Legislator Case Law & Legislation
822/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance judgment for breach of contract due to insufficient asset valuation.

Case Number 822/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by two individuals against a final judgment from the Multi-Member District Court of Xanthi regarding a breach of contract claim. The appellants argued that the lower court failed to properly apply civil code provisions concerning the right of creditors to break contracts when the debtor's remaining assets are insufficient. The court found the lower court's reasoning incomplete because it did not specify the value of the transferred properties at the time of the suit, making it impossible to verify if the actions were fraudulent or if the assets were sufficient to satisfy the claim. Consequently, the Supreme Court allowed the appeal, remitted the case for retrial by a different panel of judges, and ordered the respondent to pay the appellants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; The right of creditors to break contracts requires a specific assessment of the debtor's remaining assets versus the claim amount, and a judgment is flawed if it fails to state the value of transferred properties to determine the extent of fraudulent conveyance.

Keywords

AI generated
breach of contract fraudulent conveyance creditor's right insufficient assets property valuation appeal admissibility remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 822 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 822/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Δ., 2) Α. Π. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γκάνια με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/7/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης.

Εκδόθηκε η 95/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/4/2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 24/12/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αυτή υπ’ αριθ. 95/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθμ.95/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, (κατά παράλειψη άσκησης σχετικής κατ’ αυτής έφεσης και της παρόδου της νομίμου προθεσμίας) με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 25-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης για διάρρηξη της επίδικης σύμβασης γονικής παροχής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 939, 941 και 942 του ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες του άρθρου 943 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι με αυτές χορηγείται ένδικο βοήθημα στους δανειστές προς διάρρηξη των επιβλαβών γι’ αυτούς απαλλοτριωτικών πράξεων του οφειλέτη τους, εφόσον η υπολειπόμενη περιουσία του, δεν επαρκεί για ικανοποίηση των κατ’ αυτού απαιτήσεών τους.

Η αγωγή για διάρρηξη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί κατά των προσώπων που έχουν συναλλαγεί καταδολιευτικά, δηλαδή κατά του οφειλέτη και του τρίτου, κυρίως όμως αρμόζει κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, δεδομένου ότι αυτός είναι υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 943 εδ.α του ΑΚ, να αποκαταστήσει τα πράγματα στην κατάσταση που ήταν πριν την απαλλοτρίωση.

Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης, η διάρρηξη συνεπάγεται τη δημιουργία ενοχικής υποχρέωσης του τρίτου να αναμεταβιβάσει, είτε εκουσίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης, με βάσει τη διάταξη του άρθρου 949 του ΚΠολΔ, στον οφειλέτη το αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης, οπότε και θα μπορεί να επισπεύσει ο δανειστής αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο αυτό.

Όμως με το ν. 2298/1995, ( που ισχύει από 4-4-1995), στο κεφάλαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης έχουν εισαχθεί νέες διατάξεις, που αφορούν αμέσως τα αποτελέσματα της διάρρηξης της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Ειδικότερα: α) κατά τη διάταξη του άρθρου 936 παρ. 3 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου αυτού, τρίτος που απέκτησε το δικαίωμα από τον καθ’ ου η εκτέλεση με απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε ως καταδολιευτική κατά τα άρθρα 939 επόμενα του Αστικού Κώδικα, δεν μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα αυτό κατά του επισπεύδοντος που πέτυχε τη διάρρηξη ούτε κατά του υπερθεματιστή και των διαδόχων του και β) κατά τη διάταξη του άρθρου 992 παρ.1 εδ.

β του ΚΠολΔ, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ. 19 του πιο πάνω Νόμου 2298/1995, ακίνητο που έχει μεταβιβαστεί από τον οφειλέτη σε τρίτο, κατάσχεται στην περιουσία του οφειλέτη από το δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη της μεταβίβασης αυτής ως καταδολιευτικής, κατά τα άρθρα 939 επ. του Αστικού Κώδικα, αφού η απόφαση που απαγγέλλει τη διάρρηξη σημειωθεί στο περιθώριο της μεταγραφής της απαλλοτριωτικής πράξης.

Με βάση τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 37 του ίδιου Ν.2298/1995, η διάρρηξη της καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης δεν δημιουργεί πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης, όπως γινόταν δεκτό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 943 του ΑΚ, αλλά μπορεί ο δανειστής, που πέτυχε τη διάρρηξη, μετά την τελεσιδικία της απόφασης, να προβεί στην κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη, σαν να μην είχε υπάρξει η απαλλοτρίωση που διαρρήχθηκε.

Επομένως, με τις πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες εισάγεται ρύθμιση ουσιαστικού δικαίου για την επίλυση σύγκρουσης δικαιωμάτων, που απλώς βρίσκεται στον ΚΠολΔ, επανακαθορίζεται η έννοια του άρθρου 943 του ΑΚ και η διάταξη αυτή προσλαμβάνει το ακόλουθο νόημα: η "αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν", συνίσταται στην αυτοδικαίως επερχόμενη απαγόρευση προβολής από τον τρίτο του δικαιώματός του, όσο απαιτείται για την ικανοποίηση του δανειστή που πέτυχε τη διάρρηξη.

‘ Ετσι, το αντικείμενο της αγωγής του δανειστή χρηματικής απαίτησης για διάρρηξη είναι πλέον μόνο η απαγγελία της διάρρηξης της προσβαλλόμενης απαλλοτρίωσης υπέρ του ενάγοντος δανειστή και δεν απαιτείται πλέον να σωρεύσει αυτός και αίτημα αναμεταβίβασης του πράγματος που απαλλοτριώθηκε, από τον τρίτο στον οφειλέτη, διότι με βάση την ανωτέρω ρύθμιση, ο δανειστής μπορεί να κατάσχει το πράγμα απ’ ευθείας στην περιουσία του οφειλέτη (ΑΠ 552/2011, ΑΠ 421/2013, ΑΠ 2002/2014).

Από τα προαναφερθέντα και ιδιαίτερα την τροποποίηση του άρθρου 992 του ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώθηκε "η σημείωση της απόφασης που απαγγέλει τη διάρρηξη στο περιθώριο της απαλλοτριωτικής πράξης", προκύπτει, ότι και με τις νέες πιο πάνω ρυθμίσεις στο δικονομικό πεδίο, η μη αντιταξιμότητα της καταδολιευτικής μεταβίβασης (με την έννοια του απροβλήτου και της αντενέργειας), προϋποθέτει αναγκαίως δικαστική παρέμβαση και δικαστική τελεσίδικη διάγνωση της συνδρομής των όρων των διατάξεων των άρθρων 939 επ.

του Α.Κ συνακόλουθα δε απόφαση, που με την έννοια της διάπλασης, θα απαγγέλλει τη διάρρηξη. Στο πλαίσιο δε της δικαστικής αυτής διάγνωσης, και μετά την ισχύ του νόμου 2298/1995 και τις πιο πάνω τροποποιήσεις του, όπως και υπό το προγενέστερο νομικό καθεστώς, η διάρρηξη διατάσσεται μόνο για το μέρος εκείνο της απαλλοτρίωσης, που είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή, ενώ η απαλλοτριωτική πράξη μένει απρόσβλητη για το επί πλέον ποσοστό, ως προς το οποίο ο δανειστής στερείται εννόμου συμφέροντος για τη διάρρηξή του.

Η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται, όχι από τις οποιεσδήποτε προσωπικές εκτιμήσεις του επιτυχόντος την διάρρηξη δανειστή, αλλά από τη σχέση του ποσού της απαίτησης, που πρέπει να ικανοποιηθεί, προς το ποσό της αξίας του περιουσιακού στοιχείου, που απαλλοτριώθηκε, κατά την άσκηση της αγωγής, και για τούτο είναι ανάγκη, τα ποσά αυτά να αναφέρονται, τόσο στην αγωγή, για το κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ ποσοτικό και ποιοτικό ορισμένο της (Α.Π 1112/2004), όσο και στη δικαστική απόφαση, αφενός κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου με τα στοιχεία εκείνα, που ορίζει ο νόμος για τη θεμελίωσή του αγωγικού δικαιώματος (νομική αοριστία), αφ’ ετέρου δε κατά το σχηματισμό της κρίσης του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, σε συνδυασμό με πλήρεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, για τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου της διάρρηξης (ΑΠ.2200/2007).

‘ Ετσι, σε περίπτωση, που αντικείμενο της καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως είναι περισσότερα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, η διάρρηξη περιορίζεται σε όσα (και σε εκείνα που) απαιτούνται για την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή, ενώ σε περίπτωση, που αντικείμενό της είναι μόνο ένα (ενιαίο) περιουσιακό στοιχείο, η διάρρηξη περιορίζεται στο ποσοστό του εκείνο, η αξία του οποίου καλύπτει την απαίτηση του τελευταίου.

Ενόψει δε του ότι η εξεύρεση αυτού του μέρους εξαρτάται από τη σχέση του ποσού της απαιτήσεως, που πρέπει να ικανοποιηθεί προς το ποσό της αξίας κάθε περιουσιακού στοιχείου που απαλλοτριώθηκε κατά την άσκηση της αγωγής, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, τα ποσά αυτά να αναφέρονται, τόσο στην αγωγή, όσο και στη δικαστική απόφαση (Α.Π 1963/2009).

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ, μεταξύ των προϋποθέσεων της αγωγής διαρρήξεως καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, είναι και εκείνη της ύπαρξης απαιτήσεως (αξιώσεως) του δανειστή κατά του οφειλέτη, η οποία πρέπει να είναι γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτριώσεως, με την έννοια ότι τα παραγωγικά γεγονότα αυτής πρέπει να έχουν συντελεστεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, χωρίς να απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά ή να είναι εξοπλισμένη με εκτελεστό τίτλο, ούτε δυνάμει αυτού ο δανειστής να έχει προβεί σε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη, ενώ η διάρρηξη επέρχεται μόνο κατά το ποσό, κατά το οποίο ζημιώνεται αυτός, που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτρίωσης, δηλαδή κατά το μέρος που απαιτείται για να καλυφθεί η απαίτησή του, η οποία διαφορετικά δεν μπορεί να ικανοποιηθεί (ΑΠ.1701/2008).

Εξάλλου κατά το άρθρ. 559§1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005 7/2006 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν, κατά τα λοιπά, δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου η αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270 26/2004 AΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου;

που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΕλλΔνη 2006.1324).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005.710).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, σχετικά με την ουσιαστική διερεύνηση της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ’ αρ. .../1-7-2008 σύμβασης πίστωσης, η ενάγουσα χορήγησε στη μη διάδικο στην παρούσα δίκη Ά.

Μ. πίστωση μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ ως κεφάλαιο κίνησης. Την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της σύμβασης πίστωσης εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος παραιτήθηκε από την ένσταση δίζησης. Η παραπάνω σύμβαση πίστωσης και κάθε απαίτηση που απέρρεε από αυτή εκχωρήθηκε αρχικά από την ενάγουσα προς την εταιρία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." με σχετική σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων ενώ με τη σχετική σύμβαση διαχείρισης, η ενάγουσα ανέλαβε την τήρηση των κάθε φύσεως στοιχείων, καθώς και τη διαχείριση και είσπραξη των εκχωρηθεισών απαιτήσεων.

Στη συνέχεια δε η παραπάνω εταιρία προέβη σε αναμεταβίβαση προς την ενάγουσα λόγω πώλησης της ίδιας απαίτησης. Στις 7-7-2011 και επειδή η παραπάνω πιστούχος δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση αυτή και κατέστη υπερήμερη στην εξόφληση της οφειλής της, η ενάγουσα προέβη στο κλείσιμο του λογαριασμού μέσω του οποίου κινήθηκε η πίστωση, ο οποίος κατά την ημερομηνία αυτή εμφάνιζε χρεωστικό υπόλοιπο 15.712,44 ευρώ και στις 4-8-2011 γνωστοποιήθηκε στην πιστούχο και στον εγγυητή το κλείσιμο του λογαριασμού όπως προκύπτει από τις υπ’ αρ. ... /4-8-2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ξάνθης Β.

Β..

Στη συνέχεια εκδόθηκε σε βάρος τους η με αριθμό ...2011 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Ξάνθης, με την οποία αυτοί υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, πλέον τόκων και εξόδων, και η οποία επιδόθηκε στους παραπάνω οφειλέτες στις 25-10-2011, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες υπ’ αρ. ... /25-10-2011 εκθέσεις επίδοσης του παραπάνω δικαστικού επιμελητή.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο εγγυητής πρώτος εναγόμενος, ενώ γνώριζε την απαίτηση της ενάγουσας, δεδομένου ότι σύμφωνα και με όσα εκτίθενται ανωτέρω η σχετική σύμβαση παροχής πίστωσης είχε καταρτισθεί στις 1-7-2008, μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο γιο του δυνάμει του υπ’ αρ. ...20-6-2011 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Ξάνθης Κωνσταντίνου Σισαμπέρη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

και με αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, τα ακόλουθα ακίνητα: Από μία πολυώροφη οικοδομή, η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο συνολικής έκτασης 2.056,75 τ,μ. που βρίσκεται στην Ξάνθη στην πάροδο της οδού ... και συνορεύει βόρεια με πολυκατοικία διαφόρων συνιδιοκτητών, βορειοανατολικά με ακίνητο ιδιοκτησίας συνεταιρισμού Δημοσίων Υπαλλήλων, νοτιοανατολικά με πάροδο της οδού ..., νοτιοδυτικά με ακίνητα ιδιοκτησίας Γ.

και Μ. Π., Π. Β., Χ. Κ., Χ. Τ., Δ. Μ. και Ν. Μ. και βορειοδυτικά με ακίνητα ιδιοκτησίας Χ. Ζ., Ι. Μ., Ι. Μ. και Ν. Ρ., 1) ένα διαμέρισμα, αυτοτελές και διηρημένο, που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της παραπάνω οικοδομής, φέρει αριθμό εσωτερικής αρίθμησης στον όροφο …,. έχει πρόσοψη στην πάροδο της οδού ... (πρώην ανώνυμη οδό υπό διάνοιξη παρά της σιδηροδρομικής γραμμής) αποτελείται από σαλόνι, κουζίνα, τρία δωμάτια και δύο λουτροαποχωρητήρια, έχει μικτή επιφάνεια μαζί με τα κοινόχρηστα 110,61 τ.μ., καθαρή επιφάνεια 91,11 τ.μ., στο οποίο διαμέρισμα αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας 29,63%ο εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο και στους υπόλοιπους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής, με αναλογία οικοπέδου 60.95 τ.μ.

εξ αδιαιρέτου και συνορεύει ανατολικά με την πάροδο της οδού ... (πρώην υπό διάνοιξη ανώνυμη οδό), βορειοδυτικά με το με αριθμό … διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, βόρεια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, νοτιοδυτικά με ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και νότια με το με αριθμό … διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, με κοινόχρηστο διάδρομο του ιδίου ορόφου και με φρεάτιο ανελκυστήρα της οικοδομής και 2) μία αποθήκη στον υπόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής με αρίθμηση 10, συνολικής επιφάνειας 12,35 τ.μ.

στην οποία αντιστοιχεί ποσοστό συνιδιοκτησίας 0,50 %ο εξ αδιαιρέτου σε όλο το οικόπεδο και στους υπόλοιπους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της όλης οικοδομής με αναλογία οικοπέδου 1,028 τ.μ. εξ αδιαιρέτου και συνορεύει ανατολικά με κοινόχρηστο διάδρομο του υπογείου ορόφου, δυτικά με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, βόρεια με την με αριθμό 9 αποθήκη του υπογείου ορόφου και νότια με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και με μηχανοστάσιο 1 της οικοδομής.

Η αντικειμενική αξία των απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία αποτελούσαν την μόνη εμφανή περιουσία του πρώτου εναγόμενου, ανέρχεται στο ποσό των 85.488,45 ευρώ, όπως αυτό αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο συμβόλαιο γονικής παροχής. Ο πρώτος εναγόμενος γνωρίζοντας, κατά τα προαναφερόμενα, την ύπαρξη της απαίτησης της ενάγουσας, προέβη στην παραπάνω μεταβίβαση προς τον δεύτερο εναγόμενο, με μοναδικό σκοπό να βλάψει την ενάγουσα, ματαιώνοντας την ικανοποίηση της, όπως και έγινε, δεδομένου ότι λόγω μη ύπαρξης άλλης εμφανούς περιουσίας κατά το χρόνο έγερσης της κρινομένης αγωγής, δεν μπόρεσε η ενάγουσα να εισπράξει με αναγκαστική εκτέλεση την απαίτησή της.

Ο δε δεύτερος εναγόμενος, γιος του, λόγω της χαριστικής αιτίας της ως εν λόγω απαλλοτρίωσης, δεν απαιτείται να γνώριζε, ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη στην προς αυτόν δωρεά, προς βλάβη της ενάγουσας. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, ότι ο πρώτος από αυτούς είναι κύριος ενός αγρού έκτασης 7.519 τ μ. με αριθμό τεμαχίου … που βρίσκεται στην αγροτική περιφέρεια ...

Νομού Ξάνθης αξίας τουλάχιστον 15.038 ευρώ καθώς και ενός οικοπέδου εμβαδού 862 τ.μ. με αριθμό τεμαχίου … που βρίσκεται στον οικισμό ... Νομού Ξάνθης αξίας τουλάχιστον 20.000 ευρώ. Όπως, όμως, αποδείχθηκε αναφορικά με το πρώτο από τα παραπάνω ακίνητα, ο πρώτος εναγόμενος δεν μετέγραψε στη μερίδα του στο Υποθηκοφυλακείο Ξάνθης τον σχετικό τίτλο κυριότητας με αποτέλεσμα λόγω μη τήρησης δημοσιότητας να μην αποτελεί εμφανή περιουσία του αλλά και να μην μπορεί να ικανοποιήσει η ενάγουσα την απαίτησή της από αυτό.

Περαιτέρω όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα υπ’ αρ. πρωτ. ...17-4-2013 έγγραφο της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Τμήμα Τοπογραφίας, Εποικισμού και Αναδασμού, ο τίτλος για το επικαλούμενο από τους εναγόμενους υπ’ αρ…. οικόπεδο έχει εκδοθεί, πλην όμως ο δικαιούχος είναι στη διαδικασία ελέγχου εκπλήρωσης των όρων της παραχώρησης και είναι πιθανό η εν λόγω παραχώρηση να ανακληθεί.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η σχετική ένσταση των εναγόμενων. Σύμφωνα επομένως με όσα εκτίθενται παραπάνω, συντρέχει περίπτωση να διαρρηχθεί η απαλλοτριωτική πράξη υπέρ της ενάγουσας, μόνο στο μέτρο όμως που αυτό είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση της απαίτησης της τελευταίας, καθόσον η επίδικη απαίτηση ανέρχεται σε ποσό μικρότερο της αξίας των παραπάνω απαλλοτριωθέντων περιουσιακών στοιχείων κατά την έγερση της αγωγής, διότι, κατ’ άρθρα 939 και 943 ΑΚ, η διάρρηξη επέρχεται κατά τόσο μόνο, καθόσον ζημιώνεται αυτός που προσβάλλει την πράξη της απαλλοτρίωσης".

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, του Πολυμελές Πρωτοδικείου Ξάνθης, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχτηκε εν μέρει την ένδικη από 25-7-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε υπέρ της ενάγουσας τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας, η οποία καταρτίστηκε δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../20-6-2011 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κων/νου Σισαμπέρη, που νόμιμα μεταγράφτηκε και αφορά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της ακίνητα (διαμέρισμα και αποθήκη) μέχρι του ποσού των 15.712,44 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

‘ Ετσι όμως που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939,941,942 και 943 του ΑΚ, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, οι διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχές και αιτιολογίες, σχετικά με την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι ελλιπείς και ανεπαρκείς, με το να μην αναφέρουν την αξία καθενός από τα δύο μεταβιβασθέντα ακίνητα του πρώτου αναιρεσείοντος κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ώστε, αφενός μεν δεν είναι δυνατό να κριθεί, αν έπρεπε να διαρρηχθούν όλες οι δικαιοπραξίες ως καταδολιευτικές η μία από αυτές στο σύνολό της ή εφόσον έπρεπε να διαρρηχθούν όλες μεν, αλλά κατά το ποσοστό που θα επαρκούσε για την απαίτηση της αναιρεσίβλητης, το ύψος τη οποίας επίσης δεν διευκρινίζεται με επάρκεια, αφετέρου δε, δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για το εάν εφαρμόστηκαν ορθά οι πιο πάνω διατάξεις, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς το μέτρο και την αναλογία μεταξύ της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και του ύψους της απαίτησης της επιδιώκουσας τη διάρρηξη αναιρεσίβλητης.

Επομένως, οι περιεχόμενοι στην υπό κρίση αίτηση λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως παραδεκτοί και βάσιμοι. Συνακόλουθα τούτων, η υπο κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ.3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν.4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ που καταβλήθηκε από αυτούς με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑ.ΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ....2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ.95/2013 απόφαση του Πολύμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, από αυτούς, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ