Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning regarding dismissal of vague claim for lost promotion bonus.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's rejection of his claim for a lost promotion bonus. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning for dismissing his claim as vague, but the court found the dismissal based on the claim's lack of specificity regarding the specific position and criteria for promotion. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the lower court correctly applied the law by requiring concrete facts to establish the lost profit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) Civil Procedure Code; Art. 559(14) Civil Procedure Code; The appeal for lack of reasoning is inadmissible when the lower court dismisses a claim as vague, as the reasoning requirement applies to the substantive judgment on the merits, not the procedural dismissal of an ill-defined claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 822 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 822/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ., κατοίκου…, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γιαννόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρο Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2801/01 του ίδιου Δικαστηρίου και 759/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/7/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης ανέγνωσε την από 19/10/2004 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Δημητρίου Λοβέρδου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αναίρεση.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως αόριστη. Έτσι, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., υπό τις αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές και ανεπαρκείς, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αόριστης κατά την αξίωσή του επιδόματος ευθύνης θέσης συμπράττοντος υποδιευθυντή, ως διαφυγόντος κέρδους από την καταχρηστική παράλειψη της προαγωγής του στο βαθμό αυτό, κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 4 και 9 του Οργανισμού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το από 26.9.1953 β.δ. και έχει ισχύ νόμου, "...παρ. 4: Η τοποθέτησις των προϊσταμένων των διευθύνσεων, των τμημάτων και των υπηρεσιών, των διευθυντών, υποδιευθυντών και εντεταλμένων υποκαταστήματος, ως και η ανάκλησις των τοποθετήσεων τούτων γίνεται, ασχέτως βαθμού και αρχαιότητος, δια πράξεως του Διοικητού, κατά την απόλυτον αυτού κρίσιν.- παρ. 9:
Δια την τοποθέτησιν του προσωπικού και την εις έκαστον υπάλληλον ανάθεσιν υπηρεσιακών καθηκόντων δεν λαμβάνεται υπόψιν ο βαθμός και αι αποδοχαί εκάστου υπαλλήλου". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των παρ. 7 και 8 του ίδιου άρθρου του ως άνω οργανισμού συνάγεται ότι η τοποθέτηση των αναφερομένων σε αυτά διευθυντικών στελεχών της τράπεζας (προϊσταμένων διευθύνσεων κ.λ.π.) σε θέση ευθύνης, από την οποία κατευθύνουν και παρακολουθούν τις εργασίες που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους και ευθύνονται για την κανονική διεξαγωγή των ανατιθεμένων σε αυτούς εργασιών και ως εκ της οποίας λαμβάνουν το αποκαλούμενο "επίδομα ευθύνης", γίνεται με πράξη του διοικητή, κατά την απόλυτη κρίση του, είναι δε ανεξάρτητη από το βαθμό, την αρχαιότητα και τις αποδοχές του υπαλλήλου.- Εξ άλλου, κατά το άρθρο 298 του Α.Κ.
η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος. Είναι δε διαφυγόν το κέρδος που προσδοκάται με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, για την κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ.
πληρότητα του δικογράφου, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η απλή επανάληψη της διατυπώσεως του άρθρου 298 του Α.Κ. αλλά απαιτείται ειδική και ορισμένη μνεία των πραγματικών περιστάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθανό το κέρδος. Η παράλειψη της εκθέσεως ή η ελλιπής έκθεση των περιστατικών αυτών, αναγκαίων και επί αγωγής εισαγομένης και εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επάγεται την απόρριψη της αγωγής ως απαραδέκτου, η μη κήρυξη του οποίου ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγον αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, ο αναιρεσείων, αξιώνοντας την καταβολή αποζημιώσεως λόγω στερήσεως του προαναφερομένου επιδόματος ευθύνης 3ου κλιμακίου, το οποίο θα ελάμβανε αν δεν είχε παραλειφθεί παρανόμως κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-1996 για το βαθμό του συμπράττοντα υποδιευθυντή, πέραν από την επανάληψη των στοιχείων της διατάξεως του άρθρου 298 του Α.Κ., δεν διαλαμβάνει ποια συγκεκριμένη θέση του 3ου κλιμακίου θα κατελάμβανε αυτός (αναιρεσείων) αν προήγεται σε συμπράττοντα υποδιευθυντή και με βάση ποια κριτήρια ο διοικητής της αναιρεσίβλητης τράπεζας θα του ανέθετε, τέτοια καθήκοντα, ενόψει του ότι, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις του οργανισμού της εναγομένης τράπεζας, η προαγωγή υπαλλήλου δεν συνεπάγεται αναγκαίως και την ανάθεση καθηκόντων ανωτέρου κλιμακίου.
Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και άρα ο δεύτερος, αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 826/3-7-2003 αίτηση του Ι. Κ. για αναίρεση της 759/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ