Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation in labor disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the labor court's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court erred in evaluating exchanged letters and official notes without proof, but the court found these documents were not independent facts requiring proof. Furthermore, the court held that in labor disputes, judges have free discretion to assess evidence, making the appellant's complaints about legal rules on evidence inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(10), 559(12) KPolD; In labor disputes, appeals claiming the court accepted unproven facts or violated evidence rules are inadmissible because judges exercise free discretion in assessing evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αντώνιο Αθηναίο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Μίμη Γραμματικούδη), Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Καραβέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Δ. Φ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Γεωργόπουλο.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG Eurobank Ergasias A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φώτη Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 695/2007 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και κατόπιν ασκήσεως εφέσεως η 79/2009 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-5-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Αθηναίος, ανέγνωσε την από 12-04-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όχι μόνο όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, όταν δηλαδή δεν περιλαμβάνει αποδεικτικό πόρισμα, αλλά και όταν από το αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, ήταν αναγκαία για την κρίση ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε και έτσι από τις παραδοχές της απόφασης γεννώνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αρνητικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με τη στάθμιση και αξιολόγηση των απόδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, καθώς και η άρνηση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Εξάλλου, από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.
Επίσης, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους - που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος - εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281.
Αντίθετα δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών των υποχρεώσεων. Αν, δε παρά ταύτα, το δικαστήριο, αφού δεχθεί ότι η καταχρηστικότητα της καταγγελίας δεν αποδείχθηκε δεχθεί περαιτέρω ως πραγματικό αίτιο της καταγγελίας αυτής τους λόγους που επικαλέστηκε ο καταγγείλας εργοδότης, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, η κρίση του αυτή δεν αφορά σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως η τυχόν ανεπάρκεια της κρίσης αυτής δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το διατακτικό στηρίζεται πλήρως στην παραδοχή ότι η καταγγελία δεν είναι καταχρηστική.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: <<Δυνάμει της από 23-8-1988 συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο ενάγων προσελήφθη ως δόκιμος επιμελητής από την Τράπεζα Κρήτης, της οποίας η εναγομένη είναι καθολική διάδοχος, και αφού διήλθε επιτυχώς δοκιμαστική περίοδο ενός έτους, εντάχθηκε αναδρομικά στο μόνιμο προσωπικό της τράπεζας και προσέφερε τις υπηρεσίες του στο κατάστημα Άργους ως επιμελητής με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου η οποία επαναβεβαιώθηκε στις 27-1-1999 κατόπιν αποδοχής από τον ενάγοντα έγγραφης προτάσεως της τράπεζας.
Μεταξύ, των εργασιών, που εκτελούσε ο ενάγων στο άνω κατάστημα, ήταν η μεταφορά από και προς το κατάστημα Άργους της Τράπεζας της Ελλάδας των επιταγών του γραφείου συμψηφισμού, η παραλαβή και η αποστολή της αλληλογραφίας της τράπεζας και η αρχειοθέτηση διαφόρων εγγράφων. Καταμετρούσε επίσης καθημερινά τα κέρματα των ταμείων, φωτογράφιζε τα παραστατικά των συναλλαγών και βοηθούσε πολλές φορές στην καταμέτρηση των χρημάτων κατά το κλείσιμο των ταμείων, εργαζόμενος για τους παραπάνω λόγους για αρκετές ώρες την ημέρα.
Από τις αρχές του 2005 προτάθηκε επανειλημμένα στον ενάγοντα, τόσο από τον Διευθυντή του καταστήματος Άργους της τράπεζας στο οποίο υπηρετούσε, Ι. Κ., όσο και από τον Περιφερειακό Διευθυντή, Α. Α., να αναλάβει καθήκοντα ταμία (TELLER) στο ίδιο κατάστημα. Ο ενάγων αρνήθηκε την πρόταση αυτή, ισχυριζόμενος ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του ταμία, διότι οι γνώσεις του ήταν επιπέδου δημοτικού και διότι δεν του είχε παρασχεθεί η απαιτούμενη για τη θέση αυτή εκπαίδευση.
Επακολούθησε αλληλογραφία για το θέμα αυτό μεταξύ των υπευθύνων της τράπεζας, οι οποίοι για το έτος 2004 είχαν αξιολογήσει τον ενάγοντα ως επαρκή μεν για τα καθήκοντα του επιμελητή, με καθολική όμως κατά τα λοιπά έλλειψη τραπεζικών γνώσεων και χωρίς διάθεση για απόκτηση τέτοιων γνώσεων. Έτσι με το από 27-6-2005 υπηρεσιακό σημείωμά του προς τους Διευθυντές Δ2 Περιφέρειας (Α.
Α.), Δ τομέα (Π. Σ.) και Ανθρώπινου Δυναμικού (Β. Μ.) της εναγομένης τράπεζας, ο Διευθυντής του άνω τραπεζικού καταστήματος Ι. Κ. αναφέρει τα εξής: <<....παρά τις συνεχείς συναντήσεις στο γραφείο μου με το Δ. Φ. (ενάγοντα) προτείνοντάς του να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο χώρο της εξυπηρέτησης πελατείας ως ταμίας μου απαντά ότι οι γνώσεις του είναι επιπέδου δημοτικού και έτσι εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να αποκτήσει τις δεξιότητες ταμία.
Πιστεύει ότι στα καθήκοντα του επιμελητή ανταποκρίνεται πλήρως. Θεωρώ ότι το κατάστημα εξήντλησε όλες τις ευκαιρίες που όφειλε να δώσει στο συνάδελφο και του παρείχε τον απαιτούμενο χρόνο να ενταχθεί στο πνεύμα της τράπεζας. Επίσης όλες οι αξιολογήσεις του δείχνουν ότι χρήζει βελτίωσης, αλλά ως φαίνεται, ο ίδιος δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια να βελτιώσει την επαγγελματική του παρουσία.
Θα σας παρακαλούσα για άλλη μια φορά τη δυνατότητα μετακίνησής του από το δίκτυο μέσα στα πλαίσια που η τράπεζα ορίζει>>. Στη συνέχεια, στο από 11-10-2005 σημείωμα του Α. Α. προς τον Γενικό Διεθυντή δικτύου καταστημάτων της εναγομένης και τον Αναπληρωτή Γενικό Διευθυντή αυτής αναφέρονται τα εξής: <<...σε πρόταση που του έγινε από εμένα προσωπικά και από τον διευθυντή του καταστήματος από την αρχή του έτους να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο χώρο της εξυπηρέτησης πελατείας και συγκεκριμένα ως TELLER, αρνείται επιμόνως, δικαιολογούμενος ότι δεν μπορεί να αποκτήσει δεξιότητες ταμία.
Πιστεύω ότι μόνο τα καθήκοντα του επιμελητή ανταποκρίνονται στο προφίλ του. Ενώ όλες οι αξιολογήσεις της απόδοσής του καταδεικνύουν ότι ο κος Φουστούκος χρήζει βελτίωσης, ο ίδιος ουδεμία προσπάθεια κατέβαλε να διορθώσει την επαγγελματική του παρουσία. Παρακαλώ να διερευνήσουμε εναλλακτικές λύσεις στο συγκεκριμένο θέμα>>.
Ακολούθως στις 9-11-2005, ο Διευθυντής της Δ2 Περιφερειακής Διεύθυνσης της εναγομένης Α. Α. απέστειλε στον ενάγοντα το με ίδια ημερομηνία έγγραφο στο οποίο αναφέρονται τα εξής:<<Σας εκπαιδεύσαμε με σκοπό να αναλάβετε τα καθήκοντα του ταμία και να ενταχθείτε έτσι από το βοηθητικό προσωπικό στο κύριο, αρνηθήκατε όμως να αναλάβετε αυτά τα καθήκοντα, προφασιζόμενος ότι είστε απόφοιτος Δημοτικού, ενώ έχετε τελειώσει το Γυμνάσιο.
Επιμένετε να ασχολείστε με εργασίες του καταστήματος, οι οποίες δεν αφορούν πλέον το σύγχρονο τραπεζικό κατάστημα. Για τους παραπάνω λόγους, παρακαλούμε όπως άμεσα αναλάβετε τα καθήκοντα σας ως ταμίας, κατόπιν της εκπαίδευσης που λάβατε. Από την πλευρά μας θα έχετε την πλήρη υποστήριξή μας, προκειμένου να ανταποκριθείτε στις προκλήσεις της νέας σας θέσης>>....Ο ενάγων, με την από 20-1-2006 επιστολή προς τον Διευθυντή του καταστήματος, στο οποίο υπηρετούσε σε απάντηση της ως άνω από 9-11-2005 επιστολής και αφού για το έτος 2005 είχε υπηρεσιακώς αξιολογηθεί όπως και κατά το έτος 2004, αναφέρει ότι αποδέχεται την τοποθέτησή του στη θέση TELLER, αρκεί προηγουμένως να λάβει την απαραίτητη ενημέρωση και εκπαίδευση, προκειμένου να αποκτήσει τις γνώσεις που απαιτούνται για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της θέσης αυτής....Στη συνέχεια, στο από 10-8-2006 υπηρεσιακό σημείωμα του Περιφερειακού Διευθυντή Α.
Α., προς τον ενάγοντα αναφέρονται τα εξής: <<Από το έτος 2005 κατόπιν συνεχών προτάσεών μου για την ανάληψη καθηκόντων ως ταμία στο κατάστημα Άργους μέχρι σήμερα και μετά από την ανάλογη εκπαίδευση που σας δόθηκε από τα στελέχη του καταστήματός σας, αρνείσθε επιμόνως τη θέση που σας προτάθηκε προφασιζόμενος διαφόρους λόγους.
Για το τρέχον διάστημα από 1-1-2006 η απόδοσή σας, όσον αφορά την επίτευξη των ποιοτικών, αλλά και των ποσοτικών στόχων, υστερεί εμφανώς από εκείνη που απαιτείται. Όλες οι προηγούμενες συστάσεις που σας έχουν γίνει από εμένα, αλλά και από τον διευθυντή του υποκαταστήματός σας, Ι. Κ., δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα από εσάς.
Με βάση τα παραπάνω η γενική αξιολόγησή σας συνεχίζει να παραμένει κάτω του αποδεκτού για την τράπεζα επιπέδου.
Συνεπώς επισημαίνουμε ότι η τράπεζα σας έχει δώσει ευκαιρίες που δεν αξιοποιήσατε μέχρι σήμερα, ώστε να βελτιώσετε την απόδοσή σας, εξαντλώντας κάθε περιθώριο εκ μέρους της>>....Τέλος, ο ενάγων, στη συνέχεια, στην από 18-8-2006 επιστολή του, προς τον Α. Α. αναφέρει τα εξής: <<μέχρι σήμερα, από τις 20-1-2006, ο κος Κ.ς ουδέποτε μου είπε να αναλάβω καθήκοντα ταμία και να εκπαιδευτώ, γεγονός που φαίνεται από το ότι δεν έχει φροντίσει για την έκδοση κωδικών πρόσβασης επ' ονόματί μου αφενός και για την τοποθέτησή μου δίπλα σε άλλον ταμία να εκπαιδευτώ αφετέρου.
Στο παρελθόν όντως είχα αρνηθεί πρόταση να εργαστώ στο ταμείο, αλλά από την 20-1-2006 και μετά για τη μη τοποθέτησή μου στο ταμείο αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο κος Κ.ς γιατί δεν φρόντισε γι' αυτό... Τελειώνοντας θέλω για μια ακόμη φορά να εκτελέσω οποιαδήποτε εργασία μου ανατεθεί>>....Όμως, παρά τη διαβεβαίωση του ενάγοντος ότι ήταν πρόθυμος να εκτελέσει οποιαδήποτε υπηρεσία του ανατεθεί από τη τράπεζα, δεν ανέλαβε τελικώς θέση ταμία, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι μετά την άνω επιστολή του προτάθηκε σ' αυτόν συγκεκριμένη θέση ταμία και ότι είχε λάβει εν τω μεταξύ επαρκή προς τούτο εκπαίδευση.
Αντίθετα προκύπτει ότι οι υπεύθυνοι της εναγόμενης τράπεζας, αξιολογώντας τελικώς ως αρνητική τη διάθεση του ενάγοντος για επαγγελματική αναβάθμισή του και ανεπαρκείς τις σχετικές δυνατότητές του αποφάσισαν ότι το συμφέρον της τράπεζας, η οποία δεν είχε πλέον ανάγκη επιμελητών, επέβαλε την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, την οποία και κατήγγειλαν με το από 16-10-2006 έγγραφο που επέδωσαν σ' αυτόν αυθημερόν.
Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη της αποφάσεως προεκτέθηκαν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν προέκυψαν περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι το πραγματικό κίνητρο, που οδήγησε την εναγομένη στην καταγγελία της ατομικής συμβάσεώς του, ήταν λόγοι εκδικήσεως ή εχθρότητάς της προς το πρόσωπό του συνεπεία προηγουμένης συμπεριφοράς του μη αρεστής σ'αυτή.
Αντίθετα, προέκυψε ότι οφείλεται σε λόγους καθαρά υπηρεσιακούς που αφορούσαν τα επαγγελματικά προσόντα και δυνατότητες του ενάγοντος σε συνάρτηση με τις υφιστάμενες ανάγκες της εναγομένης και όχι σε προμελετημένο σχέδιο αυτής, με σκοπό την εκδίωξή του υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας, όπως ισχυρίσθηκε ο ίδιος, ενώ και αντικειμενικά η προτεινόμενη στον ενάγοντα θέση του ταμία συνιστούσε αναβάθμισή του και όχι δυσμενή τοποθέτησή του>>.
Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του, ως μη καταχρηστική. Έτσι που έκρινε το ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με συνέπεια να είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται στον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.
Δικ. Η δε περιεχόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση περί αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης από τις παραδοχές της αφενός <<...Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη της αποφάσεως προεκτέθηκαν, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγόντος εκ μέρους της εναγομένης δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, αφού δεν προέκυψαν περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι το πραγματικό κίνητρο, που οδήγησε την εναγομένη στη καταγγελία της ατομικής συμβάσεώς του, ήσαν λόγοι εκδικήσεως ή εχθρότητάς της προς το πρόσωπό του συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μη αρεστής σ' αυτή.
Αντίθετα, προέκυψε ότι οφείλεται σε λόγους καθαρά υπηρεσιακούς, που αφορούσαν τα επαγγελματικά προσόντα και δυνατότητες του ενάγοντος σε συνάρτηση με τις υφιστάμενες ανάγκες της εναγομένης και όχι σε προμελετημένο σχέδιο αυτής, με σκοπό την εκδίωξή του υπό το πρόσχημα της ανεπάρκειας όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, ενώ και αντικειμενικά η προτεινόμενη στον ενάγοντα θέση του ταμία συνιστούσε αναβάθμιση του και όχι δυσμενή τοποθέτησή του...>>, και αφετέρου <<...παρά τη διαβεβαίωσή του ότι ήταν πρόθυμος να εκτελέσει οποιαδήποτε υπηρεσία του ανατεθεί από την τράπεζα, δεν ανέλαβε τελικώς θέση ταμία, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι μετά την από 18-8-2006 επιστολή του προτάθηκε σ' αυτόν συγκεκριμένη θέση ταμία και ότι είχε λάβει εν τω μεταξύ επαρκή προς τούτο εκπαίδευση...>>, είναι προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον οι παραδοχές αυτές εντάσσονται στους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης περί του ότι η απόλυση δεν έγινε από λόγους εμπάθειας ή εκδικήσεως, αλλά για λόγους υπηρεσιακούς, οι οποίοι όμως συνιστούν άρνηση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ουσιώδες ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, και κατά το σκέλος του από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αληθές το περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων που αντάλλαξαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα των επιστολών του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη και των υπηρεσιακών σημειωμάτων της τελευταίας προς τον πρώτο.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος καθόσον το περιεχόμενο των ως άνω επιστολών δεν συνιστά "πράγμα" και συνεπώς δεν ιδρύεται ο συναφής λόγος αναίρεσης.
Από το άρθρο 671 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, προκύπτει ότι κατά την ειδική αυτή διαδικασία το δικαστήριο δεν υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αλλά τα εκτιμά ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ανωτέρω ειδική διαδικασία. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον ίδιο ως άνω λόγο της αναίρεσης (πρώτο) και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση που δίκασε την υπόθεση κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των ανωτέρω επιστολών και των υπηρεσιακών σημειωμάτων που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι διάδικοι. Πλην όμως ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο σκέλος δεν ιδρύεται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, όπου ισχύει η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με το άρθρο 340 ΚΠολΔ, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2010 αίτηση για αναίρεση της 79/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ