Supreme Court partially allowed appeal, remanded case to reject claim for equal social benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a first-instance judgment regarding social benefits for local government employees. The court found the lower court erred in rejecting the claim because the statutory conditions for the special benefit were not met for the plaintiffs. Consequently, the case was remanded for a new trial where the claim must be dismissed as unlawful.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(1)-(2) and 94(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the case ex officio if a party fails to participate, and if the appeal is partially upheld, the case is remanded for a new trial where the claim is rejected as unlawful.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 821 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 821/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Καρυστηναίου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά και Σοφία Τζουμερκιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Χαλανδρίου", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης (ΟΚΠΑ)" Δήμου Χαλανδρίου, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Μαριλένας Αλεξοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 2) Τ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 3) Σ. Π. του Β., κατοίκου ..., 4) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Χ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 6) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 7) Σ. Ι. του Γ., κατοίκου ..., 8) Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 9) Μ. Ρ. του Δ.- Α., κατοίκου ..., 10) Ε. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 11) Α. Α. του Β., κατοίκου ..., 12) Κ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., 13) Κ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 14) Τ. Α.- Τ. του Τ., κατοίκου ..., 15) Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., και 16) Φ. Π. του Π., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 7η δεν παραστάθηκε, οι δε λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Ψύχα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου με αριθμό 852/7-12-2011.
Εκδόθηκε η 468/2012 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1/15-1-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη ότι η επίσπευση από αυτόν της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε στην παρ.3 του ως άνω άρθρου δεύτερο εδάφιο, με το οποίο ορίζεται ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής.
Η δοθείσα πληρεξουσιότητα παρέχει στο δικηγόρο, σύμφωνα με το άρθρο 97 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, κατά δε το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ, για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του μη παρισταμένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
2.Στην προκειμένη περίπτωση, από την ….00 Γ/30-11-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Κ., που με επίκληση προσκομίζουν οι επισπεύδουσες τη συζήτηση αναιρεσίβλητες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 12-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1/15-1-2016 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (5-2-2019), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Αγγελικής Ψύχα, προς τον αναιρεσείοντα Δήμο Χαλανδρίου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, η εκ των αναιρεσιβλήτων Σ. Ι. του Γ. (7η) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας στην πιο πάνω δικηγόρο εκ μέρους της αναιρεσίβλητης Σ.
Ι., προκειμένου να επισπεύσει και για λογαριασμό της τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε προκύπτει κλήτευση αυτής εκ μέρους του αναιρεσείοντος για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο, καθόσον δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης. Επομένως, εφόσον η ως άνω αναιρεσίβλητη δεν επέσπευσε νόμιμα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νόμιμα, υφισταμένης απλής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την ανωτέρω διάδικο, η οποία δεν παρίσταται, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν και να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους.
3.Η υπό κρίση, από 12-1-2016 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου την 15-1-2016 (ΚΠολΔ 495 παρ.1), στρέφεται κατά της 468/2012 απόφασης του εν λόγω Ειρηνοδικείου, η οποία δημοσιεύθηκε την 14-9-2012 και επικυρωμένο αντίγραφο αυτής επιδόθηκε στο Δήμο Χαλανδρίου (ως καθολικό διάδοχο του αρχικώς εναγομένου) την 16-12-2015, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί του επιδοθέντος αντιγράφου αυτής. Η αίτηση ασκείται από ηττηθέντα διάδικο και στρέφεται κατά απόφασης πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία κατέστη τελεσίδικη ως προς τον αναιρεσείοντα Δήμο πριν την επίδοσή της, λόγω παρέλευσης άπρακτης της [τότε] τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας άσκησης έφεσης (ΚΠολΔ 518 παρ.2). Η κατάθεσή της έγινε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (16-12-2015) για την άσκηση αναίρεσης (ΚΠολΔ 564 παρ.1). Πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 564 παρ. 1, 577 παρ.3).
4.Με την ένδικη, από 5-12-2011 (με αριθμό κατάθεσης 852/7-12-2011), αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εκθέτουν ότι, συνδεόμενες με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης (ΟΚΠΑ)" Δήμου Χαλανδρίου, στη θέση του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, ο ήδη αναιρεσείων Δήμος Χαλανδρίου, με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, είχαν προσφέρει τις υπηρεσίες τους σε αυτό κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2008 έως 31-12-2011, υπαγόμενες μισθολογικά στις διατάξεις των ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003.
Με βάση αυτά, ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ως εργοδότης, να καταβάλει στην καθεμία από αυτές το ποσό των 8.096 ευρώ, λόγω μη συνυπολογισμού στις ήδη καταβληθείσες αποδοχές αυτών, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ήτοι, των 176 ευρώ μηνιαίως). Την αξίωσή τους στηρίζουν κυρίως μεν στην υποχρέωση εφαρμογής και ως προς αυτές της αρχής της ισότητας, που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, λόγω του ότι η χορήγηση της ένδικης, ειδικής παροχής είχε επεκταθεί με την έκδοση μεγάλου αριθμού κοινών υπουργικών αποφάσεων (ΚΥΑ) σε ποικίλες κατηγορίες εργαζομένων στο Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), με αδικαιολόγητο αποκλεισμό των ιδίων, επικουρικώς δε στην υποχρέωση αποζημίωσης των εναγουσών, που ανακύπτει, κατ' άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, λόγω της παράνομης παράλειψης των οργάνων του εναγομένου να χορηγήσει την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και στις ενάγουσες.
5.Επί της αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 468/2012 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, με την οποία το δικαστήριο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2008 έως 31-10-2011, συνδέονταν με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης (ΟΚΠΑ)", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος ο ήδη αναιρεσείων Δήμος Χαλανδρίου, με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ότι υπάγονταν στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, ήτοι στις διατάξεις του ν. 3205/2003. Ότι δικαιούνται όλες τις παροχές που προβλέπονται και χορηγούνται στους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, καθώς και την ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2012, ποσού 176 ευρώ μηνιαίως, την οποία δικαιούνται με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας.
Ότι κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2008 έως 31-10-2011, το συνολικό ποσό της ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, που δικαιούται κάθε ενάγουσα, ανέρχεται σε 7.744 ευρώ. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες πληρούν την προϋπόθεση της υπαγωγής τους στο ενιαίο μισθολογικό σύστημα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα και δικαιούνται την ένδικη ειδική παροχή, διότι για τη χορήγησή της, σύμφωνα με τα τότε κρατούντα νομολογιακά δεδομένα, τα οποία ακολούθησε, δεν απαιτείτο η συνδρομή καμίας άλλης προϋπόθεσης.
Κατόπιν αυτών, αφού απέρριψε την αγωγή, ως προς τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-11-2011 έως 31-12-2011, ως μη νόμιμη, με το αιτιολογικό ότι, κατά το άρθρο 30 του ν. 4024/2011, καταργήθηκε από 1-11-2011 και η εν λόγω ειδική παροχή, έκανε κατά τα λοιπά δεκτή την αγωγή ως προς την κυρία βάση αυτής (ενώ την είχε απορρίψει και ως προς την επικουρική βάση ως μη νόμιμη) και επιδίκασε σε κάθε ενάγουσα το ως άνω ποσό των 7.744 ευρώ, με το νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από την επίδοση της αγωγής.
6.Με την κρίση αυτή, το Ειρηνοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003. Πράγματι, κατά την αληθινή έννοια των ως άνω διατάξεων, η παροχή των 176 ευρώ δεν συνιστά (δήθεν προβλεπόμενη εκ του νόμου) ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη την προϋπόθεση της υπαγωγής αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.
Αντιθέτως, αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται μόνον εάν οι αρμόδιοι υπουργοί, ύστερα από συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και εκδώσουν κανονιστική πράξη, για επέκταση της χορήγησης αυτής και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, με τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, ήτοι μόνο εφόσον δεν λαμβάνουν οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, ίσες ή μεγαλύτερες από το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχε η εν λόγω, αναγκαία κατά νόμο, προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής στις αναιρεσίβλητες. Πέραν αυτού, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσείοντος για επέκταση της χορήγησης της ειδικής παροχής στις αναιρεσίβλητες, για μόνο το λόγο ότι η χορήγηση αυτής είχε επεκταθεί, προηγουμένως, σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι η επέκταση της χορήγησης χωρίς τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων είχε γίνει καθ' υπέρβαση της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης, ήτοι παρανόμως και, βέβαια, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (ΟλΑΠ 16/2015, ΑΠ 273/2017).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
7.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου της αίτησης. Μετά την αναίρεση, ενόψει του ότι δεν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο (ΚΠολΔ 580 παρ.3 εδ.α`), να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή ως προς το αναιρεθέν μέρος και να απορριφθεί αντιστοίχως ως μη νόμιμη κατά την κυρία βάση της, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα (αριθ. 4) και κατά τα ιστορούμενα σε αυτή περιστατικά, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας από τη μη χορήγηση της ένδικης, ειδικής παροχής στις ενάγουσες. Τέλος, λόγω των πραγματικών δυσχερειών ως προς την αληθινή έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων, πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης (ΚΠολΔ 179 και 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την 7η αναιρεσίβλητη Σ. Ι. του Γ..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-1-2016 και με αριθμό κατάθεσης 1/15-1-2016 αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν.
Αναιρεί ως προς τους λοιπούς διαδίκους την 468/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου, κατά το μέρος που έκρινε νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη, ως προς την κυρία βάση της, την από 5-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 852/7-12-2011 αγωγή.
Δικάζοντας εκ νέου, απορρίπτει την από 5-12-2011 και με αριθμό κατάθεσης 852/7-12-2011 αγωγή, κατά το μέρος αυτό.
Συμψηφίζει μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της όλης δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Ιουνίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 11η Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ