Supreme Court dismisses appeal on fictitious contract claim, ruling lower court considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property sale contract. The appellant argued the contract was fictitious to secure a loan, citing financial documents and tax records ignored by the lower court. The court rejected this claim, holding that the appellate court had properly considered all submitted evidence without omission.
Legislator headnote
AI generatedArt. 138 para. 1 A.K.; A declaration of will made not seriously but only apparently (fictitious) is void. The court established that a lower court's failure to explicitly list specific evidence does not constitute a violation if all documents were actually considered in the reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ρομποτή με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Ο. του Ι., κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Στανέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-3-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6565/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1230/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 138 παρ.1 Α.Κ. "Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη". Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-3-2006 αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αναφερόμενης συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου του προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητο, για το λόγο ότι αυτή ήταν εικονική και έγινε προς εξασφάλιση απαιτήσεων της τελευταίας κατ' αυτού από συμβάσεις δανείου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του ... διαμερίσματος ..., λόγω γονικής παροχής του πατέρα του ... δυνάμει ... συμβολαίου ... που μεταγράφτηκε νόμιμα ... Το ως άνω διαμέρισμά του στις 20-2-2001 το μεταβίβασε, με ... συμβόλαιο ... που μεταγράφτηκε νόμιμα ..., λόγω πωλήσεως, αντί του τιμήματος των 13.141.755 δραχμών που ήταν η αντικειμενική του αξία, στην εναγομένη, όπως αναγράφεται στο ως άνω συμβόλαιο.
Ολόκληρο το πιο πάνω τίμημα το κατέβαλε η αγοράστρια (εναγομένη) στον πωλητή (ενάγοντα) εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, όπως και οι δύο συμβαλλόμενοι στο εν λόγω συμβόλαιο δήλωσαν ... Για την ως άνω μεταβίβαση του διαμερίσματος η εναγομένη κατέβαλε 1.677.281 δραχμές για φόρο ... Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από το καλοκαίρι του έτους 2000 αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και είχε ανάγκη μετρητών.
Για την αντιμετώπισή τους, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται με την κρινόμενη αγωγή, κατάρτισε προφορικώς σειρά εντόκων συμβάσεων δανείου με την εναγομένη, με το νόμιμο δικαιοπρακτικό επιτόκιο μηνιαίως. Ειδικότερα η εναγομένη μεταβίβασε κατά κυριότητα στον ενάγοντα: α) το ποσό των 5.000.0000 δραχμών την 14-7-2000, β) το ποσό των 6.000.0000 δραχμών την 20-10-2000 και γ) το ποσό των 5.000.0000 δραχμών την 9-1-2001 και ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να της τα αποδώσει την 14-5-2001 το πρώτο, την 20-2-2001 το δεύτερο και την 19-2-2001 το τρίτο, ενώ προς εξασφάλιση των απαιτήσεών της από το δεύτερο και το τρίτο δάνειο εξέδωσε σε διαταγή της εναγομένης ...
μεταχρονολογημένες ... επιταγές με ημερομηνία εκδόσεως την 20-2-2001 και 19-2-2001 αντίστοιχα. Η κατά τα προεκτεθέντα μεταβίβαση του διαμερίσματος του ενάγοντος στην εναγομένη συμπίπτει χρονικά με την ημερομηνία που έγιναν ληξιπρόθεσμα τα δύο τελευταία δάνεια που είχε λάβει από την εναγομένη συνολικού ποσού 11.000.000 δραχμών και για την εξασφάλιση της επιστροφής των οποίων είχε μεταβιβάσει στην εναγομένη τις παραπάνω επιταγές εκδόσεώς του.
Κατά τη δήλη ημέρα απόδοσης των ποσών των δύο τελευταίων δανείων, συνολικού ποσού 11.000.000 δραχμών, ο ενάγων αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την εναγομένη, καθώς, εκτός από το ποσό που όφειλε να επιστρέψει στην εναγομένη, χρωστούσε και σε άλλους και μάλιστα την περίοδο από Ιανουάριο 2001 έως και το Μάρτιο του 2001 σφραγίστηκαν ως ακάλυπτες προσωπικές επιταγές του συνολικής αξίας 26.412,23 ευρώ, όπως ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του.
Την ίδια ημέρα που έγινε η μεταβίβαση με το προαναφερθέν συμβόλαιο του ως άνω διαμερίσματος στην εναγομένη, ο ενάγων μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, δυνάμει ... συμβολαίου ... που μεταγράφηκε νόμιμα, στον από αδελφή γαμβρό του ... α) την ψιλή κυριότητα μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας ισογείου (κατάστημα) ...
και β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας διώροφης οικίας μετά του οικοπέδου της ... Τα ως άνω δύο ακίνητα ο γαμβρός του ενάγοντος το έτος 2003 τα αναμεταβίβασε, καθ' υπόδειξη του ίδιου του ενάγοντα, με αλλεπάλληλες μεταβιβάσεις σύμφωνα με τον προσφορότερο από πλευράς φορολογικών ελαφρύνσεων τρόπο, στα ανήλικα τέκνα του τελευταίου ...
δυνάμει ... συμβολαίων δωρεάς ... και πωλήσεως ... που νόμιμα μεταγράφτηκαν. Οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων στο υπ' αριθμόν .../20-2-2001 συμβόλαιο δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά καθόσον οι βουλήσεις εκείνων (ενάγοντος και Ν. Τ.) ήταν να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και να παραδώσει τα πωλούμενα και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα αλλά η προσωρινή αποξένωση του πωλητή από αυτά τα περιουσιακά του στοιχεία με την κατ' επίφαση πώληση, για την αποτροπή του κινδύνου κατάσχεσης αυτών από τους δανειστές του ... .
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι και οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων (ενάγοντος και εναγομένης) στο υπ' αριθμόν .../20-2-2001 συμβόλαιο πώλησης που προαναφέρεται ήταν εικονικές υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και ότι στην πραγματικότητα έγιναν για την εξασφάλιση της απαίτησης της εναγομένης κατά του ενάγοντος από τις δανειακές συμβάσεις που είχαν και για την αποτροπή του κινδύνου κατάσχεσης του διαμερίσματος του ενάγοντος από τους δανειστές του ... .
Στην κρίση του αυτή οδηγήθηκε το δικαστήριο τούτο ενόψει του γεγονότος ότι η εξασφάλιση της απαίτησης της εναγομένης μπορούσε να γίνει με την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και όχι με τη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στην εναγομένη, ενώ ο σκοπός της διασφάλισης του ενάγοντος από τυχόν κατάσχεση αυτού από τρίτους δανειστές του μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τη μεταβίβαση αυτού σε συγγενικά του πρόσωπα, όπως έπραξε κατά τα ανωτέρω με άλλα περιουσιακά του στοιχεία, αλλά και ενόψει του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν φρόντισε να λάβει κάποιο αντέγγραφο από την εναγομένη, από το οποίο να προκύπτει η βασιμότητα των αγωγικών του ισχυρισμών περί της εικονικότητας της ως άνω πώλησης, όπως θα ήταν λογικό να πράξει κάθε συμβαλλόμενος, ο οποίος πωλεί εικονικά περιουσιακά του στοιχεία ...
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων δεν αποδείχθηκε η ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, ήτοι ο εικονικός χαρακτήρας της σύμβασης πώλησης του αναφερόμενου στην αγωγή διαμερίσματος και δη ότι ο ενάγων συμφώνησε με την εναγομένη να προβεί στη μεταβίβασή του λόγω εξασφάλισης της απαίτησής της κατ' αυτού ποσού 16.000.000 δραχμών ή 46.955,24 ευρώ αλλά και προς προστασία της περιουσίας του από την επικείμενη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση από άλλους δανειστές του ... .".
Με βάση αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως και μεταβιβάσεως στην αναιρεσίβλητη της κυριότητας του προαναφερθέντος ακινήτου) και απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ουσιαστική αβασιμότητα του (ουσιώδους) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τον οποίο η ένδικη σύμβαση πωλήσεως ήταν εικονική. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Από τη διάταξη του άρθρου 513 Α.Κ. προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της πωλήσεως είναι το πράγμα, το τίμημα και η περί τούτων συμφωνία, η έλλειψη δε και ενός εκ των στοιχείων αυτών καθιστά άκυρη την πώληση. Εξάλλου κατά το άρθρο 138 Α.Κ.
δήλωση βουλήσεως που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, άλλη δε δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της. Επομένως το τίμημα, ήτοι η οφειλόμενη από τον αγοραστή αντιπαροχή για την παροχή του πωλούμενου πράγματος ή δικαιώματος, πρέπει να είναι αληθινό, δηλαδή πραγματικό, αν δε είναι εικονικό η πώληση είναι άκυρη ως εικονική.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 1033 Α.Κ. για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι μεν η πώληση, όχι όμως και η εξασφάλιση απαιτήσεως εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση, η οποία δεν αναγνωρίζεται υπό του νόμου ως justa causa μεταβιβαστική κυριότητος.
Για το λόγο αυτό η σύμβαση μεταβιβάσεως ακινήτου που γίνεται για την τελευταία αυτή αιτία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 Α.Κ., ως αντικειμένη στην υπαγορευθείσα από λόγους γενικότερου συμφέροντος επιτακτική διάταξη του άρθρου 1033 Α.Κ. σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 1239 του ίδιου κώδικα (Α.Π. 1340/2008). Διαφέρει το πράγμα αν μετά τη λήξη του χρέους τα μέρη συμφώνησαν η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου να γίνει είτε έναντι του χρέους, δηλαδή με νόμιμη αιτία τη δόση αντί καταβολής (datio in solutum) είτε λόγω πωλήσεως με συμψηφισμό του τιμήματος στο χρέος, οπότε επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως για το τίμημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και η σχετική περί συμψηφισμού συμφωνία, αφού αυτή δεν αποτελεί την αιτία της μεταβιβάσεως της κυριότητας του ακινήτου αλλά έχει μόνο την προεκτεθείσα αποσβεστική ενέργεια.
Στις περιπτώσεις αυτές η μεταβιβαστική της κυριότητας σύμβαση είναι έγκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 416, 419, 440, 513 και 1033 Α.Κ. (Α.Π. 837/1991). Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο με την πιο πάνω κρίση του διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στο κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας ή μη της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε πράγματι σύμβαση πωλήσεως, ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι η συμφωνία για το τίμημα, δεν εκθέτει με σαφήνεια ποιο ήταν πράγματι το συμφωνημένο τίμημα και ποιος ο συμφωνημένος τρόπος της καταβολής του. Έτσι αρχικά παραθέτει τη δήλωση των διαδίκων ενώπιον της συμβολαιογράφου περί του ύψους του τιμήματος (13.141.755 δραχμές) και του τρόπου καταβολής του (εκτός του συμβολαιογραφείου, εννοείται σε μετρητά) και φαίνεται πως δέχεται αυτήν ως αληθή.
Στη συνέχεια όμως με τις λοιπές παραδοχές του φαίνεται πως υιοθετεί την άποψη ότι το τίμημα δεν ανερχόταν σ' αυτό το ποσό ούτε καταβλήθηκε σε μετρητά αλλά ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων να συμψηφιστεί με ληξιπρόθεσμες οφειλές του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη από δάνεια, των οποίων όμως οφειλών δεν αναφέρεται το ακριβές ποσό.
Τούτο διότι παρατίθενται μεν τα ποσά των δανείων (5.000.000, 6.000.000 και 5.000.000 δραχμές) και οι συμφωνημένοι χρόνοι αποδόσεώς τους (14-5-2001, 20-2-2001 και 19-2-2001 αντίστοιχα) αλλά με την παραδοχή ότι "κατά τη δήλη ημέρα απόδοσης των ποσών των δύο τελευταίων δανείων συνολικού ποσού 11.000.000 δραχμών, ο ενάγων αδυνατούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς την εναγομένη" δεν καθίσταται απολύτως σαφές αν ολόκληρα τα ποσά και των τριών δανείων ή αυτά των δύο τελευταίων ή μέρος αυτών (και ποιο) όφειλε (και συμφώνησε να συμψηφίσει με την απαίτησή του για το τίμημα) ο αναιρεσείων.
Πρέπει να σημειωθεί ότι και κατά την ανάλυση των αποδεικτικών μέσων η προσβαλλομένη αναφέρει ότι ο μάρτυρας ανταποδείξεως αναβιβάζει το ύψος του δανείου στο ποσό των 26.000.000 δραχμών και ότι ο ενάγων με την αγωγή του συνομολογεί ως κεφάλαιο δανείου το ποσό των 16.000.000 δραχμών, χωρίς και πάλι να λαμβάνει θέση ως προς το πραγματικό ποσό του δανείου, πολύ δε λιγότερο ως προς το ύψος της οφειλής από το δάνειο αυτό η οποία συμψηφίστηκε.
Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, ο ανωτέρω (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, ήταν βάσιμος και έπρεπε να γίνει δεκτός.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 115/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε για τη θεμελίωση του λόγου αυτού επικαλείται τα εξής:
Ότι η αναιρεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως ήταν πραγματική και ότι είχε καταβάλει το τίμημα, που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του πωληθέντος ακινήτου, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου. Ότι με την προσθήκη των προτάσεών της η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι δεν είχε καταβάλει το αναφερόμενο στο συμβόλαιο τίμημα που αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του ακινήτου αλλά ότι το ακίνητο της δόθηκε αντί καταβολής οφειλομένου εκ μέρους αυτού (του αναιρεσείοντος) δανεισθέντος κεφαλαίου ύψους 21.000.000 δραχμών.
Ότι στη συνέχεια με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη σύμβαση ήταν αληθής ως προς την αναγραφόμενη αιτία, ήτοι αυτή της πωλήσεως, πλην όμως ως προς την καταβολή του τιμήματος έλαβε χώρα συμψηφισμός αυτού. Ότι τέλος με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του εφετείου η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι "νόμιμη αιτία της πώλησης ήταν η απόσβεση του χρέους".
Ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της αναιρεσιβλήτου περί δόσεως αντί καταβολής, συμψηφισμού του τιμήματος και αφέσεως χρέους, πλην της αντιφάσεως που ενέχουν μεταξύ τους, αποτελούν νέους αυτοτελείς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίοι απαράδεκτα προτάθηκαν για πρώτη φορά μετά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς να συντρέχει κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής τους.
Ότι εν τούτοις το εφετείο δέχθηκε τον πρώτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή ως βασίμου του ισχυρισμού της περί υπάρξεως πραγματικής πωλήσεως με συμψηφισμό του τιμήματος. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί την παρά το νόμο λήψη υπόψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων αποτελούσαν άρνηση της αγωγής του η οποία είχε το αναφερόμενο στην πρώτη σκέψη της παρούσας περιεχόμενο και συνακόλουθα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.α Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και σε σχέση με τη διάταξη αυτή ο όρος πράγματα έχει την έννοια που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 399/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τους ακόλουθους αγωγικούς ισχυρισμούς του:
Ότι κατά το χρόνο συνάψεως της ένδικης συμβάσεως με την αναιρεσίβλητο ουδεμία βούληση υπήρξε για μετάθεση της κυριότητας ούτε συμφωνία για καταβληθησόμενο τίμημα. Ότι αντίθετα συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι, όταν αυτός θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει ολοσχερώς το δάνειο που του χορηγήθηκε, συνολικού κεφαλαίου 16.000.000 δραχμών, η αναιρεσίβλητη θα αναμεταβίβαζε το διαμέρισμα στον ίδιο ή σε κάποιο μέλος της οικογενείας του.
Ότι πράγματι το καλοκαίρι του έτους 2002, οπότε αυτός είχε εξασφαλίσει το ποσό του δανείου, οι διάδικοι συμφώνησαν ταυτόχρονα με την εξόφληση να προβεί η εναγομένη σε αναμεταβίβαση της πιο πάνω οριζόντιας ιδιοκτησίας στη σύζυγό του Α. Λ.-Κ.. Ότι για το σκοπό αυτό εκδόθηκε, κατόπιν σχετικής αιτήσεως, από το Δήμο Αθηναίων βεβαίωση μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας για το μεταβιβαζόμενο ακίνητο, ενώ η συμβολαιογράφος που θα προέβαινε στην κατάρτιση του συμβολαίου συνέταξε τις σχετικές δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως καθώς και το σχέδιο του συμβολαίου.
Ότι επί πλέον η σύζυγός του ζήτησε και πέτυχε την έγκριση στεγαστικού δανείου. Ότι εν τούτοις η αναιρεσίβλητη, παρά την αρχική τους συμφωνία και τις αρχικές της διαβεβαιώσεις, με διάφορες δικαιολογίες και προσχήματα απέφευγε να προσέλθει στη συμφωνηθείσα αναμεταβίβαση και εξακολουθούσε επί ενάμιση σχεδόν χρόνο να τον εμπαίζει.
Ότι τέλος, περί τα μέσα του 2003, οπότε έλαβαν χώρα και οι λοιπές αναμεταβιβάσεις από το γαμβρό του στα παιδιά του, η αναιρεσίβλητη υποσχέθηκε ότι θα συμμορφωνόταν σε όσα είχαν συμφωνήσει και θα προσερχόταν στην κατάρτιση του συμβολαίου, όμως και πάλι δεν προσήλθε. Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του κατά το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τη μη λήψη υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών του περί ελλείψεως βουλήσεως των διαδίκων για μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ήτοι περί εικονικότητος της ένδικης συμβάσεως πωλήσεως και περί υποκειμένης συμφωνίας των διαδίκων για καταπιστευτική μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι ο ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη και απορρίφθηκαν.
Κατά τα λοιπά ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι λοιποί ισχυρισμοί τη μη λήψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων αποτελούν επιχειρήματα περί της εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως και συνακόλουθα δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/ 2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.11 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε και ειδικότερα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα εξής έγγραφα: 1) α) την 1/10809/23-7-2002 βεβαίωση του Δήμου Αθηναίων περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας για το επίδικο ακίνητο, β) δηλώσεις φόρου μεταβιβάσεως του επιδίκου οι οποίες συντάχθηκαν από τη συμβολαιογράφο Αθηνών Αικατερίνη Παναγιωτοπούλου, με το παρεπόμενο φύλλο υπολογισμού της αξίας του, γ) την 65/29-10-2003 αίτηση της συζύγου του Α.
Λ.-Κ. προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου και δ) την από 2-3-2006 επιστολή της πιο πάνω τράπεζας προς τη σύζυγό του, στην οποία μνημονεύεται η έγκριση της αιτήσεως της τελευταίας, δυνάμει του 5-11-2003 δελτίου εγκρίσεως της πιο πάνω τράπεζας, για το ποσό των 70.000 ευρώ, 2) την .../5-11-1990 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Τριάδας Π.
Καραγιαννάκου-Μαρίνου, με την οποία ο δικαιοπάροχος πατέρας του Ι. Ν. Κ. υπήγαγε το οικόπεδο και την οικοδομή στην οποία βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα στις διατάξεις για την οριζόντια ιδιοκτησία και τα .../5-11-1990, .../5-11-1990 και .../5-11-1990 συμβόλαια γονικής παροχής της ίδιας συμβολαιογράφου, με τα οποία οι γονείς του μεταβίβασαν στον ίδιο και την αδελφή του τα αναφερόμενα ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες και διώροφη οικία) και 3) α) τα από 1-11-1995, 1-11-1997 και 1-3-2000 ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως του επιδίκου από τον ίδιο στο Ν.
Κ., β) αντίγραφο της 15/23-2-2001 αποδείξεως εισπράξεως ενοικίου προς τον Ν. Κ., γ) αντίγραφα της κοινής δηλώσεως φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 2001, 2002 και 2003 του Ν. Κ. και της συζύγου του Δ. Σ., από τα οποία προκύπτει το ύψος του καταβαλλομένου από αυτόν μισθώματος, τα οποία (έγγραφα) επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα από τη βεβαίωση του εφετείου ότι για το σχηματισμό της κρίσεώς του ελήφθησαν υπόψη και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι με τις προτάσεις τους στο παρόν δικαστήριο, ορισμένα εκ των οποίων ενδεικτικώς μνημονεύονται κατωτέρω, χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση κανενός, τα οποία χρησιμεύουν και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", όπως κατά λέξη αναγράφεται σ' αυτήν αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της που προπαρατέθηκαν προκύπτει, χωρίς να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπόψη τα πιο πάνω έγγραφα τη μη λήψη υπόψη των οποίων αποδίδει στην προσβαλλομένη ο αναιρεσείων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει ειδική μνεία καθενός από αυτά.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-7-2010 αίτηση του Ν. Κ. για αναίρεση της 1230/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαΐου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ