Legislator Case Law & Legislation
822/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis and failure to consider relevant facts regarding statute of limitations.

Case Number 822/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, which rejected the claim based on the statute of limitations. The appellant argued that the disability was unforeseen until mid-2000, but the court found the medical report from January 1999 clearly established the inability to work. The court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and did not lack a legal basis, thus upholding the dismissal of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1, Art. 559 no. 8, Art. 558 no. 8, Art. 558 no. 19 of the Code of Civil Procedure; The appeal for lack of legal basis fails when the lower court's reasoning is clear and complete, and the appeal for failure to consider relevant facts fails when the court explicitly rejected the argument despite it being presented.

Keywords

AI generated
statute of limitations medical report evidence appeal for lack of legal basis failure to consider facts supreme court review insurance liability unforeseen disability

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 558 no. 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 12/1991
AP 3/1997
AP 1682/1991
AP 117/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 822 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σταμολέκα.

Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21 Μαϊου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26 Ιουλίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Πατινίδης, ανέγνωσε την από 3 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος, άρα, δεν ιδρύεται, όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, που ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

ΑΠ 12/1991). Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997). Στην έννοια των "πραγμάτων" περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 1682/1991).

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 489/1976 προκύπτει, ότι η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή, η οποία θεμελιώνεται στην παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου, υπόκειται στην βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής.

Στην ίδια πιο πάνω διετή παραγραφή υπόκειται και η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 εδ. α' ν. 489/1976, κατά την οποία "η σχετική αξίωση υπόκειται στην κατά το άρθρο 10 παρ. 2 παραγραφή. Η ως άνω παραγραφή, η οποία ενόψει της διατάξεως του άρθρου 241 ΑΚ, αρχίζει από την επομένη ημέρα του ατυχήματος, τρ΄χει από του ως άνω χρόνου και καταλαμβάνει και τις μέλλουσες αξιώσεις του παθόντος από το ατύχημα, εφόσον είναι δικαστικώς επιδιώξιμες, ανεξαρτήτως πότε έλαβε γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με την προβληθείσα, από το αναιρεσίβλητο - εναγόμενο, Επικουρικό Κεφάλαιο, ένσταση παραγραφής και προς απόκρουση της (και) κατ' αυτού ασκηθείσας αγωγής του αναιρεσείοντος - ενάγοντος: "Περαιτέρω, ο ενάγων, συνεπεία της σπληνεκτομής, στην οποία υποβλήθηκε, εξαιτίας της οποίας θα είναι εφ' όρου ζωής ευπρόσβλητος σε λοιμώξεις και θα πρέπει να λαμβάνει συνεχώς φαρμακευτική αγωγή, αδυνατεί να απασχοληθεί σε βαρειές εργασίες ......." (σελ. 23-24) "αποδεικνύεται, ότι το ατύχημα συνέβη στις 1-12-1994, ο ενάγων άσκησε την πρώτη αγωγή του στις 2-4-1996 και εγνώριζε την κατάσταση της υγείας του από την κατάθεση στις 5-1-1999 της έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που είχε διατάξει η 110/1998 εν μέρει προδικαστική απόφαση και όχι όπως αυτός (ενάγων) ισχυρίζεται αργότερα κατά το έτος 2000 (μέσα του έτους 2000) όταν επιδίωξε να εργασθεί στην κατασκευή οικοδομών, οπότε και διαπίστωσε ότι, παρά τις επίμονες και φιλότιμες προσπάθειες του, δεν μπορούσε να σηκώνει βαριά μαδέρια και να καρφώνει τα συνδέοντα τις σκαλωσιές (ξυλότυπα) "λατάκια" (μικρά σανιδάκια), αφού ούτε ο εξετασθείς μαρτυράς του δεν επιβεβαιώνει στην ανωτέρω κατάθεση του σαφώς το τελευταίο (τέτοια γνώση δηλαδή από τα μέσα 2000).

Συνεπώς, έκτοτε από 5-1-1999, οι επίδικες συνέπειες αναπηρίας του ενάγοντος ήσαν γνωστές και προβλεπτές από αυτόν ότι θα επιδρούσαν στο μέλλον του, ο ενάγων δε κατέθεσε την ήδη κρινόμενη αγωγή στις 24-5-2001, με την 4453/2001 πράξη κατάθεσης, ήτοι μετά πάροδο διετίας από της γνώσεως του και επομένως παρήλθε η προθεσμία παραγραφής και έτσι οι επίδικες κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αξιώσεις του υπέκυψαν στην προθεσμία παραγραφής" (σελ. 23-24).

Ακολούθως τούτων, το εφετείο απέρριψε το λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο υποστήριζε ότι κατά το θέρος του 2000 διαπίστωσε για πρώτη φορά, όταν επιχείρησε να εργασθεί ως "καλουπατζής" σε ανέγερση οικοδομών, την αδυναμία του να εργάζεται με την παραπάνω ιδιότητα, σηκώνοντας βαριά μαδέρια και καρφώνοντας με το δεξί του χέρι τα απαιτούμενα καλούπια και ακολούθως απέρριψε την κατά της ομοίως αποφανθείσας 5415/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έφεση του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου.

Όπως όμως εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας, η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου υπόκειται στη βραχυπρόθεσμη παραγραφή των δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος. Επομένως, η ως άνω παραγραφή που άρχισε από την επομένη του ατυχήματος (1.12.1994), συμπληρώθηκε στις 1.12.1996, χωρίς να απαιτείται για την εν λόγω παραγραφή και γνώση της ζημίας.

Αλλά και επί τη εκδοχή, όπως δέχθηκε το Εφετείο, (ότι η ζημία ήταν από την αρχή απρόβλεπτη και εμφανίσθηκε μεταγενέστερα του ατυχήματος και οφείλεται σε αιφνίδια και απροσδόκητη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του παθόντος - ενάγοντος, αν ως ατύχημα, από την επέλευση του οποίου θεωρηθεί η αιφνίδια και εξωτερική επέμβαση στον οργανισμό του παθόντος εκ μέρους τρίτου, και η διετής αυτή παραγραφή πρέπει, για λόγους δικαιοσύνης, να αρχίζει από τη στιγμή που καθίσταται αντικειμενικά δυνατή η πρόβλεψη της νέας δυσμενούς καταστάσεως του παθόντος (ΑΠ 117/2004), στην προκειμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τούτο συνέβη, δηλαδή ο ενάγων έλαβε γνώση των δυσμενών για την υγεία του συνεπειών της εκ του ατυχήματος αναπηρίας του (ανικανότητας να εργασθεί, εφ' όρου ζωής, σε βαρειές εργασίες) από την κατάθεση, στις 5.1.1999, της έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που είχε διατάξει η σε προηγούμενη αγωγή αυτού εκδοθείσα 110/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και επομένως από της ημερομηνίας αυτής (5.1.1999) μέχρι της ασκήσεως της κρινόμενης αγωγής στις 24.5.2001 (υπ' αριθ. 4453/2001 πράξεως καταθέσεως), παρήλθε η από το νόμο προβλεπόμενη, για το Επικουρικό Κεφάλαιο διετία της παραγραφής των κατ' αυτόν αξιώσεων του ενάγοντος.

Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι για πρώτη φορά στα μέσα του έτους 2000, εμφανίσθηκε η πλήρης αδυναμία του να εργασθεί ως καλουπατζής σε οικοδομές, τον οποίοι και απέρριψε, με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων εγνώριζε την κατάσταση της υγείας του από την κατάθεση, στις 5.1.1999, της έκθεσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που είχε διατάξει η 110/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν μπορεί να εργασθεί εφ' όρου ζωής, σε σοβαρές (βαρειές) εργασίες, συνεπεία της σπληνεκτομής, στην οποία υποβλήθηκε.

Αλλά και περαιτέρω το Εφετείο, με τις παραπάνω παραδοχές του διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που δικαιολογούν την, ως προς το αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο, απόρριψη της αγωγής, κατά παραδοχή της ως άνω καταλυτικής ένστασης (παραγραφής) του αναιρεσίβλητου, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Επομένως το Εφετείο που απέρριψε, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, την αγωγή αυτή του αναιρεσείοντος λόγω παραγραφής, αν και με άλλη αιτιολογία, σε ορθό διατακτικό κατέληξε, γι' αυτό και, οι από το άρθρο 558 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.7.2006 αίτηση του .......για αναίρεση της 755/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαρτίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ