Supreme Court allows appeal against traffic court verdict due to insufficient reasoning and contradictory findings regarding driver's speed and braking.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a traffic court verdict, remanding the case for retrial. The appellant argued that the lower court's reasoning was vague, contradictory, and failed to adequately explain the driver's speed, braking distance, and lane position. The court agreed, finding the original decision legally flawed and insufficiently reasoned.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a traffic court decision if the lower court fails to provide clear, consistent, and sufficient reasoning regarding the facts and legal application, necessitating a retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 822/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ......., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γανωτή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ψ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) ψ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" εδρεύοντος στην Αθήνα το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο δήλωσε ότι η ως άνω αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ως προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4183/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2780/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/4/2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 23/1/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Από την προσκομιζόμενη με επίκληση .......έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...... αποδεικνύεται, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημερινή δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο ψ1. Ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και δεν παραστάθηκε με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο ψ2, ο οποίος επίσης δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε κατά οποιοδήποτε τρόπο, η αναιρεσείουσα με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αναίρεσης και έτσι ως προς αυτόν το διάδικο η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (άρθρα 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 ΚΠολΔ.).
ΙΙ.- Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 6-10-1997 και περί ώρα 8.00 στη ... και στη διασταύρωση των οδών .... και ...., που είναι κάθετη προς την πρώτη και όπου υπάρχει διάβαση πεζών και φωτεινοί σηματοδότες για τα οχήματα και τους πεζούς, η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) μαζί με τρείς κοπέλλες, επιχείρησε να διασχίσει κάθετα την οδό ...
εντός της διάβασης πεζών από το πεζοδρόμιο της συμβολής των άνω οδών προς το απέναντι μέρος (προς τη θάλασσα). Η οδός ..... έχει πλάτος 21μ., είναι ευθεία σε μήκος 500μ., η κίνηση των οχημάτων κατά τον άνω χρόνο ήταν αραιή, η επιτρεπόμενη ταχύτητα αυτών είναι 50 χιλ. την ώρα, ως κατοικημένης περιοχής, και ο φωτισμός ήταν της ημέρας.
Την ίδια ώρα το υπ αριθμ κυκλ. ...... ΔΧΕ αυτ/το (ταξί), μάρκας ...., που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος (αναιρεσίβλητος), της ιδιοκτησίας δε του δευτέρου εναγομένου, που ήταν και ασφαλισμένο στην τρίτη εναγόμενη Ασφ. Εταιρία "Αργοναυτική ΑΕΕΓΑ", για τις υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες που θα προξενούσε σε τρίτους από την κυκλοφορία του και της οποίας όμως η άδεια έχει ήδη ανακληθεί και υπεισέρχεται από 25-7-2006 ως καθολικός διάδοχός της το ΕΚ, εκινείτο στην άνω οδό .....
με κατεύθυνση προς την έξοδο της πόλης και πλησίαζε την παραπάνω διασταύρωση. Ενώ ο σηματοδότης έδειχνε πράσινο φως στην πορεία του ταξί και ερυθρό σήμα για τους πεζούς στην κατεύθυνση που ακολουθούσε η ενάγουσα, αυτή χωρίς να λάβει υπόψη της το απαγορευτικό ερυθρό φως με σύμβολο άτομο σε στάση (άρθ 38 παρ. 4β σε συνδυασμό με 7 παρ β του ΚΟΚ), κινήθηκε βιαστικά, κάθετα στη διάβαση από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ταξί, για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο και επιπλέον, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των επί της οδού ......
κινουμένων οχημάτων και βεβαιωθεί ότι στην ενέργειά της αυτή μπορεί να προβεί ασφαλώς, χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού, με αποτέλεσμα, όταν έφθασε στο μέσον περίπου του οδοστρώματος και αντιλαμβανόμενη ήδη από την κάθοδό της σ' αυτό την έλευση του άνω ταξί, υπολόγισε όμως εσφαλμένα ότι θα κατόρθωνε να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο, άρχισε να κινείται μια εμπρός μία πίσω.
Έτσι όμως ενεργούσα η ενάγουσα ανάγκασε τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος την αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση να διασχίζει την διάβαση πεζών, μειώνοντας την ταχύτητά του, που πάντως δεν υπερέβαινε τα 45 χιλιομ., να προβεί σε τροχοπέδηση μήκους 13,50 μ και σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, πλην όμως εξαιτίας των παραπάνω σπασμωδικών της κινδύνων δεν κατόρθωσε να αποφύγει την παράσυρσή της με την εμπρόσθια επιφάνεια του ΔΧΕ αυτ/του, που οδηγούσε και την εκτίναξή της σε απόσταση 35 μ.
Συνεπεία του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος η ενάγουσα υπέστη βαρειά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και πολλαπλά κατάγματα σε όλο της το σώμα. Με τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αναφέρθηκαν η πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) της ενάγουσας, ως εκ του ότι αυτή δεν κατέβαλε την κατά τους κανόνες της τροχαίας κινήσεως επιβαλλόμενη επιμέλεια και δη παρέβη τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ, που αναφέρθηκαν, χωρίς επιπλέον να ελέγξει την κίνηση των επί της οδού ......
κινουμένων οχημάτων και βεβαιωθεί ότι στην ενέργειά της αυτή μπορεί να προβεί ασφαλώς, χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρησιμοποιούντων την οδό. Η αμέλειά της μάλιστα επιτείνεται από το γεγονός ότι αντιλήφθηκε από ικανή απόσταση την έλευση των οχημάτων, αλλά υπολόγισε εσφαλμένα ότι θα κατορθώσει να διασχίσει τη διάβαση και να περαιωθεί στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι διέσχισε την διάβαση πεζών με πράσινο φως και ο πρώτος εναγόμενος παραβίασε το ερυθρό στην πορεία του ελέγχεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Αντίθετα περιστατικά που να θεμελιώνουν αμέλεια του πρώτου εναγομένου οδηγού δεν αποδείχθηκαν. Αυτός εκινείτο ως προαναφέρθηκε, με ταχύτητα 45 χιλ.
περίπου, έναντι της επιτρεπομένης των 50 χιλ. την ώρα και όταν αντιλήφθηκε την ενάγουσα να κινείται αντικανονικά στη διάβαση πεζών, πράττουσα τα ανωτέρω, προέβη σε τροχοπέδηση μήκους 13,50 μ και ταυτόχρονα και σε αποφευκτικό ελιγμό, λόγω όμως της αμελούς συμπεριφοράς της ενάγουσας δεν κατόρθωσε να την αποφύγει και επομένως, αυτός ουδεμία διάταξη του ΚΟΚ παραβίασε.
Την κρίση του αυτή το Δικαστήριο στηρίζει ιδία 1) στην κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα γ1 και την προανακριτική κατάθεση της επίσης αυτόπτου μάρτυρος Ζωής Γκονέλα, οι οποίοι κατέθεσαν σαφώς μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ήτοι ο μεν πρώτος "...οι 3 κοπέλλες σταμάτησαν στην μέση του δρόμου, αλλά η παθούσα έκανε 2-3 φορές μπρος-πίσω...
Η ταχύτητα δεν ήταν πάνω από 50 χιλ ....εγώ έσπασα τη μύτη, δεν θεωρώ ότι έφταιγε καθόλου ο οδηγός ... Ο σηματοδότης των πεζών ήταν κόκκινος ...", η δε δεύτερη ότι " ...αυτοκίνητα υπήρχαν σε κίνηση σε πολύ μεγάλη απόσταση και ο δρόμος φαινόταν άδειος και ξεκινήσαμε να περάσουμε όταν εμείς είχαμε κόκκινο για την πορεία μας..." και 2) στην από ......
έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα του Ανθ/μου ....... Θα πρέπει όμως να σημειωθεί εδώ και πως ο πρώτος εναγόμενος, δυνάμει της υπ' αριθμ 1848/2004 απόφασης του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης κηρύχθηκε αθώος της αποδοθείσης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια εις βάρος της ενάγουσας και του άνω μάρτυρος γ1".
Με τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 4183/2005 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για αποζημίωση αυτής. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πράγματι στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές εν μέρει αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και της συμμόρφωσής του προς τους κανόνες του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν.
Ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση : α) Δεν προσδιορίζει, με σαφήνεια, από ποια απόσταση ακριβώς ο οδηγός του ταξί αντιλήφθηκε την πεζή αναιρεσείουσα να διασχίζει τη διάβαση πεζών. β) Δεν εξειδικεύει την "ικανή απόσταση" από την οποία την αντιλήφθηκε. γ) Δεν αναφέρει συγκεκριμένα με ποιά ταχύτητα εκινείτο ο οδηγός του ταξί όταν την αντιλήφθηκε και πόσο την μείωσε για αποφυγή του ατυχήματος.
δ) Αρχικά δέχεται ότι η ταχύτητα "δεν υπερέβαινε πάντως τα 45 χιλιόμετρα την ώρα", όμως τελικά κατέληξε ότι εκινείτο το ταξί "με ταχύτητα περίπου 45 χιλιόμετρα την ώρα, έναντι της επιτρεπομένης των 50 χιλ. των ώρα". ε) 'Εκρινε ότι ο οδηγός του ταξί μόλις αντιλήφθηκε την αναιρεσείουσα μείωσε την πιο πάνω ταχύτητα, όμως περαιτέρω δεν αιτιολογεί γιατί δεν μπόρεσε αυτός τροχοπεδώντας να ακινητοποιήσει το όχημά του.
στ) Δεν προσδιορίζει καθόλου σε ποιά λωρίδα κυκλοφορίας της έχουσας πλάτος 21 μέτρων οδού ....... εκινείτο το ταξί, ούτε διευκρινίζει σε ποιό σημείο ακριβώς της λωρίδας αυτής κυκλοφορίας παρασύρθηκε η αναιρεσείουσα. ζ) Δεν ερεύνησε (ούτε αξιολόγησε) αν η κίνηση (προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της πεζής) του οδηγού του ταξί κατά τον αποφευκτικό ελιγμό ήταν η ενδεδειγμένη (και όχι εκείνη προς τ' αριστερά της πεζής), ούτε αιτιολογεί επαρκώς γιατί ο ελιγμός αυτός απέτυχε.
Και η) Διέλαβε παραδοχή, ότι ο οδηγός του ταξί έχει "προβεί σε τροχοπέδηση μήκους 13,50 μέτρων", αλλά δεν κατόρθωσε "να αποφύγει την παράσυρσή της με την εμπρόσθια επιφάνεια του ταξί που οδηγούσε και την εκτίναξή της σε απόσταση 35 μέτρων", που βρίσκεται όμως σε αντίφαση με τις προαναφερθείσες άλλες παραδοχές κατά τις οποίες η ταχύτητα του ταξί δεν υπερέβαινε το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (50 χιλ.
την ώρα) και επιχειρήθηκε αποφευκτικός ελιγμός (με κίνηση του ταξί προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία της πεζής). Συνακόλουθα είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι λόγοι του αναιρετηρίου από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, ασάφεια, ανεπάρκεια και μερική αντιφατικότητα αιτιολογιών, σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα.
Μετά από αυτά πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Καταργεί, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο ψ2.
-
Αναιρεί την 2780/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους (ψ1 και Επικουρικό Κεφάλαιο) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Απριλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ