Supreme Court overturns dismissal of emphyteutic lease claim due to bad faith possession and unjust enrichment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court's dismissal of an emphyteutic lease claim filed by private parties against the Athens Municipality. The lower court rejected the suit because the plaintiffs failed to prove the defendant used the land for personal gain or savings, instead arguing the land was converted into a public park. The Court ruled that the First Instance Court erred by ignoring substantive law provisions regarding liability for bad faith possession and unjust enrichment, which were applicable given the circumstances.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1096, 1098, 961, 962, 1099 of the Civil Code; An emphyteutic lessee acting in bad faith or learning of the lack of right is liable for damages and profits from the moment of possession, including savings from not renting similar property, and unlawful acquisition triggers liability for the principal's loss.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Ι. Π., κατοίκου ..., 2) Μ. Λ. του Α., 3) Γ. Λ. του Α., κατοίκων ... και 4) Χ. συζ. Κ. Δ., πρώην συζ. Ε. Α., το γένος Α. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Παπαγγελή.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, νόμιμα εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχό του που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Μανίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/9/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της αρχική διαδίκου Α. Π., η οποία κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2765/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7030/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2/3/2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 23/9/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικόλαου Μπιχάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ο νομέας αλλοτρίου πράγματος αν ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής.
Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως οχλήσεως προς απόδοση και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, Ωφελήματα δε είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (ΑΚ 962).
Επομένως ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα.
Εξ άλλου κατά το άρθρο 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη αφαίρεση δηλαδή υπαίτια από τον κύριο χωρίς τη θέλησή του τη νομής του πράγματος ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, (άρθρο 914 επ ΑΚ) δηλαδή σε πλήρες διαφέρον, το οποίο περιλαμβάνει τόσον τη θετική όσον και την αποθετική ζημία που υπέστη ο κύριος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σ' αυτόν της νομής του πράγματος, χωρίς να ενδιαφέρει η καλή ή η κακή πίστη αυτού ή η αν η ενέργειά του αποτελεί ή όχι ποινικό αδίκημα, ενώ κατά το άρθρο 904 ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, τα οποία ο Άρειος Πάγος εκτιμά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεταν στην ένδικη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών αγωγή τους τα ακόλουθα: "Με την υπ' αριθ. 11338/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ανεγνωρίσθημεν συγκύριοι και δη η πρώτη εξ' ημών κατά ποσοστόν 9/24 εξ' αδιαιρέτου, ο δεύτερος εξ ημών κατά ποσοστόν 3/24 εξ' αδιαιρέτου, έκαστος των υπολοίπων κατά ποσοστόν 1/24 εξ' αδιαιρέτου και η Α.
Λ. κατά ποσοστό 9/24 εξ' αδιαιρέτου, των στην θέση "Γούβα" της περιφερείας του Δήμου Αθηναίων και μεταξύ των οδών ... 20-22 και ... κειμένων τεσσάρων (4) οικοπεδικών τμημάτων, συνολικής εκτάσεως 335,95 τ.μ. τα οποία είχε καταπατήσει το Ελληνικό Δημόσιο, όπως αυτά εμφαίνονται στο από Οκτωβρίου 1975 σχεδιάγραμμα του πολ.
Μηχανικού Μ. Λ., ... 1. Εντός οικοπεδικού τμήματος εμφαινομένου υπό τα στοιχεία περιμέτρου 25-8-1-2-26-25 εις το ως άνω σχεδιάγραμμα εκτάσεως ... 2. Ενός οικοπεδικού τμήματος εμφαινομένου υπό τα στοιχεία περιμέτρου 30-27-3-5-30 εις το ως άνω αναφερόμενο σχεδιάγραμμα εκτάσεως ... 3. Ενός οικοπεδικού τμήματος εμφαινομένου υπό τα στοιχεία Β-2 ... 4.
Ενός οικοπεδικού τμήματος εμφαινομένου υπό τον αριθμός εν (1) ... Η ως άνω απόφασις κατέστη τελεσίδικος μετά την έκδοση της υπ' αριθ.8292/1986 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την κατ' αυτής έφεση του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά της εφετειακής αυτής αποφάσεως το Ελληνικόν Δημόσιον δεν ήσκησε αναίρεση ούτε άλλο ένδικο μέσο, μετά από σχετική γνωμάτευση των Νομικών Υπηρεσιών της Δ/νσης της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία διετυπώθη στο υπ' αριθ. 436/1986 πρακτικό τους.
Η δε Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών με το υπ' αριθ. πρωτ. 944/20.5.1987 έγγραφο της προς το Υπουργείον Οικονομικών (Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων) το οποίον εκοινοποίησε και προς την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου, τον Δήμον Αθηναίων και την πρώτην εξ' ημών, μας εγνωστοποίησε ότι τα ως άνω οικοπεδικά τμήματα μας διεγράφησαν από τα βιβλία καταγραφής δημοσίων κτημάτων (της Οικ.
Εφορίας) και καλούσε την Κτηματική Εταιρία του Δημοσίου να ανακαλέσει την παραχώρηση (των οικοπεδικών τμημάτων) που εν τω μεταξύ είχε κάνει προς τον Δήμο Αθηναίων, με την υπ' αριθ. 189/15.10.1986 απόφαση της. Έτσι ο Δήμος Αθηναίων, εγνώριζε από του τέλους Μαΐου 1987, ότι τα ανωτέρω περιγραφόμενα οικοπεδικά τμήματα, ανήκαν κατά κυριότητα εις ημάς και εφ' όσον συνέχισε να τα κατέχει ήτο πλέον κακής πίστεως νομέας αυτών.
Ο Δήμος Αθηναίων όμως, από του έτους 1987, έχει μετατρέψει σε πάρκο, για τους δημότες του, την μείζονα περιοχή (εμβαδού 1.300 μ2 περίπου) την ευρισκομένη μεταξύ των οδών ... και ..., εντός της οποίας ευρίσκονται και τα ως άνω οικοπεδικά τμήματα μας, και έτσι κάνει χρήση αυτών και επωφελείται εκ της χρήσεως αυτών, παρά δε τις επανειλημμένες οχλήσεις μας αρνείται να μας παραδώσει την χρήση αυτών.
Την 6.10.2001 απεβίωσε στην Αθήνα η Α. χα Α. Λ. και κληρονομήθηκε από τους τρεις τελευταίους εξ ημών, τους οποίους είχε εγκαταστήσει μοναδικούς κληρονόμους της, με διαθήκη της, κατ' ισομοιρία, ήτοι κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστον. Έτσι το ποσοστό συνιδιοκτησίας εκάστου εξ αυτών, επί των ως άνω οικοπεδικών τμημάτων, αυξήθηκε σε 4/24 εξ αδιαιρέτου (9/24:3=3/24+1/24=4/24).
Επειδή ο Δήμος Αθηναίων αφ' ότου κατέστη κακής πίστεως νομέας των οικοπεδικών τμημάτων μας υποχρεούται σε απόδοση εις ημάς της εξ' αυτών ωφελείας του, Συνιστάται η ωφέλεια του Δήμου, στα ποσά που αυτός θα δαπανούσε, για την μίσθωση της χρήσεως των οικοπεδικών μας τμημάτων, προς δημιουργία πάρκου, για τους δημότες του.
Και το μίσθωμα αυτής της μισθώσεως, ισούται, τουλάχιστον, με τα ποσά που εισπράττει ο Δήμος, υπό μορφή τελών, για τη χρήση των πεζοδρομίων, από τους καταστηματάρχες της περιοχής, Ανέρχονται δε, τα επιβληθέντα, υπό του Δήμου, τέλη χρήσεως πεζοδρομίων, των οδών ... και ..., στα ακόλουθα ποσά ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι:
α) Για το έτος 2001 σε ευρώ 30,81 και για τα έτη 2002, 2003, 2004 σε ευρώ 14,67. Και συνολικά στο ποσό των ευρώ 25.135,78 (335,95Χ30,81= 10.350,68 και 335,95Χ14,67=4.928,38Χ3=14.785,16). Επειδή άλλως ο εναγόμενος, παρανόμως και υπαιτίως, κατακρατά τη νομή των οικοπεδικών μας τμημάτων, αφ' ότου έλαβε γνώση της διαγραφής αυτών, από τα βιβλία καταγραφής δημοσίων κτημάτων, με το κοινοποιηθέν σ' αυτόν, υπ' αριθ.
πρωτ. 944/20.5.1987, έγγραφο, της Οικονομικής Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών, προς το Υπουργείο Οικονομικών (Δ/νση Δημοσίων Κτημάτων). Υποχρεούται ως εκ τούτου σε καταβολή εις ημάς αποζημιώσεως, για τη ζημία που υπέστημεν από την αποστέρηση της νομής των ακινήτων μας και την εξ' αυτής αδυναμία μας εκμισθώσεως αυτών, Συνισταμένης της ζημίας μας αυτής, εις τα μισθώματα που θα εισπράτταμε εκ της εκμισθώσεως τους, τα οποία μισθώματα ανέρχονται τουλάχιστον στα ποσά που εισπράττει ο Δήμος, υπό μορφή τελών, για την χρήση των πεζοδρομίων του, από τους καταστηματάρχες της περιοχής, Ενώ αντιθέτως ο Δήμος είχε ισόποσο ωφέλεια με την ζημία μας, διότι απέφυγε να καταβάλει μισθώματα, κατά την ιδία χρονική περίοδο,, για τη μίσθωση ίσης εκτάσεως, προς τη δική μας, προς δημιουργία πάρκου, για τους δημότες του, στην ίδια περιοχή, Τα επιβληθέντα δε, υπό του Δήμου, τέλη χρήσεως πεζοδρομίων, των οδών ...
και ..., ανέρχονται για τα έτη 2001, 2002, 2003, 2004 στο συνολικό ποσό των ευρώ 25.135,78, όπως ανωτέρω αναλυτικά εκθέτουμε. Επομένως για τα έτη αυτά η ζημία μας ανήλθε στο συνολικό ποσό των ευρώ 25.135,78. Επειδή άλλως και επικουρικώς ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος, άνευ νομίμου αιτίας ή δι' αιτίαν παράνομον, εκ της περιουσίας μας και επί ζημία μας, κατά το ως άνω ποσό των ευρώ 25. 165,78, σώζεται δε σ' αυτόν ο πλουτισμός του αυτός και σήμερα, υποχρεούται σε απόδοση της ωφελείας αυτής.
Επειδή ο Δήμος Αθηναίων, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μας δεν μας καταβάλει το ως άνω ποσό των ευρώ 25.135,78, πρέπει να υποχρεωθεί δικαστικώς στην καταβολή του νομιμοτόκως από της επιδόσεως της παρούσης μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Από το ποσό αυτό αναλογεί στην πρώτη εξ' ημών (9/24) από ευρώ 9.425,92, στον δεύτερο εξ' ημών (3/24) από ευρώ 3.141,97 και στους υπολοίπους (4/24) από ευρώ 4.189,30 στον καθένα".
Το Ειρηνοδικείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής κατά ένα μέρος. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε σε σχέση με το νόμω βάσιμο της αγωγής τα ακόλουθα: "Ωστόσο, η υπό κρίση αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, δεν είναι νόμιμη, διότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ότι κατά το χρονικό διάστημα για το οποίο ζητείται με την αγωγή η απόδοση ωφελημάτων για εξοικονόμηση δαπάνης από τη μη μίσθωση ομοίων πραγμάτων γινόταν χρήση των ακινήτων τους από τον εναγόμενο, είτε από τον ίδιο είτε μέσω τρίτων για λογαριασμό του.
Αντίθετα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, οι ενάγοντες επικαλούνται ότι ο εναγόμενος παραχώρησε τη χρήση μείζονος εκτάσεως, στην οποία περιλαμβάνονται τα περιγραφόμενα ακίνητα της συγκυριότητάς τους, στους δημότες του, δημιουργώντας πάρκο. Πρέπει, επομένως, η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, να απορριφθεί ως μη νόμιμη.
Ακολούθως, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τις μη εξετασθείσες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επικουρικές βάσεις της αγωγής, Η αγωγή τόσο ως προς την πρώτη επικουρική της βάση (αποζημίωση λόγω παράνομης κτήσης της νομής), όσο και ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση (απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού) είναι απορριπτέα επίσης ως μη νόμιμη, αφενός μεν, αναφορικά με την πρώτη επικουρική βάση, διότι το διωκόμενο "κέρδος" από τη μίσθωση των οικοπέδων προς δημιουργία πάρκου των δημοτών είναι παράνομο, αφού το πάρκο δημιουργείται, κατόπιν αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, αφετέρου δε, αναφορικά με τη δεύτερη επικουρική βάση, διότι από την παραχώρηση της χρήσης των ακινήτων στους δημότες, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν επήλθε πλουτισμός του εναγομένου".
Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, παραβίασε κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου αυτής τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1098, 1099, 914, 904 και 908 ΑΚ, στις οποίες με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα αυτή στηριζόταν και ήταν νόμιμη και τις οποίες δεν εφάρμοσε παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Είναι συνεπώς βάσιμοι και οι τρεις λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων δια της παραλείψεως της εφαρμογής τους. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά το άρθρο 281 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 7030/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ