Legislator Case Law & Legislation
822/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank liquidation case, ruling debt collection proceedings inadmissible during special liquidation.

Case Number 822/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a dispute involving Proton Bank's special liquidation. The appellants argued that individual debt collection proceedings were inadmissible because the special liquidation regime, governed by specific laws, excludes the application of standard bankruptcy code provisions regarding creditor claims. The court agreed, finding the lower court erred in failing to declare such proceedings inadmissible under Article 25 of the Bankruptcy Code, which applies directly to special liquidations. Consequently, the appeal was granted, the case was remitted to a new panel of judges, and the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 68 of Law 3601/2007 and 25 of the Bankruptcy Code; The special liquidation of credit institutions is a distinct collective procedure for asset realization that excludes the application of bankruptcy code provisions regarding the verification of creditor claims, rendering individual debt collection proceedings inadmissible during this process.

Keywords

AI generated
special liquidation bankruptcy code creditor claims inadmissibility proton bank debt collection remittal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 68 of Law 3601/2007
Article 25 of the Bankruptcy Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 10/2011
Supreme Court Judgment 191/2013
Supreme Court Judgment 486/2013
Supreme Court Judgment 568/2013
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 822 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Ζευγώλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χρυσικού), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαΐου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "PROTON ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", τελούσας υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διορισθέντα ειδικό εκκαθαριστή Ε. Π. του Σ., που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο και Ευάγγελο Πουρνάρα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Δημόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Π. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Δημοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4611/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7449/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/11/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 24/4/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 1062/2014, (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 68 του ν. 3601/2007, (ήδη 145 ν.4261/2014).

"1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 3458/2006 (Α’ 94) και του άρθρου 63Ε:

α) Πιστωτικό ίδρυμα δεν δύναται να κηρυχθεί σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ’ αυτού προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης.

β) Στην περίπτωση που ανακαλείται η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 8, αυτό τίθεται υποχρεωτικώς υπό ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. ...

δ) Ο ειδικός εκκαθαριστής υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία δύναται να τον αντικαθιστά κατά πάντα χρόνο. Ο έλεγχος και η εποπτεία αποσκοπούν ενδεικτικά: α) Στην αποτελεσματική διαχείριση και ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της εκκαθάρισης στο πλαίσιο της στρατηγικής που έχει καταρτισθεί από τον ειδικό εκκαθαριστή και έχει εγκριθεί από την Τράπεζα τη Ελλάδος, ...

2. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να εξειδικεύονται οι όροι εφαρμoγής του παρόντος άρθρου. Στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος εφαρμόζονται συμπληρωματικώς και στο μέτρο που δεν αντίκεινται στο παρόν άρθρο, όπως αυτό εξειδικεύεται με την ανωτέρω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα ...".

Εξάλλου, στην εκδοθείσα, δυνάμει της ως άνω ρητής εξουσιοδοτήσεως, απόφαση (Κανονισμό) της Τράπεζας της Ελλάδος, που λήφθηκε στην Συνεδρίαση 21/2/4.11.2011. και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011, ορίζεται ότι: "Με την παρούσα ασκείται η κανονιστική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος εκ του άρ. 68 παρ. 2 ν. 3601/2007. Δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον Πτωχευτικό Κώδικα. Αντίθετα, εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του Πτωχευτικού Κώδικα.

Η ειδική εκκαθάριση γίνεται αντιληπτή, διαφορετικά από ό,τι η πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος. Σχέδιο αναδιοργάνωσης με την έννοια των άρ. 107 επ. ΠτΚ δεν χωρεί, όπως δεν χωρεί άλλωστε ήδη κατά το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. α ν. 3601/2007 και η διαδικασία εξυγίανσης των άρ. 99 επ. ΠτΚ. ...

Τα όργανα της ειδικής εκκαθάρισης καθορίζονται σύμφωνα με το άρ. 68 παρ. 1 στοιχ. γ-δ ν. 3601/2007 και σύμφωνα με την αντίληψη στο αρ. 68 παρ. 1 για την ειδική εκκαθάριση ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, κινούμενη από την εποπτική αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγούσα οπωσδήποτε, και χωρίς δυνατότητα λήψης διαφορετικής απόφασης εντός της προβλεπομένης στην παρούσα πράξη διαδικασίας στην ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος".

Τέλος, κατά τη διάταξη 25 του Πτωχευτικού Κώδικος (ΠτΚ) "1. Με επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 26, από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεών τους. Ιδίως απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσεως, ή η εκτέλεσή τους σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. 2.

Πράξεις κατά παράβαση της κατά την παράγραφο 1 αναστολής είναι απολύτως άκυρες". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως η αναιρεσείουσα, δεν κηρύσσονται σε πτώχευση αλλά μπορεί να τεθούν σε κατάσταση ειδικής εκκαθάρισης η οποία, αντιθέτως με ότι συμβαίνει στην πτώχευση, γίνεται αντιληπτή αποκλειστικά ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσεως, που κινείται από την εποπτεύουσα αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών και οδηγεί στη ρευστοποίηση της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος.

Λόγω δε του διαφορετικού σκοπού ο οποίος επιδιώκεται με καθένα από τους παραπάνω θεσμούς της ειδικής εκκαθαρίσεως και της πτωχεύσεως συνισταμένου, επί μεν της πρώτης στην, με επίσπευση της εποπτεύουσας αρχής, ικανοποίηση, αποκλειστικώς δια της ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος, των πιστωτών ανάλογα με το ύψος των κατά του τελευταίου υφισταμένων απαιτήσεών τους, επί δε της δεύτερης στην, με πρωτοβουλία των πιστωτών, ικανοποίηση, όχι μόνο με τη ρευστοποίηση της περιουσίας του πτωχού αλλά και με άλλα μέσα (σχέδιο αναδιοργάνωσης, σχέδιο εξυγίανσης αρ. 107 και 99 ΠτΚ) ικανοποίηση αυτών, είναι δυνατή η συμπληρωματική, ευθεία και όχι αναλογική εφαρμογή επί της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 68 ν.3601/07 μόνο των διατάξεων εκείνων του πτωχευτικού κώδικα οι οποίες δεν αντίκειται στον επιδιωκόμενο με αυτή (ειδική εκκαθάριση) σκοπό, όπως αυτός, διαγραφόμενος από το άρθρο 68 ν.3601/07, εξειδικεύεται με τον, κατά τη σχετική εξουσιοδότηση της τελευταίας, εγκριθέντα κανονισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ, η οποία προβλέπει την αυτοδίκαιη αναστολή, από την κήρυξη της πτωχεύσεως, όλων των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς εκπλήρωση ή ικανοποίηση των πτωχευτικών απαιτήσεών τους (έναρξη, συνέχιση αναγκαστικής εκτέλεσης, άσκηση εκδίκαση ενδίκων μέσων κλπ), απαγγελλομένης της απολύτου ακυρότητας των κατά παράβαση της παραπάνω αναστολής επιχειρηθεισών πράξεων.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης της τραπεζικής εταιρείας, επέρχονται ειδικότερα οι ακόλουθες έννομες συνέπειες. Η συζήτηση κάθε είδους ασκηθεισών, αναγνωριστικού ή καταψηφιστικού περιεχομένου, αγωγών των πιστωτών της εκκαθάρισης κηρύσσεται ως απαράδεκτη.

Η συνέχιση εκκρεμών δικών επί αγωγών αντίστοιχου χαρακτήρα αναστέλλεται αυτοδικαίως. Η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή θεωρείται ως άκυρη. Η διενέργεια πράξεων συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης και η συνέχιση αντίστοιχων διαδικασιών κατά της περιουσίας του ιδρύματος, ακόμη κι αν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αναστέλλονται.

Η άσκηση και η εκδίκαση, ενδίκων μέσων εκ μέρους των πιστωτών της εκκαθάρισης επί ενδίκως εγερθεισών αξιώσεών τους απαγορεύεται. Η έναρξη ή συνέχιση διαδικασιών εκτέλεσης εκ μέρους του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. σε βάρος της τραπεζικής εταιρείας αναστέλλονται ομοίως. 3. Σε περίπτωση που, παρά την απαγόρευση, ασκηθούν αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλου είδους έννομα βοηθήματα, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αυτών οφείλει να εκδώσει σχετική οριστική απόφαση και να κηρύξει απαράδεκτη την συνέχιση της ανοιγείσας με την κρινόμενη αγωγή διαδικασίας.

Αντιστοίχως άκυρες κρίνονται και όλες οι διενεργούμενες, παρά τη θέση του ιδρύματος σε εκκαθάριση, διαδικαστικές πράξεις. Κατά την ορθότερη άποψη το δικαστήριο οφείλει να ενεργήσει αυτεπαγγέλτως, εφαρμόζοντας το αρθρ. 25 ΠτΚ και κηρύσσοντας απαράδεκτη είτε την συνέχιση της διαδικασίας είτε την συζήτηση των εισαγωγικών δικογράφων και ενδίκων μέσων.

Συνεπώς, δεν υποχρεούται ο ειδικός εκκαθαριστής να συμπεριλάβει σχετικό ισχυρισμό περί του απαραδέκτου της διαδικασίας και της συνέχισης της δίκης. Εσφαλμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής καθιστά αναιρετέα την απόφαση του δικαστηρίου με βάση την ΚΠολΔ 559 παρ.1 (Ρούσης Δίκαιο εκκαθάρισης Τραπεζών 74,75,76).

Με τον πρώτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 68 ν.3601/2007 και 25 ΠτΚ η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ασκηθείσας από την ίδια κατά της ομοίως αποφηναμένης, πρωτοδίκου αποφάσεως (4611/2010 ΠΠρΑθ) εφέσεως, την ένδικη, περί αποζημιώσεως, αγωγή των αναιρεσιβλήτων παρά την εκ των παραπάνω διατάξεων επιτασσόμενη αναστολή των κατ’ αυτής (αναιρεσείουσας), λόγω της θέσεως της στην από την πρώτη των εν λόγω διατάξεων προβλεπομένη ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, ατομικών καταδιωκτικών μέτρων, η οποία επέβαλε την κήρυξη απαραδέκτου της συζητήσεως των ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου εκκρεμουσών ενδίκων εφέσεων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης - εκκαλούσας αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας ότι στην κρινόμενη υπόθεση εφαρμόζεται το άρθρο 68 παρ. 2 ν. 3601/2007, σύμφωνα με το οποίο για όσα θέματα δεν_ ρυθμίζονται στο άρθρο 68 ν. 3601/2007, ο οποίος (νόμος) ρυθμίζει την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, στην οποίαν η ίδια έχει τεθεί συνεπεία της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της με την από 9-10-2011 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος νομίμως δημοσιευθείσα (ΦΕΚ Β 2246/2011), διορισθέντος ειδικού εκκαθαριστή, και ότι επομένως σύμφωνα με τα άρθρα 25, 26, και 21 Πτωχευτικού Κώδικα στερούνται οι εγχειρόγραφοι πτωχευτικοί πιστωτές του δικαιώματος να επιδιώξουν ατομικώς την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεών τους κατά του πτωχού και η συζήτηση των ενδίκων εφέσεων κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατά της μετέπειτα κατά το χρόνο της εκκρεμοδικίας υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας τραπεζικής εταιρείας πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.

Διότι σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 68 παρ. 2 εκδοθέντα κανονισμό ειδικής εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΦΕΚ Β 2498/4-11-2011) και συγκεκριμένα στο Προοίμιο αυτού ορίζεται ότι ναι μεν "δεν καταστρώνεται αυτοδύναμη ρύθμιση για την ειδική εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, που θα κάλυπτε τα οικεία ζητήματα χωρίς ανάγκη προσφυγής στον πτωχευτικό κώδικα και ότι εισάγονται ειδικότεροι κανόνες εκεί όπου απαιτείται, ενώ κατά τα λοιπά ισχύει βεβαίως η συμπληρωματική εφαρμογή του ως άνω κώδικα", πλην όμως η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης γίνεται αντιληπτή διαφορετικά απ’ ό,τι την πτώχευση, αποκλειστικά ως διαδικασία ρευστοποίησης της περιουσίας του πιστωτικού ιδρύματος και μάλιστα ως συλλογική διαδικασία διοικητικής φύσης κινούμενη από εποπτική αρχή και όχι με πρωτοβουλία των πιστωτών.

Επομένως ως εκ του διαφορετικού σκοπού και λειτουργίας των δύο ως άνω θεσμών, όπου η πτώχευση αποτελεί μία συλλογική διαδικασία προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, ενώ η ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων ρυθμίζεται προς το σκοπό ρευστοποίησης της περιουσίας τους, συνάγεται ότι εδώ δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι προαναφερθείσες διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα, στον οποίον ο σχετικός νόμος 3601/2007 παραπέμπει κυρίως ως προς τη συλλογική διαδικασία εξέλεγξης (αναγγελία και επαλήθευση) των απαιτήσεων των πιστωτών προς τον τελικό σκοπό της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων του πιστωτικού ιδρύματος και την τελική διανομή τους στους πιστωτές του.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερθεισών, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 68 ν.3601/07 και 25 ΠτΚ καθόσον, δεχθείσα τη μη εφαρμογή επί της από την πρώτη των παραπάνω διατάξεων προβλεπομένης ειδικής εκκαθαρίσεως πιστωτικού ιδρύματος, στην οποία έχει τεθεί η αναιρεσείουσα, της από τη διάταξη του άρθρου 25 ΠτΚ επιτασσομένης αναστολής των κατ’ αυτής [ως πιστωτών ιδρύματος] ατομικών καταδιωκτικών μέτρων των πιστωτών, μεταξύ των οποίων, κατά τα προεκτιθέντα, περιλαμβάνεται και η εκδίκαση των αφορώντων αυτά ενδίκων μέσων και ειδικότερα των υπό κρίση εφέσεων, παράλειψε να κηρύξει το απαράδεκτο της συζητήσεως αυτών, κατά παράβαση της προβλέπουσας την παραπάνω υποχρέωση διάταξης του άρθρου 25 ΠτΚ, η οποία, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εφαρμόζεται, συμπληρωματικώς και ευθέως, στη διαδικασία της ειδικής εκκαθαρίσεως πιστωτικών ιδρυμάτων.

Κατ’ ακολουθίαν αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικό βάσιμος ο παραπάνω, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των προβαλλομένων λοιπών αιτιάσεων, να αναιρεθεί ολικά η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή όχι μόνο κατά το αναφερόμενο παραπάνω κεφάλαιο (της μη κηρύξεως δηλαδή απαραδέκτου της συζητήσεως των συνεκδικασθεισών εφέσεων των διαδίκων κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (4611/2011 ΠΠρΑθ) αλλά και κατά το αναγκαίως συνεχόμενο μ’ αυτό κεφάλαιο της ουσιαστικής διαγνώσεως της διαφοράς και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθ. 495 § 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7449/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουνίου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ