Supreme Court dismisses appeal on grounds that evidence evaluation is non-reviewable under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding property boundaries and good faith possession. The appellant argued the lower court arbitrarily failed to evaluate specific evidence proving the defendant's good faith and lack of intent to encroach. The court ruled that while the lower court must consider all evidence, its analysis and weighting of such evidence fall under non-reviewable discretion unless the final finding is unclear.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-340, 346, 559(11)γ, 561(1) of the Code of Civil Procedure; The court's evaluation and weighting of evidence is non-reviewable on appeal, provided the final finding is clearly stated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Παπαηλιού.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ιδρύματος με την επωνυμία "Ίδρυμα κοινωνικής πρόνοιας Πύργου "Ο Άγιος Χαράλαμπος", που εδρεύει στον Πύργο Ηλείας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δέσποινα Μεταξά και 2. Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Παναγιώτη Παππά Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-1999 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και με την πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2000 μη οριστική, 43/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-2-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 26-11-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση για τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την παραδοχή της ένδικης διεκδικητικής ακινήτου αγωγής του ήδη αναρεσίβλητου ιδρύματος ως και κατ' ουσίαν βάσιμης, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα ειδικότερα μνημονευόμενα σ' αυτόν έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ενώπιόν του, προς απόδειξη της ένστασης ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία, δηλαδή:
α) Τη με αριθμό Πρωτ.... της 11-7-1991 απόφαση του Νομάρχη Ηλείας με την οποία ακυρώθηκε η ... πράξη αναλογισμού, β) τη με αριθμό ... άδεια επισκευής σεισμοπλήκτου και το τοπογραφικό διάγραμμα που τη συνοδεύει, γ) τη με αριθμό ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ηλείας ..., στην οποία περιέχεται η από 18-12-1996 εξώδικη διαμαρτυρία της - αναιρεσείουσας - προς το ..., καθώς και το από 6-8-1996 αντίγραφο του βιβλίου συμβάντων του Α.Τ. ..., δ) το από 14-8-1987 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ...
και ε) φωτογραφίες έτους λήψης 1970 περίπου. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη "και όλα εν γένει τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως", σε συνδυασμό και με το όλο αιτιολογικό της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην πιο πάνω δικανική του κρίση, για τηνουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα προμνημονευόμενα έγγραφα, από τα οποία μάλιστα τη 1/1991 πράξη αναλογισμού μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση των υπόλοιπων - εγγράφων - .
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων(άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί "αυθαίρετα χωρίς καμιά αιτιολογία και χωρίς να υπάρχει κανένα στοιχείο και καμιά απόδειξη περί αυτού", ότι δεν συντρέχει στο πρόσωπο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και των δικαιοπαρόχων της η καλόπιστη νομή χρησικτησίας, ότι μολονότι οι τελευταίοι γνώριζαν ότι το ακίνητό τους δεν έχει πρόσοψη στην οδό ..., σκόπιμα στα μεταβιβαστικά της κυριότητας του επίδικου ακινήτου συμβόλαια αναφέρουν την εν λόγω οδό "ως νότιο όριο του ακινήτου τους προς περιγραφή και μόνο των δικαιωμάτων του ενάγοντος" και ότι οι από μέρους τους διακατοχικές πράξεις στο επίδικο δεν έγιναν με διάνοια κυρίου και περαιτέρω να μη δεχθεί ότι οι ίδιοι από του έτους 1924 και εφεξής μέχρι σήμερα χρησιμοποιούν το επίδικο ακίνητο ως αύλειο χώρο της οικίας τους και ως δίοδο επικοινωνίας τους με τη δημοτική οδό ...και ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας ...
με τη διαθήκη του άφησε τη ξύλινη "παράγκα" και τον κήπο στην οικιακή του βοηθό ... για να κατοικεί στην πρώτη και να χρησιμοποιεί τον κήπο ως πρόσβασή της προς την αμέσως πιο πάνω οδό και, τέλος, να μην κάνει μνεία των 65/1997 και 20/1998, αντίστοιχα, αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Πύργου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με τις οποίες κρίθηκε, με ισχύ προσωρινού δεδικασμένου, ότι η αναιρεσείουσα ήταν αποκλειστική νομέας του επίδικου ακινήτου και να μην αιτιολογήσει γενικά τις διακατοχικές πράξεις του ενάγοντα και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου στο εν λόγω ακίνητο και, έτσι, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της από μέρους της αναιρεσείουσας και των δικαιοπαρόχων της άσκησης καλόπιστης νομής στο επίδικο ακίνητο, καθώς και της ίδιας άσκησης διακατοχικών πράξεων, καθώς, επίσης, επίβλεψης και ελέγχου στο εν λόγω ακίνητο από μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι εν λόγω αιτιάσεις αναφέρονται στην ανάλυση και αιτιολόγηση των αποδείξεων και, γενικά, στην εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (Ολ. ΑΠ 24/1992).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-2-2008 αίτηση της ... για αναίρεση της 301/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για το πρώτο αναιρεσίβλητο και τριακόσια (300) για το δεύτερο, αντίστοιχα, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.-.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ