Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for non-payment of outstanding loan and interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the First Instance Court's final judgment ordering them to pay a bank. The appellants argued that the court erred by including interest calculated over more than two years and failing to distinguish between principal and interest in the payment order. The court rejected this, ruling that the bank's commercial books and specific annotations on the account statement validly proved the debt amount, including the interest, and that the judgment was legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment ordering payment of a debt is admissible if filed within the time limit, and the court must examine the grounds raised by the appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 821 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 821/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Π. του Ι., συζύγου Ι. Π., 2) Ι. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από την εκκαθαρίστρια αυτής, Ανώνυμη Εταιρεία "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "PQH ΕΝΙΑΙΑ ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Ναούμ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/10/2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1990/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 327/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1/9/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 1.9.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ.327/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 632 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 του Ν.4055/2012 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ).Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν, επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως, τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 16541/2014 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε μετά από αίτηση της αναιρεσίβλητης τράπεζας, υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες, η πρώτη ως πρωτοφειλέτρια και ο δεύτερος ως εγγυητής, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν, το ποσό των 432.286,33 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, το οποίο αποτελεί ληξιπρόθεσμη οφειλή τους από την υπ' αριθ. ...-2011 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό και τις τροποποιητικές αυτής. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσείοντες άσκησαν κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 29/10/2014 ανακοπή τους, ζητώντας την ακύρωσή της, εκδόθηκε δε επ' αυτής η υπ'αριθμ.1990/2016 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε τον έβδομο λόγο της ανακοπής και την ανακοπή ως ουσιαστικά βάσιμη και ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την από 2/3/2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ.327/2019 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η ανακοπή στο σύνολό της.
3. Κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του ν.2251/1994, που έχει τίτλο προστασία καταναλωτών, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το ν. 3587/2007 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (Oλ.ΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ο δε καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται. Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των Γ.Ο.Σ., συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω άρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών Γ.Ο.Σ., θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Σύμφωνα όμως με την παρ. 8 του άνω άρθρου (2) του ίδιου ν.2251/1994 ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της συμβάσεως, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ιδίου ως άνω ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητός του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερομένη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 828/2018).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του ν.2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Επιπροσθέτως, μέχρι την αντικατάσταση του ν. 2251/1994 με το ν. 3587/2007, δεν υπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη ρύθμιση προστασίας ως καταναλωτή του εγγυητή γενικώς και ειδικότερα του εγγυητή επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου. Ωστόσο, λόγω του παρεπομένου χαρακτήρα της εγγυητικής συμβάσεως έναντι της κύριας οφειλής, κατ' άρθρο 847 Α.Κ., γινόταν δεκτό ότι, όταν ο πρωτοφειλέτης-δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης τούτου και τυγχάνει προστασίας του άνω νόμου, της ιδίας προστασίας πρέπει να τυγχάνει και ο εγγυητής αυτού, εφόσον η εγγύηση δεν εντάσσεται στο πλαίσιο της επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας του τελευταίου και τούτο διότι δεν δικαιολογείται δυσμενέστερη αντιμετώπιση του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.
Ήδη, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. ββ του ιδίου ως άνω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, εντάσσεται ρητώς στο προστατευτικό πεδίο αυτού και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητάς του (Ολ.
ΑΠ 13/2015, ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1463/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975 "επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί τοις χιλίοις ετησίως επί του ετησίου ύψους εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγουμένων υπ' αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανόμενων και των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως, ως αύτη ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών".
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως.
Από τη γραμματική διατύπωση, όμως, της πιο πάνω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού, με την παραπάνω έννοια, κανόνα δικαίου, αφού ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική μετακύλισή του ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής του.
Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς αυτής, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 2065/1992, ως, από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξεως "βαρύνουσα" στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή προκύπτει από τη χρήση της λέξεως αυτής σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές.
Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από τον ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακυλίσεως της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, μέσω της εισφοράς αυτής, της επιδοτήσεως των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ` ωφελεία της εθνικής οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα.
Εξάλλου, από μακρού χρόνου τα τραπεζικά επιτόκια διαμορφώνονται ελευθέρως (ΑΠ 756/2015, ΑΠ 2037/2014), οπότε υπό το καθεστώς αυτό η θέσπιση απαγορεύσεως μετακυλίσεως της άνω εισφοράς από τα τραπεζικά ιδρύματα στους πιστούχους δεν είναι εφικτή και από τη φύση του πράγματος. Και τούτο γιατί, στο μέτρο που οι Τράπεζες μπορούν ελεύθερα να καθορίζουν τα επιτόκια των χορηγήσεων, θα μπορούν και να υπολογίσουν το ποσοστό της εισφοράς του Ν.128/1975 στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρουν, χωρίς ειδική αναφορά της εισφοράς αυτής στη σύμβαση.
Τότε όμως, η απαγόρευση, αν γινόταν δεκτό ότι έχει απαγορευτικό χαρακτήρα η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, θα εξαρτιόταν από το εάν θα αναφερόταν ή όχι στη σύμβαση ο τρόπος υπολογισμού του επιτοκίου και, συνεπώς, η εν λόγω εισφορά. Αλλά και εάν η μετακύλιση της εν λόγω εισφοράς έχει, εν όψει και της διάταξης του άρθρου 293 ΑΚ, ως συνέπεια την κατά το ποσοστό της εισφοράς αύξηση του συμβατικά καθοριζομένου επιτοκίου, πέραν του προβλεπομένου ανώτατου ορίου, και τότε η απαγόρευση δεν θα προέκυπτε από τον Ν.128/1975, αλλά από τη διάταξη που θα όριζε ανώτατο όριο τραπεζικού επιτοκίου.
Άλλωστε, η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στον δανειολήπτη αποτέλεσε, από την έναρξη της ισχύος του Ν.128/1975, συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι τα μεταγενέστερα νομοθετήματα, που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο, ανέφεραν γενικά ότι η εισφορά βαρύνει τη συναλλαγή (δάνεια-πιστώσεις).
Με τη διάταξη δε του άρθρου 22 Ν.2515/1997 καθορίστηκε ρητά ότι για τα δάνεια από πιστωτικά χρηματοδοτικά ιδρύματα του εξωτερικού, υπόχρεος για την απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειολήπτης, εξαλείφοντας έτσι το συγκριτικό μειονέκτημα, που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του δανεισμού από το εσωτερικό, τερματίζοντας την απώλεια εσόδων υπέρ του κοινού λογαριασμού και αποκαθιστώντας ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ δανεισμού από το εσωτερικό και το εξωτερικά, β) το ότι το ύψος του συντελεστή καθ' όλο το χρονικό διάστημα από την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς κλιμακώθηκε ποσοστιαία, κατά τρόπο, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών, όπως με το άρθρο 8 Ν.2459/1997 απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και κοινωνίες αστικού δίκαιου, που κατοικούν ή έχουν έδρα σε νησιά με πληθυσμό κάτω από 3.100 κατοίκους και το άρθρο 19 παρ. 4β Ν.3152/2003, κατά το οποίο απαλλάσσονται της εισφοράς οι δανειοδοτήσεις προς τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και οι δανειοδοτήσεις από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και από την Τράπεζα Αναπτύξεως του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Αν η εν λόγω εισφορά βάθυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δεν θα θεσπίζονταν τέτοιες εξαιρέσεις, και γ) η Τράπεζα της Ελλάδος, ήδη από την έναρξη εφαρμογής του Ν.128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα, που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων-χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993.
Εξάλλου, και υπό το καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1993 και 2501/2002). Η ΠΔ/ΤΕ 2501/2002, στο άρθρο Β2 επεκτείνει την υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και στην επιβολή "Ειδικών εισφορών" και η εισφορά του Ν. 128/1975 είναι μια τέτοια ειδική εισφορά.
Συμπερασματικά, εν όψει των προαναφερθέντων, προκύπτει ότι από τον Ν.128/1975 δεν απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με τον νόμο αυτόν. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του Δημοσίου προσώπου στο πλαίσιο της εννόμου σχέσεως που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια τοιαύτη μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και πιστούχων-δανειοληπτών.
Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοουμένης της θεσπίσεως ανωτέρου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν.128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου συμβάσεως πιστώσεως, με έμμεσο αποτέλεσμα τη συμβατική μετακύλιση της εισφοράς αυτής στον πιστούχο, είναι νόμιμη, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των τραπεζικών επιτοκίων, που μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο, πράγμα, που δεν συμβαίνει στην περίπτωση που στη σύμβαση γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση του δανειολήπτη και με την εισφορά του Ν.128/1975, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί τοις εκατό (ΑΠ 669/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 332/2019, ΑΠ 430/2005), ουσιαστικά προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 669/2020). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 KΠολΔ , επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 11/2017, ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005, ΑΠ 123/2023).
4. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 3 Ν.128/1975, 22 παρ. 2 Ν.2515/1997, 471, 477, 478 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι είναι νόμιμη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν.128/1975 σ' αυτούς και ότι ο όρος της επίδικης συμβάσεως ότι ο οφειλέτης βαρύνεται με την εν λόγω εισφορά δεν είναι καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ανακοπής τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...Οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται-και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε-ότι η τελευταία (διαταγή πληρωμής) είναι άκυρη, καθόσον στην ένδικη σύμβαση και τις πρόσθετες αυτής πράξεις περιλαμβάνονται καταχρηστικοί και συνεπώς, άκυροι όροι, που ενεργοποιήθηκαν από την καθ' ης και αποτελούν ΓΟΣ, οι οποίοι, επιφέρουν διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος των ανακοπτόντων και ενέχουν υπέρμετρη δέσμευσή τους, αντιβαίνουν δε ως καταχρηστικοί τόσο στις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2251/1994 όσο και του άρθρου 281 του ΑΚ.
Ειδικότερα, οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι η ανακοπτομένη είναι άκυρη λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό, που τηρούνταν για την ένδικη σύμβαση, ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975, αλλά περαιτέρω και του παράνομου ανατοκισμού αυτών και συγκεκριμένα λόγω αντίθεσης αυτών στο άρθρο 2 παρ. 6 Ν 2251/1994, η δε ακυρότητα των επιμέρους ποσών επηρεάζει την απόδειξη με έγγραφα, αλλά και το εκκαθαρισμένο του συνόλου της απαίτησης.
Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο, καθώς κατά το μέρος μεν που βάλλει κατά της μετακύλισης στην πρώτη ανακόπτουσα με όρο της ένδικης σύμβασης του ποσοστού της εισφοράς επί του επιτοκίου του τηρούμενου από την καθ' ης για αυτήν λογαριασμού, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, η μετακύλιση της εισφοράς του Ν, 128/1975 στους δανειολήπτες επιτρέπεται, με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και συνεπώς, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς αυτής για τον καθορισμό του επιτοκίου είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν. 128/1975, η οποία καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρ. 174 ΑΚ ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, στην προαναφερόμενη ένδικη σύμβαση ρητά αναγράφεται ότι ο οφειλέτης βαρύνεται με την εισφορά του ν. 128/1975, όρος που κατ' αρχήν δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστικός και συνεπώς άκυρος, καθώς δεν είναι αντίθετος σε κάποια απαγορευτική ρήτρα που περιλαμβάνεται στην ενδεικτική απαρίθμηση συγκεκριμένων ΓΟΣ που θεωρούνται "PER SE" καταχρηστικοί - οι οποίοι εφαρμόζονται εν προκειμένω, καθώς η πρώτη ανακόπτουσα θεωρείται καταναλωτής, κατά τα στην οικεία μείζονα σκέψη αναφερόμενα, όπως και ο δεύτερος, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της εγγύησης-ούτε περιέχει απόκλιση από ουσιώδεις αξιολογήσεις καθοδηγητικού χαρακτήρα του ενδοτικού δικαίου, ενώ εν προκειμένω τηρήθηκε η αρχή της διαφάνειας.
Πέραν δε τούτου, σύμφωνα επίσης με τα ανωτέρω, νομίμως το ποσό της εισφοράς ανατοκίζεται ως αποτελούν τμήμα του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου, με αποτέλεσμα λόγω μη ακυρότητος των επί μέρους κονδυλίων για το λόγο αυτό, να μην επηρεάζεται η αποδεικτικότητα των εγγράφων και να μην καθίσταται ανεκκαθάριστη η απαίτηση που επιδικάστηκε με τη διαταγή πληρωμής, όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται οι ανακόπτοντες.
Συνακόλουθα, η απαίτηση της καθ' ης, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και βέβαιη ήταν και εκκαθαρισμένη, καθώς αποτελούσε το οριστικό κατάλοιπο κλεισθείσας σύμβασης πίστωσης...". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν.128/1975, σε συνδυασμό με 2 παρ. 6 και 7 του Ν.2251/1994, αναφορικά με τη μετακύλιση της εισφοράς του νόμου 128/1975, αλλά και την κεφαλαιοποίηση των τόκων και τον ανατοκισμό, και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 ν.2515/1997, 471, 477, 478 ΑΚ, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση.
Τούτο δε διότι, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς, με όρο της επίδικης δανειακής σύμβασης, δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς, όμως, να απαγορεύεται απ` αυτήν ή από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους, εφόσον δε η μετακύλιση της εισφοράς είναι νόμιμη και εντάσσεται στα πλαίσια του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων, καθώς προσαυξάνει το ποσοστό τους, λογίζεται, κατά το άρθρο 293 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, ως τόκος και, συνεπώς, νομίμως ανατοκίζεται και κεφαλαιοποιείται μετά των λοιπών καθυστερούμενων τόκων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν.2601/1998, αφού αποτελεί μέρος του ετήσιου πραγματικού επιτοκίου. Ο σχετικός δε όρος (ΓΟΣ) της επίδικης δανειακής σύμβασης, ελεγχόμενος μόνο από άποψη διαφάνειας, είναι έγκυρος και διαφανής, ενόψει του ότι στη σύμβαση, όπως και στο αναιρετήριο αναφέρεται, γίνεται, κατά τον καθορισμό του επιτοκίου, ειδική αναφορά για τη χρέωση των δανειοληπτών και με την εισφορά του Ν.128/1975, αποτελούσα ουσιαστικά μέρος του επιτοκίου, με συνέπεια οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης να έχουν ικανοποιηθεί.
Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
5. Κατά την παρ. 2 του άρθρου 626 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, το δικόγραφο της αίτησης για έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει: α) όσα ορίζουν τα άρθρα 118 και 117 και το άρθρο 119 παρ. 1 του κώδικα αυτού, β) αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής και γ) την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους, των οποίων ζητείται η καταβολή, κατά δε την παρ. 3 του ίδιου άρθρου στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Από τις διατάξεις αυτές, που δεν περιλαμβάνουν παραπομπή στο άρθρο 216 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 του ίδιου κώδικα, σύμφωνα με την οποία μπορεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείται να παρατίθεται, για τον προσδιορισμό της χρηματικής απαίτησης για την οποία ζητείται η έκδοσή της, ούτως ώστε να πληρούται ο αντίστοιχος νόμιμος όρος, το σύνολο των γενεσιουργών της απαίτησης περιστατικών, αλλά αρκεί η παράθεση πραγματικών περιστατικών, που εξατομικεύουν την απαίτηση υπό την άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γένεσής της και που δικαιολογούν συμπέρασμα αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση έναντι του αιτούντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 330/2012, ΑΠ 15/2007) και, περαιτέρω, απαιτείται να επισυνάπτονται στην αίτηση τα έγγραφα εκείνα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού (ΑΠ 368/2019), στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση εγγύησης προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρέωσής του (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).
Η ενοχή δε για το κατάλοιπο, που προκύπτει από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γεννάται ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένως ή υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός ή και πριν το κλείσιμο, την οφειλή αυτή (ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 1524/1991).
Αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991).
Στην περίπτωση δε που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ` αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1106/1994). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη. Πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', ε', στ και ζ' του άρθρου 630 του ΚΠολΔ, την αιτία της πληρωμής, δηλαδή να προσδιορίζεται σ' αυτήν η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητείται η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά, αρκεί να μη δημιουργείται αμφιβολία από ολόκληρο το περιεχόμενό της ως προς την αιτία της πληρωμής. Δεν είναι αναγκαίο να περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αιτία αυτή (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990).
Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, ως εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια συμβάσεως παροχής πιστώσεως από Τράπεζα σε τρίτον, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τρίτον, η εκ μέρους του καθ' ού παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσεται ο καθ' ού να πληρώσει, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 1215/1995).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι, που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθ' ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019).
Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).
Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).
Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο αναγνωρίστηκε από τον πιστούχο, ο ανακόπτων εγγυητής της πίστωσης έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στον λογαριασμό αυτό με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).
Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 168/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013 ).
6. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν ακύρωσε την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, καθόσον η απαίτηση της αναιρεσίβλητης δεν ήταν εκκαθαρισμένη και δεν αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...οι αιτιάσεις των ανακοπτόντων, με τις οποίες προσβάλλεται η διαταγή πληρωμής, καθώς και η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, διότι δεν προσδιορίζονται με λεπτομέρεια οι πιστώσεις και οι χρεώσεις, τα κατ'ιδίαν κονδύλια δηλαδή, από τα οποία προέκυψε το επιτασσόμενο με αυτήν τελικό ποσό απορριπτέοι κρίνονται-πέραν της αοριστίας τους, διότι αρκούνται σε μία γενική αμφισβήτηση της ορθότητος του λογαριασμού, χωρίς να βάλλουν κατά ορισμένων και επί μέρους κονδυλίων αυτού, ως προς τα οποία και να ζητείται η ακύρωση, δεδομένου ότι ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντιστοίχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττει αυτή στο σύνολό της, όπως προαναφέρθηκε-ως μη νόμιμες, αφού δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτές τα ανωτέρω, καθώς αρκεί που περιλαμβάνονται στα επισυναπτόμενα στην αίτηση έγγραφα και ειδικότερα στην κίνηση του με αρ. ...
λογαριασμού που τηρήθηκε για την ένδικη σύμβαση, όπου παρατίθενται οι επί μέρους πιστοχρεώσεις-κίνηση των επί μέρους χρεωπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού-από την αντιπαραβολή των οποίων προέκυψε το τελικό χρεωστικό υπόλοιπο και η οποία (κίνηση) προσκομίστηκε ως συνημμένο έγγραφο στην υποβληθείσα αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη.
Στα κονδύλια δε αυτά περιλαμβάνονται και οι συμβατικοί και οι τόκοι υπερημερίας και οι εκάστοτε κεφαλαιοποιούμενοι και ανατοκιζόμενοι ανά εξάμηνο τόκοι (όρος 2.2.), ενώ δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται και το εκάστοτε επιτόκιο βάσει του οποίου υπολογίζονται αυτοί, εφόσον το τελευταίο συνάγεται με απλό μαθηματικό υπολογισμό.
Το έγγραφο δε αυτό που έχει εξαχθεί με εκτύπωση του αποσπάσματος των βιβλίων, που περιέχονται σε ηλεκτρονική μορφή μέσα στον υπολογιστή της καθής η ανακοπή Τράπεζας, με τη σχετική βεβαίωση της γνησιότητας της εκτύπωσης από τον υπάλληλο αυτής, που ενήργησε την εκτύπωση, αποτελεί κατά τα μεταξύ των διαδίκων ρητά συμφωνηθέντα (όρος 11.4 της αρχικής ένδικης σύμβασης) το πρωτότυπο έγγραφο, που κατέχει η Τράπεζα, για την απόδειξη του περιεχομένου του λογαριασμού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, καθόσον στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής αναφέρεται ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι η κίνηση του λογαριασμού μέχρι το οριστικό κλείσιμο, καθώς και το κατάλοιπο του λογαριασμού αποδεικνύεται από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται στην αίτηση και τα επιμέρους κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων και ειδικότερα να προσδιορίζεται το επιτόκιο που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τόκων, αφού τα κονδύλια αυτά περιλαμβάνονται στο επισυναπτόμενο απόσπασμα, από το οποίο, κατά την συμφωνία των διαδίκων, αποδεικνύεται η απαίτηση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος, από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
7. Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1, 3 Ν.128/1975, καθόσον ενώ δέχθηκε ότι "...ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν.128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της Τράπεζας, με έμμεσο αποτέλεσμα την μετακύλιση της εισφοράς αυτής στο δανειοδοτούμενο, είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν.128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ'αρθρο 174 ΑΚ...", στη συνέχεια με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι "...ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς αυτής για τον καθορισμό του επιτοκίου είναι νόμιμος γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του Ν.128/1975, η οποία καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ'άρθρο 174 ΑΚ...".Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν αφορά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά αντίφαση περί την έννοια της εφαρμοστέας διατάξεως (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 120/2016).
8. Με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/EΟK για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες. Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ' αρ.
Ζ1-178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ' αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ. 1 περ.
στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου, με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας-Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου.
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και οι συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως καταναλωτής θεωρείται κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα του.
Με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β'), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β') και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β'). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνο καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής και όχι επαγγελματικά όπως είναι η σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.
Εξάλλου, ο Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του όρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ.
Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών-Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας-Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 1438/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 430/2005).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 6 και 8 του ν.2251/1994, 181 και 200 ΑΚ συνάγεται ότι η ακυρότητα ενός Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν επιδρά επί του κύρους όλης της σύμβασης, αλλά είναι μερική, υπό την έννοια ότι άκυρος θεωρείται μόνο ο συγκεκριμένος καταχρηστικός, σύμφωνα με το νόμο, όρος, εκτός αν συνάγεται ότι η σύμβαση δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος (άρθρο 181 ΑΚ), δηλαδή συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος, αλλά απέβλεπαν σ` αυτή ως ενιαίο αδιάσπαστο σύνολο.
Ως προς το ζήτημα της πλήρωσης του κενού, που δημιουργείται από την ακυρότητα ενός ΓΟΣ, γίνεται δεκτό ότι το σχετικό κενό καλύπτεται καταρχήν με την εφαρμογή του αντίστοιχου κανόνα ενδοτικού δικαίου, εφόσον προβλέπεται σχετική ρύθμιση, διαφορετικά από τη συμπληρωματική ερμηνεία της σύμβασης κατά το άρθρο 200 του ΑΚ (ΑΠ 1060/2019, ΑΠ 105/2019).
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 585 παρ. 2 και 632 και 633 ΚΠολΔ, όπως τα τελευταία ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το ν. 4335/2015, λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει), εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είτε είχε καταλυθεί η οφειλή την οποίαν αυτή αφορά είτε ήταν άκυρη η δικαιοπραξία από την οποία πήγαζε.
Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά κατά τα προεκτεθέντα φέρει χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 999/2019), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άνω άρθρου (633 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).
Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 387/2020, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1060/2019).
Επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ακυρότητα του Γενικού Όρου Συναλλαγών (ΓΟΣ) δεν καθιστά την απαίτηση ανεκκαθάριστη. Τέλος, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τις διατάξεις των άρθρων 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποιά πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποιά είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ. 3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ` όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017).
9. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, με τον οποίο ισχυρίστηκαν ότι η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής είναι μη νόμιμη και άκυρη γιατί η οφειλή τους προς την αναιρεσίβλητη Τράπεζα από την επίδικη σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό εκτοκιζόταν σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του με βάση έτος 360 ημερών (και όχι 365 όπως θα έπρεπε), σύμφωνα με τον όρο 2.9 της σύμβασης πιστώσεως, ο οποίος ήταν μη νόμιμος, "καταχρηστικός" και άκυρος λόγω αντιθέσεώς του στην απορρέουσα από το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν.2251/1994 αρχή της διαφάνειας, αλλά και στις διατάξεις της ΚΥΑ 21-178/13.2.2001, με τις οποίες ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο η Οδηγία 98/7/ΕΚ, κατ' επιταγή της οποίας εφαρμόζεται στην καταναλωτική πίστη, με την στενή έννοια, το έτος των 365 ημερών και είχε ως αποτέλεσμα την υπερχρέωση της οφειλής τους με τόκο προσαυξημένο κατά 1,3889%.Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "...
οι ανακόπτοντες προσβάλλουν ως άκυρο λόγω καταχρηστικότητος τον όρο της σύμβασης (όρος 2.9) με τον οποίον το επιτόκιο του δανείου υπολογίστηκε με βάση έτος 360 ημερών και όχι 365 ημερών. Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται κατά ποιο ποσό συνολικά επιβαρύνθηκε η επιτασσόμενη απαίτηση εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού (προσδιορίζει γενικώς την επιβάρυνση σε ποσοστό 1,3889%), δεδομένου και ότι ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της.
Σε κάθε περίπτωση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2842/2000, περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ, οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών [Athibor] που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις, κατά την έννοια του άρθρου 1 του κανονισμού 1103/1997, αντικαθίστανται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνεται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών, προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360.
Το ίδιο εφαρμόζεται ως προς τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, κατόπιν της πράξης 30/14-2000 [ΦΕΚ Α' 43/00] του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, κατά την οποία, το συνολικό ποσό της υποχρεωτικής κατάθεσης κάθε πιστωτικού ιδρύματος θα τηρείται εντόκως... Οι τόκοι λογίζονται με βάση το έτος 360 ημερών.
Και ναι μεν με την ΚΥΑ ΦΙ-983/7.21-3-1991, άρθρο 14 εδ. δ'[ΦΕΚ Β' 172/91], όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 παρ. 3 α' της ΚΥΑ ΖΙ-17818/13. 2.9/32001 [ΦΕΚ Β' 255/2001], οι οποίες εκδόθηκαν προς εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας με την κοινοτική οδηγία 87/103/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 90/88/ΕΟΚ και τη σύσταση 97/489 της επιτροπής της ΕΕ, καθιερώνεται διάρκεια έτους 365 ημερών, 52 εβδομάδων και ίσων με αυτές 12 μηνών στην καταναλωτική πίστη, πλην όμως η ρύθμιση αυτή αφορά τις συναλλαγές που γίνονται με μέσα ηλεκτρονικής πληρωμής και ιδίως στις σχέσεις μεταξύ του εκδότη και κατόχου πιστωτικής κάρτας...".Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας προεχόντως ως αόριστο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο, καθόσον δεν προσδιορίζονται στην ανακοπή συγκεκριμένα κονδύλια ως προς τον υπολογισμό των τόκων του τηρηθέντος για την επίδικη σύμβαση λογαριασμού, τα οποία και αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα δεν προσδιορίζουν οι αναιρεσείοντες το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν με τον υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών σε σχέση με τον υπολογισμό με βάση έτος 365 ημερών, ώστε τα εν λόγω κονδύλια να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, αν με την ανακοπή βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το μέρος κατά το οποίο γίνεται δεκτή η ανακοπή και μειώνεται η οφειλή.
Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, απέρριψε ως αόριστο τον παραπάνω λόγο ανακοπής, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής είναι "σε κάθε περίπτωση απορριπτέος ως αβάσιμος κατ'ουσία", προσάπτοντας σ' αυτή την πλημμέλεια του αρ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Κοινοτικής Οδηγίας 98/7/ΕΚ και της ΚΥΑ 21-178/13.02.2001, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα.Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη, από τις επάλληλες αιτιολογίες, επλήγη ανεπιτυχώς, ο ανωτέρω προβαλλόμενος λόγος, που αφορά την δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του, δεν επηρεάζει το διατακτικό της αποφάσεως, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία.
10. Με το ν. 3601/2007 ενσωματώθηκαν στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία οι διατάξεις των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου υπ' αριθμ. 2006/48/ΕΚ, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας από τα πιστωτικά ιδρύματα (L 177/30-06-2006) και 2006/49/ΕΚ για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 177/30-06-2006).
Στη συνέχεια, με το ν. 4261/2014 και συγκεκριμένα, με τα άρθρα 1 έως και 166 του νόμου αυτού έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 "σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ" (EE L 176), ενώ καταργήθηκε ο προϋφιστάμενος ν. 3601/2007.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 του ως άνω ν. 3601/2007 (η οποία επαναλήφθηκε με το άρθρο 150 του ν. 4261/2014), "Τα πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Ελλάδα υποχρεούνται να παύουν τη λογιστικοποίηση των τόκων των δανείων ή λοιπών πιστώσεων που χορηγούν, υπό οποιαδήποτε μορφή, περιλαμβανομένων των απαιτήσεων από χρηματοδοτικές μισθώσεις με βάση το ν. 1665/1986 (Α' 194), μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος κατά το οποίο λογισθέντες τόκοι επί των δανείων ή λοιπών πιστώσεων αυτών παραμένουν ανείσπρακτοι και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες προκειμένου περί οφειλών από δάνεια προς φυσικά πρόσωπα που εξασφαλίζονται πλήρως με ακίνητα και τους τρεις (3) μήνες προκειμένου για οφειλές από λοιπές πιστοδοτήσεις.
Μετά την πάροδο του ως άνω διαστήματος επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και εξ ανατοκισμού όπου επιτρέπεται, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται. Ειδικά προκειμένου περί δανείων ή λοιπών πιστώσεων με τη μορφή αλληλόχρεων λογαριασμών, εφόσον οι λογιζόμενοι και μη εισπραττόμενοι τόκοι προσαυξάνουν τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών, θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ισόποση πίστωση των λογαριασμών αυτών εντός του τριμήνου που έπεται της ημερομηνίας λογισμού των τόκων προκειμένου να μην παύσει ο εκτοκισμός των δανείων ή λοιπών πιστώσεων".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λογισμός τόκων απαγορεύεται, εφόσον αυτοί μένουν ανείσπρακτοι, για τουλάχιστον 6 μήνες, για εμπραγμάτως ασφαλισμένες πιστώσεις, και 3 μήνες για μη εμπραγμάτως ασφαλισμένες απαιτήσεις. Μετά την πάροδο του ως άνω χρονικού διαστήματος, επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων, περιλαμβανομένων και των τυχόν τόκων υπερημερίας και από ανατοκισμό, όπου επιτρέπεται, οι οποίοι λογιστικοποιούνται όταν και εφόσον εισπράττονται.
Προκύπτει, επίσης, ότι ο χρησιμοποιούμενος όρος "εκτοκισμός των δανείων" σημαίνει μονάχα τον λογιστικό υπολογισμό των τόκων επί των καθυστερούμενων τόκων και ότι αν τέτοιοι τόκοι παραμείνουν ανείσπρακτοι για το αναφερόμενο ως άνω, κατά περίπτωση, χρονικό διάστημα δεν επιτρέπεται να λογιστικοποιούνται, δηλαδή να εμφανίζονται στους ισολογισμούς των τραπεζών, και όχι ότι δεν οφείλονται, αφού γενεσιουργός αιτία της οφειλής τόκων επί τόκων-όπως και κάθε ενοχής-δεν μπορεί παρά να είναι είτε διάταξη νόμου είτε η σύμβαση.
Έτσι η παύση εκτοκισμού των δανείων συνεπάγεται μεν την παύση εμφάνισης των τόκων στο ενεργητικό του ισολογισμού, τα πιστωτικά όμως ιδρύματα δύνανται να αναγράφουν την αξία των οφειλόμενων τόκων σε εκτός ισολογισμού λογαριασμούς (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 490/2004). 12. Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθόσον η απαίτηση της αναιρεσίβλητης, με βάση την οποία εκδόθηκε, δεν ήταν εκκαθαρισμένη, ως προς το επιδικασθέν στην αναιρεσίβλητη ποσό των 57.761,99 ευρώ για εξωλογιστικούς τόκους και δεν αποδεικνυόταν από τα προσκομισθέντα εκ μέρους της τελευταίας έγγραφα για την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα εξής: "...Όσον αφορά εξάλλου, στο λόγο της ανακοπής το σχετικό με το κονδύλιο του λογαριασμού των εξωλογιστικών τόκων, που ανέρχονται στο ποσό των 57.761,99 ευρώ, δεν είναι ουσιαστικά βάσιμος, πρωτίστως διότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην οικεία μείζονα σκέψη της παρούσας, επί διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε βάσει οριστικού καταλοίπου από σύμβαση ανοικτού λογαριασμού, αρκεί να αναφέρεται συνοπτικά ότι το διατασσόμενο χρηματικό ποσό τυγχάνει το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του οφειλέτη, δίχως να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού και να γίνεται διάκριση του κεφαλαίου και των τόκων.
Πέραν τούτου, οι τόκοι αυτοί καταχωρίζονταν σε ιδιαίτερο λογαριασμό που ετηρείτο-καθώς αφορούσαν σε μεγαλύτερου των δύο εξαμήνων χρονικού διαστήματος τόκους, που καταλογίστηκαν στον τηρούμενο για τη σύμβαση λογαριασμό-και μεταφέρθηκαν στον τελευταίο, που προσκομίστηκε για την έκδοση της προσβαλλομένης μετά την καταγγελία της σύμβασης, δε διαφοροποιείται δε η κρίση του παρόντος Δικαστηρίου περί νομιμότητος του κονδυλίου από το γεγονός ότι συμπληρώθηκε αυτό χειρόγραφα στο τέλος του εκτυπωμένου από τον η/υ λογαριασμό πρωτοτύπου αυτού, αφού για την κύρωσή του ετέθησαν οι υπογραφές υπαλλήλων της καθ' ης (Χ.
Ζ. και Ε. Κ.) κάτω και από το κονδύλιο αυτό. Συνακόλουθα, η απαίτηση της καθ' ης, κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και βέβαιη ήταν και εκκαθαρισμένη, καθώς αποτελούσε το οριστικό κατάλοιπο κλεισθείσας, έγκυρης καθ' όλους τους όρους της, σύμβασης πίστωσης, όπως αυτό εξήχθη από τον τηρούμενο για αυτή λογαριασμό, ο οποίος υποβλήθηκε ως συνημμένο έγγραφο μαζί με την αίτηση προς έκδοση αυτής...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον πιο πάνω λόγο της ανακοπής δεχόμενο ότι η απαίτηση των εξωλογιστικών τόκων, ήταν εκκαθαρισμένη και αποδεικνυομένη από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα της διαταγής πληρωμής. Και τούτο διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της διαταγής πληρωμής, προκύπτει ότι αναφέρονται σ' αυτήν:
α) το διατασσόμενο χρηματικό ποσό, που τυγχάνει το χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των αναιρεσειόντων, πρωτοφειλέτριας και εγγυητή, το οποίο προέκυψε από το οριστικό κλείσιμο του τηρούμενου λογαριασμού, δίχως να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεοπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού και να γίνεται διάκριση του κεφαλαίου και των τόκων, καθόσον αυτά προκύπτουν από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων τα αναιρεσίβλητης που επισυνάπτεται στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής, β) το ποσό των 57.761,99 ευρώ, που αφορά εξωλογιστικούς τόκους, οι οποίοι καταχωρίζοντο σε ιδιαίτερο λογαριασμό, καθώς αφορούσαν σε μεγαλύτερο των δύο εξαμήνων χρονικού διαστήματος τόκους, καταλογίστηκαν δε στον τηρούμενο για την σύμβαση λογαριασμό-και μεταφέρθηκαν στον τελευταίο, που προσκομίστηκε για την έκδοση της διαταγής πληρωμής μετά την καταγγελία της συμβάσεως, όπως αυτοί (εξωλογιστικοί τόκοι) προκύπτουν από το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης και ειδικότερα από την χειρόγραφη επισημείωση του ποσού αυτών στο τέλος του εκτυπωμένου από η/υ πρωτοτύπου του λογαριασμού, η οποία (επισημείωση) καλύπτεται από τις υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης τράπεζας και γ) ο συμβατικός όρος, σύμφωνα με το οποίο, το απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της αναιρεσίβλητης αποτελεί πλήρη απόδειξη της απαιτήσεώς της.Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. 13.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υφισταμένου άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 327/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ