβδομαδιαίως.

Για τους ίδιους εργαζόμενους και ανάλογα με το σύστημα των πέντε ή έξι ημερών εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ή οκτώ (8) αντίστοιχα ωρών εργασίας ημερησίως (ΑΠ 314/2017). Επακολούθησε όμως ο Ν. 2874/2000, που με τη διάταξη του άρθρου 4 αυτού κατάργησε το θεσμό της υπερεργασίας μέχρι τις 30.9.2005, οπότε η εν λόγω διάταξη αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3386/2005, που επανέφερε τον θεσμό της υπερεργασίας.

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 2874/2000 (πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του Ν. 3386/2005) καταργήθηκε από 1 Απριλίου 2001 η υπερεργασία για τις επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών και η απασχόληση πέραν των 40 και μέχρι των 43 ωρών (41η, 42η και 43η ώρα εβδομαδιαίας απασχόλησης) χαρακτηρίσθηκε από το νόμο ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει την υποχρέωση να παράσχει την εργασία του κατά την περί τούτου διακριτική ευχέρεια του εργοδότη.

Η πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως απασχόληση του μισθωτού στις ως άνω επιχειρήσεις θεωρείται κατά την παρ. 3 του ως άνω άρθρου ως υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Επομένως η πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως υπερωριακή απασχόληση του μισθωτού μπορούσε να είναι είτε νόμιμη (εάν τηρήθηκαν οι κατά νόμο προϋποθέσεις και διαδικασίες έγκρισης), είτε παράνομη.

Η έκφραση του νόμου ότι για τις επιχειρήσεις αυτές θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση (44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες απασχόλησης) δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανώτατου νόμιμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι και η υπέρβαση του ανώτατου ωραρίου της ημερησίας απασχόλησης του μισθωτού, το οποίο μετά την 1 Απριλίου 2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρύθμισης, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί εξαήμερης ή πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης αντίστοιχα (ΑΠ 671/2016, ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1223/2013, ΑΠ 1158/2011).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως αυτό ισχύει μετά τη διαδοχική αντικατάστασή του με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 (με έναρξη ισχύος από 1-10-2005) και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 (με έναρξη ισχύος από 15-7-2010), ως υπερωριακή θεωρείται η απασχόληση πέραν των 45 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε πενθήμερη βάση και πέραν των 48 ωρών, σε επιχειρήσεις που απασχολούν το προσωπικό τους σε εξαήμερη βάση.

Ο νόμιμος χρόνος ημερήσιας απασχόλησης και μετά τη νέα ρύθμιση, παραμένει η κύρια βάση του υπολογισμού των υπερωριών, αφού στην ίδια διάταξη ορίζεται ότι οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο (8ωρο για εξαήμερη και 9ωρο για πενθήμερη απασχόληση) διατηρούνται σε ισχύ.

Συνεπώς, η απασχόληση πέραν των εννέα ή οκτώ ωρών ημερησίως (υπό το σύστημα του πενθημέρου ή εξαημέρου, αντίστοιχα) είναι πάντα υπερωρία, είτε νόμιμη είτε παράνομη, διότι υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας του νομίμου ημερήσιου ωραρίου. Το ύψος της αποζημίωσης για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση προσδιορίσθηκε αρχικά, με το άρθρο 4 παρ.5 του ν. 2874/2000, στο 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (δηλαδή το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο με προσαύξηση 150% επ'αυτού) και, στη συνέχεια, καθορίσθηκε η αποζημίωση για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (άρθρο 1 ν. 3385/2005).

Με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15-7-2010 (άρθρο 76 ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (από την 41η έως και την 45η ώρα κάθε εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (ΑΠ 288/2018,1583/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του ν.δ. 4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται στο δεύτερο για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία, θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες.

Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού, στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 1254/2013). Επίσης, θεωρείται έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στον εργαζόμενο ορισμένο χρηματικό ποσό, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για συγκεκριμένη, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία αυτού, η οποία πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον (ΑΠ 180/2015, 1112/2011, ΑΠ 645/2010) και στο μέτρο που οι εξ αυτής αξιώσεις καλύπτονται από το επί πλέον ποσό.

Στην περίπτωση αυτή επέρχεται απόσβεση των αξιώσεων για υπερωριακή απασχόληση, κατά το μέρος που με αυτήν καλύπτονται οι εν λόγω αξιώσεις (ΑΚ 416).Τέλος,κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

4.Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα 'Ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε την 27-9-2000 από την εναγόμενη ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του οδηγού ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου-βυτιοφόρου βάρους άνω των 13,5 τόννων.

Ότι η εναγόμενη στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας εμπορίας καυσίμων και λιπαντικών πραγματοποιεί παραδόσεις υγρών καυσίμων σε πελάτες της και στα νησιά των Κυκλάδων και του Αιγαίου. Ότι για τη διεκπεραίωση του εφοδιασμού των νησιών ναύλωνε δεξαμενόπλοια τα οποία δέχονταν επ' αυτών βυτιοφόρο, στο οποίο μεταφορτώνονταν τα καύσιμα και μεταφέρονταν τα καύσιμα στους πελάτες, κατοίκους των νησιών.

Ότι ο ενάγων, το πρώτο εξάμηνο από την πρόσληψη του, απασχολήθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου στην περιοχή της Αττικής. Ότι, ακολούθως, αποδέχθηκε πρόταση της εναγόμενης να απασχοληθεί στα δεξαμενόπλοια τα οποία διένειμαν, δια των επ' αυτών βυτιοφόρων, καύσιμα στα νησιά του Αιγαίου και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι τόπος της εργασίας του είναι ο επιβαλλόμενος από τη φύση της, δηλαδή τα εκάστοτε νησιά του Αιγαίου και ως εκ τούτου ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωση για έκτος έδρας εργασία.

Ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2002 έως 2007 απασχολήθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου το οποίο φορτώνονταν σε ναυλωμένο δεξαμενόπλοιο της εναγόμενης που πραγματοποιούσε ταξίδια ανεφοδιασμού στα νησιά του Αιγαίου. Ότι κάθε δεξαμενόπλοιο πραγματοποιούσε τρία ταξίδια το μήνα διάρκειας κατά μέσο όρο 21 ημερών, αυτός δε ήταν και ο πραγματικός χρόνος της μηνιαίας απασχόλησης του ενάγοντος (21 ημερών).

Ότι τα δεξαμενόπλοια αποσύρονταν και παρέμειναν προς επιθεώρηση και επισκευές δεμένα στο καρνάγιο για περίπου δυο μήνες περιοδικά ανά διετία. Ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα επισκευής κάθε δεξαμενόπλοιου οι ανάγκες της εναγόμενης σε οδηγούς βυτιοφόρων και οι απασχολούμενοι σ' αυτά οδηγοί της εναγόμενης λάμβαναν, κατόπιν συνεννόησης μεταξύ τους την ετήσια κανονική τους άδεια.

Ότι συνεπώς η εναγόμενη χορηγούσε την ετήσια άδεια στον ενάγοντα κατά το χρόνο επισκευής των δεξαμενοπλοίων μεταφοράς των βυτιοφόρων και κατέβαλε τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ότι οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν από 1-1-2002 σε 1280 ευρώ, από 1-2-2003 σε 1.350 ευρώ, από 1-1-2004 σε 1.356 ευρώ, από 1-1-2005 σε 1.455 ευρώ, από 1-1-2006 σε 1.543 ευρώ και από 1-1-2007 σε 1.754 ευρώ.

Ότι η εναγόμενη επί πλέον των αποδοχών αυτών κατέβαλε στον ενάγοντα κάθε μήνα κατά μέσο όρο αμοιβή 12 ωρών ως προκαταβολή για την περίπτωση που ήθελε πραγματοποιηθεί υπερεργασία και 35-45 ωρών, για την περίπτωση που ήθελε πραγματοποιηθεί υπερωριακή απασχόληση. Ότι τις αποδοχές που αφορούσαν την υπερεργασία υπολόγιζε με ποσοστό 50% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών και αυτές που αφορούσαν υπερωριακή απασχόληση με ποσοστό 150% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών.

Ότι ακόμη, πλέον αυτών, κατέβαλε στον ενάγοντα οικειοθελώς από ελευθεριότητα ,έκτακτα χρηματικά ποσά (μπόνους) συνολικού ποσού 32.854 ευρώ κατά το ένδικο χρονικό διάστημα 2002 έως 2007. Ότι κατά την ανωτέρω χρονική περίοδο, τις είκοσι μία ημέρες απασχόλησης του ανά μήνα ο ενάγων απασχολήθηκε ως κατωτέρω: από τα μέσα του μηνός Απριλίου έως και τα τέλη του μηνός Ιουνίου και από τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου έως τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου κάθε έτους εργαζόταν τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας 6 ώρες ημερησίως και 30 ώρες εβδομαδιαίως, επομένως καμία απαίτηση δεν έχει για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση για τα ανωτέρω διαστήματα.

Ότι το χρονικό διάστημα από τις αρχές του μηνός Ιουλίου έως τα τέλη του μηνός Αυγούστου και από τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου έως τα μέσα του μηνός Απριλίου κάθε έτους, εργαζόταν 10 ώρες ημερησίως και 50 ώρες εβδομαδιαίως, τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και πραγματοποιούσε τους 8 αυτούς μήνες της απασχόλησης του, τα έτη 2002, 2003, 2004 έως και 30-9-2005, 3 ώρες ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και 7 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εβδομαδιαίως και μηνιαίως 12 ώρες και 28 ώρες αντίστοιχα, από δε 1-10-2005 πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας και 5 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, εβδομαδιαίως και μηνιαίως 20 ώρες υπερεργασίας και 20 ώρες παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, αντίστοιχα .Ότι το ωρομίσθιο του έπρεπε να είναι προσαυξημένο α) για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση κατά 50%, β) για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση κατά 150% έως την 30-9-2005 και κατά 100% έκτοτε και γ) για την υπερεργασία κατά 25%.Ότι η εναγόμενη προκατέβαλε, κάθε μήνα, για τυχόν πραγματοποίηση υπερωριών και υπερεργασίας κατά μέσο όρο, στον ενάγοντα πέραν του μισθού του και όλους τους μήνες του έτους, δηλαδή για 12 μήνες και όχι για 8 μήνες που πραγματικά απασχολείτο πέραν του οκταώρου, εβδομαδιαία 12 ώρες με προσαύξηση 50% και 35 έως 45 ώρες με προσαύξηση 150% επί των καταβαλλόμενων αποδοχών.

Ότι οι καταβαλλόμενες από την εναγόμενη αποδοχές για την υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομη υπερωριακή απασχόληση υπερέβαιναν κατά πολύ τις αποδοχές που δικαιούνταν ο ενάγων (ο ενάγων όπως προαναφέρθηκε λάμβανε σταθερά, μηνιαίως, ως προκαταβολή, 35 τουλάχιστον ώρες με προσαύξηση 150% και 12 ώρες με προσαύξηση 50%) και έχει εξοφληθεί για τις απαιτήσεις του (όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων ετησίως, για οκτώ μήνες, πραγματοποιούσε 12 ώρες οι οποίες έπρεπε να εξοφληθούν με προσαύξηση 50% και 28 ώρες οι οποίες έπρεπε να εξοφληθούν με προσαύξηση 150% και από 1-10-2005 20 ώρες οι οποίες έπρεπε να εξοφληθούν με προσαύξηση 25% και 20 ώρες οι οποίες έπρεπε να εξοφληθούν με προσαύξηση 100%) και δεν πρέπει να γίνει άλλος ειδικότερος υπολογισμός, όπως εσφαλμένα παραπονείται ο ενάγων.

Ότι το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του έτους 2006 έως και τον Οκτώβριο του έτους 2006, ο ενάγων δεν πραγματοποίησε ταξίδια και ότι τα δύο Σάββατα και τις Κυριακές που εργαζόταν κατά μέσο όρο κάθε μήνα, το ωράριο εργασίας του σε καμία από τις προαναφερθείσες περιόδους δεν υπερέβαινε τις οκτώ ώρες ημερησίως.

Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε την έφεση του ενάγοντος ως ουσία αβάσιμη, επικυρώνοντας έτσι την εκεί εκκαλουμένη 223/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως προς τις αξιώσεις για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή και κατ` εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, υπερωρίες και διαφορές επιδόματος αδείας.

5. Με τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ερμήνευσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (ανωτέρω με αρ.3) διέλαβε όμως στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες και τις παραβίασε εκ πλαγίου ,διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή τους.

Τούτο διότι, δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή το πραγματικό ύψος αφ' ενός των κατά μήνα προκαταβληθεισών ποσών κατά τη σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων για τις αιτίες αυτές στον αναιρεσείοντα και αφ'ετέρου των ποσών που δικαιούται κατά μήνα με υπολογισμό των πραγματοποιηθεισών ωρών υπερεργασιακής, ιδιόρρυθμης υπερωριακής και υπερωριακής απασχόλησης με βάση το οφειλόμενο ωρομίσθιο και τον υπολογισμό των νομίμων προσαυξήσεων του εν λόγω ωρομισθίου, ως προς τις οποίες υπήρξε διαφοροποίηση μεταξύ των ετών αφ` ενός 2002 - 2005 (υπό την ισχύ του ν. 2874/ 2000) και αφ` ετέρου 2006 - 2007 (υπό την ισχύ του ν. 3385/2005) ,ώστε με αντιπαραβολή αυτών να προκύψει απόσβεση των δικαιουμένων λόγω κάλυψης τους με τα επί πλέον προκαταβληθέντα ποσά για τις αξιώσεις αυτές.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος από τον αρ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Επίσης , η αποδιδόμενη πλημμέλεια με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως από τον αρ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ , κατά το κεφάλαιο διαφορών επιδόματος αδείας, όπως παραδεκτά συμπληρώνεται με την παρούσα , είναι βάσιμος τούτο διότι μόνη η παραδοχή ότι η εναγόμενη " κατέβαλε στον ενάγοντα το επίδομα αδείας" και επικύρωσε κατά τούτο την εκεί εκκαλουμένη, χωρίς να διαλαμβάνεται σ' αυτή το ύψος των δικαιουμένων ποσών για επίδομα αδείας και το ύψος των καταβληθεισών ποσών για την αιτία αυτή, καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 3 του α.ν.539/1945 και 3 αρ.16 του ν. 4.504/1966. 6.

Η 21091/2990/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση του νόμου 28/1944, όπως αυθεντικά ερμηνεύτηκε με το νόμο 866/1944, και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β` 142/4-9-1946), έχει ισχύ νόμου. Η απόφαση αυτή ορίζει ότι στο εκτός έδρας αποστελλόμενο προσκαίρως για εργασία υπαλληλικό και εργατοτεχνικό προσωπικό όλων γενικά των επιχειρήσεων και εργασιών καταβάλλεται και πρόσθετη αποζημίωση για κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, η οποία ισούται με το κάθε φορά νόμιμο ημερομίσθιο ή το 1/25 του νομίμου μηνιαίου μισθού.

Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη χορήγηση αποζημιώσεως για απασχόληση του μισθωτού εκτός έδρας είναι η αποστολή του από τον τόπο που συμφωνήθηκε για τη μόνιμη παροχή της εργασίας του σε άλλο τόπο για πρόσκαιρη απασχόλησή του σε αυτόν και η διανυκτέρευσή του στο νέο τόπο εργασίας. Ως έδρα της επαγγελματικής κατοικίας του μισθωτού νοείται ο τόπος στον οποίο κατά τρόπο μόνιμο και συνήθη παρέχει τις υπηρεσίες του, ασχέτως αν αυτός συμπίπτει με την έδρα της επιχειρήσεως (ΑΠ183/2019 1425/2002).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ` KΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα και συγκεκριμένα την από 27-11-2006 τροποποίηση όρων εργασιακής σχέσης , που με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί παροχής εργασίας εκτός έδρας στην οποία αναφέρεται ότι το προβλεπόμενο εκεί ειδικό επίδομα "καταβάλλεται στο μισθωτό ώστε να καλύπτει τυχόν προσαυξήσεις για υπερεργασία, υπερωριακή εργασία, νυχτερινή εργασία ,εργασία κατά Κυριακές και αργίες και εκτός έδρας" .

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωση για εκτός έδρας διανυκτέρευση, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό (επί λέξει) "ότι ο ενάγων, το πρώτο εξάμηνο από την πρόσληψη του, απασχολήθηκε ως οδηγός βυτιοφόρου στην περιοχή της Αττικής. Ότι, ακολούθως, αποδέχθηκε πρόταση της εναγομένης να απασχοληθεί στα δεξαμενόπλοια τα οποία διένειμαν, δια των επ' αυτών βυτιοφόρων, καύσιμα στα νησιά του Αιγαίου και συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι τόπος της εργασίας του είναι ο επιβαλλόμενος από τη φύση της, δηλαδή τα εκάστοτε νησιά του Αιγαίου και ο ενάγων δεν δικαιούται αποζημίωση για έκτος έδρας εργασία" δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην όμως, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά (και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του ενάγοντος) την αποδεικτική του δύναμη.

Επομένως, ο εξεταζόμενος τρίτος λόγος της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Επίσης, δεχόμενο ότι παρείχε την εργασία του στην εναγομένη κατά το εδώ κρίσιμο χρονικό διάστημα (2002-2007) ως οδηγός βυτιοφόρου για ανεφοδιασμό των νησιών του Αιγαίου (εκτός του πρώτου εξαμήνου λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης που απασχολείτο στην Αττική) και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι τόπος της εργασίας του είναι ο επιβαλλόμενος από τη φύση της δηλαδή τα εκάστοτε νησιά του Αιγαίου διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται η από τον αρ.19 του άρθρου559ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος. 7.Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαια για υπερεργασιακή, ιδιόρρυθμη υπερωριακή και υπερωριακή απασχόληση ( κατά το μέρος που έγινε δεκτό ότι ο ενάγων παρείχε εργασία πέραν συμβατικού ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου) και για διαφορές επιδόματος αδείας, να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 4602/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 17 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 2 της 822/2020 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου