Supreme Court quashes appeal court decision for failure to consider sworn affidavits submitted under procedural law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the appeal court's decision because it failed to consider three sworn affidavits submitted by the appellants. The appellants argued these documents, given after proper summons, were essential proof of their ownership claim and should have been examined under the acceleration law. The court ruled that the lower court violated procedural rules by ignoring these specific evidentiary means, thereby ordering a remand for retrial before a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 270 paragraph 2 letter gamma of the Code of Civil Procedure; Article 559 number 11 of the Code of Civil Procedure; Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure; Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure: A court of appeal is bound to consider all legally submitted evidentiary means, including sworn affidavits given after proper summons, and failure to do so constitutes a ground for cassation requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ... και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σακκαλή.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Παπαμιχάλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/ΤΜ15/2002/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 26/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2007 αίτησή τους και με τους από 30-9-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 27-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της με αριθ. 26/2007 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341, 346 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, διότι άλλως υποπίπτουν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. γ' Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001 "επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις" και τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη υπόθεση, της οποίας ο χρόνος πρώτης συζητήσεως ενώπιον του (αρμοδίου) Μονομελούς Πρωτοδικείου είναι η 19 Σεπτεμβρίου 2002 (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1253/2005), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του διαδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία τυγχάνει εφαρμογής και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ. 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ορίζεται περιορισμός των ενόρκων βεβαιώσεων μέχρι τρεις το πολύ, που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον αυτές έχουν ληφθεί αποκλειστικώς για τη συγκεκριμένη δίκη. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα.
Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται, νομοτύπως ληφθείσα, ένορκη βεβαίωση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικώς στην απόφαση ότι το αποδεικτικό από μέσο (ένορκη βεβαίωση) έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για να μην υπάρχει αμφιβολία περί του αν αυτό λήφθηκε ή όχι υπόψη.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις 30, 34 και 35/18-9-2002, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιτέας, των μαρτύρων ..., ... και ..., αντίστοιχα, τις οποίες οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς απόδειξη της ένστασης ιδίας κυριότητάς τους επί του επιδίκου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, αν και αυτές δόθηκαν ύστερα από νομότυπη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., με την επίδοση της από 11-9-2002 κλήσης στο δικηγόρο που υπογράφει το ένδικο μέσο της έφεσης, ως κατά νόμο αντίκλητο της αναιρεσίβλητης (ΑΠ 454/2004, βλ.
με αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άμφισσας ...) και μολονότι οι αναιρεσείοντες, με τις από 11-10-2004 προτάσεις τους, που κατέθεσαν, ως εφεσίβλητοι, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της έφεσης της αναιρεσίβλητης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ρητώς είχαν επικαλεστεί, ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, τις παραπάνω τρεις ένορκες βεβαιώσεις για την απόδειξη του προαναφερόμενου αυτοτελούς ισχυρισμούς τους, οι οποίες είχαν δοθεί για τη συγκεκριμένη δίκη στις 18-9-2002, ενόψει δηλαδή της πρώτης συζήτησης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της ένδικης αγωγής, που έγινε στις 19-9-2002.
επομένως, το Εφετείο, το οποίο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του, κατά το βάσιμος περί τούτου ως άνω λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 26/2007 απόφαση του Εφετείου Λαμίας.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ