Legislator Case Law & Legislation
821/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against seizure order due to lack of substantive law violation and insufficient evidence of factual error.

Case Number 821/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final court decision ordering the seizure of assets from a bank. The State argued that the lower court violated substantive law by failing to apply specific regulations regarding late declarations and admitted facts without proof. The court rejected these claims, finding no substantive legal error and confirming that the lower court properly evaluated all evidence presented.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated or facts were admitted without proof, neither of which occurred here.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation admission of facts seizure order burden of proof civil procedure code judicial review

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 987 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 821 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 821/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Προϊστάμενο της ...), κατοικοεδρεύοντες στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Αμιραλή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG - EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/2/2006 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5071/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2925/2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/12/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 2/2/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2925/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της 5071/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 27.2.2006 ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρωθεί το .../8.12.2005 κατασχετήριο του Προϊσταμένου της ....

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου, των παρ? αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου (κατ? άρθρο 30 του ΚΕΔΕ), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνον αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 ΚΠολΔ στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ’ ου.

Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε και προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επίδοσης προς τον τρίτο του κατασχετηρίου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 30 του ΚΕΔΕ, "κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκόμενων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου, μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου, εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (§1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ? αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον (παρ. 2 εδ.

α? (...)- Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα (...) (παρ 3 εδ.,α? )". Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι όταν πρόκειται για κατάσχεση στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο, που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου, και ήδη από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρο 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ και 1 αριθμ 4 του π.δ./τος 16/1989), πρέπει να περιέχει, προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών, ενόψει της διαφορετικότητας της περαιτέρω διαδικασίας κατάσχεσης και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, το χρηματικό ποσό που κατάσχεται, τη σχέση από την οποία προέρχεται η οφειλόμενη από τον τρίτο ποσότητα προς τον οφειλέτη του Δημοσίου, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο, όνομα πατρός του οφειλέτη, και να επιδίδεται έγκυρα στον τρίτο στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Αυτά είναι ουσιώδη στοιχεία παντός κατασχετηρίου, εφόσον ο τρίτος, που καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 του Κ.Ε.Δ.Ε, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 67 παρ.1 Ν.3482/2010, όχι μόνον θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί στη διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή καθορισμένη κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ.

Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα παραπάνω ουσιώδη στοιχεία και δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος παραλείποντας την υποβολή της κατά το άρθρο 32 του ΚΕΔΕ δήλωσης, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, δεν καθίσταται από αυτό και μόνον οφειλέτης του Δημοσίου, καθόσον βασική προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του, κατά το άρθρο 33 του ΚΕΔΕ και των από αυτή συνεπειών, είναι η ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης.

Τέλος, από το άρθρο 75 παρ. 1 εδ. α του ΚΕΔΕ, που ορίζει, ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης δύναται να προταθεί υπό του οφειλέτου, αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ? αυτόν βλάβη, που δεν μπορεί να επανορθωθεί άλλως παρά με κήρυξη της ακυρότητας, συνάγεται, αφενός μεν, ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου ότι προξένησαν στον προτείνοντα βλάβη, κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, στις ίδιες δε ακυρότητες που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου, περιλαμβάνονται εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια του τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις που προτείνονται και από τον τρίτο με ανακοπή (ΑΠ 1127/2017, ΑΠ 1162/2013, ΑΠ 884/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Προϊστάμενος της ... Αθηνών, για την εξασφάλιση της ικανοποίησης απαίτησης του Ελληνικού Δημοσίου από χρέη (φόροι εισοδήματος νομικών προσώπων και πρόστιμα των οικονομικών ετών 2004 έως 2005), τα οποία βεβαιώθηκαν σε βάρος της οφειλέτιδας του Ελληνικού Δημοσίου εταιρίας με την επωνυμία "...", συνολικού ποσού 191794,14 ευρώ, επέβαλε με το .../14.11.2005 κατασχετήριο, στα χέρια της εφεσίβλητης ανακόπτουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και την πρώην επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG - EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", ως τρίτης, αναγκαστική κατάσχεση.

Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο, που επιδόθηκε στην έδρα της εφεσίβλητης ανακόπτουσας στις 12.12.2005 (βλ. την .../12.12.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Σ. Α.), αναφέρονται επί λέξει τα εξής: " Ο Προϊστάμενος της ... αφού έλαβα υπόψη α) τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο ..... (κενό) του ...

με Α.Φ.Μ. ... για τα οποία ευθύνεται δραχμών συνολικά ΕΚΑΤΟΝΕΝΕΝΗΝΤΑ ΜΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΛΕ (191.794,14), όπως ειδικότερα αναλύονται στον ενσωματωμένο στο παρόν πίνακα χρεών και β) τα άρθρα 7, 9 και 30 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ), όπως ισχύουν σήμερα, ΚΑΤΑΣΧΩ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ στα χέρια σας ως τρίτου όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε............. (κενό) ως ........ (κενό) του πιο πάνω οφειλέτη και μέχρι του ποσού των ευρώ ΕΚΑΤΟΝΕΝΕΝΗΝΤΑ ΜΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΛΕ (191.794,14) και σας προσκαλώ όπως εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του παρόντος, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του Δημοσίου, καταθέσετε τα κατεσχημένα χρήματα στη ΔΟΥ (εάν πρόκειται για (εγχώριο νόμισμα) ή καταθέσετε τις κινητές αξίες ή ξένα νομίσματα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εάν πρόκειται για κινητές αξίες ή ξένα νομίσματα) ή παραδώσετε στο Συμβολαιογράφο .... (κενό) ή ειρηνοδίκη ...... (κενό) ή Πρόεδρο της κοινότητας ..........(κενό) (εάν πρόκειται για κινητά πράγματα, έπιπλα, εμπορεύματα, καρπούς, ζώα)".

Η εφεσίβλητη - ανακόπτουσα δεν προέβη εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των οκτώ (8) ημερών στη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ, αλλά μεταγενέστερα στις 15.02.2006 (βλ. την υπ’ αριθμ. ...15.02.2006 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Α.), με αποτέλεσμα να θεωρείται, κατά το νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ, οφειλέτιδα του Δημοσίου για το ανωτέρω ποσό.

Στο προαναφερόμενο, όμως, κατασχετήριο δεν διακρίνεται το αντικείμενο της κατάσχεσης [δηλαδή αν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης της οφειλέτιδας του Δημοσίου κατά της τράπεζας και μάλιστα υφισταμένης ή μελλοντικής (σε εγχώριο ή αλλοδαπό νόμισμα) ή απαίτησης προς μεταβίβαση από την τράπεζα στην οφειλέτιδα του Δημοσίου της κυριότητας κινητών αξιών (τίτλων, ομολόγων, μετοχών κλπ) ή άλλων κινητών πραγμάτων, που της ανήκουν και ευρίσκονται στην κατοχή της τράπεζας], αφού, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ενόψει της διαφορετικής περαιτέρω διαδικασίας αναγκαστικής κατάσχεσης, που είναι ανάλογη με το αντικείμενο της κατάσχεσης, δεν αρκεί για τον απαιτούμενο από το νόμο σχετικό προσδιορισμό, η έκφραση "κατάσχω αναγκαστικά στα χέρια σας ως τρίτου όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε....", που καθιστά αόριστο και συνεπώς, άκυρο το κατασχετήριο.

Ούτε, άλλωστε, στο επίμαχο εξειδικεύεται, έστω και συνοπτικά, όπως απαιτεί ο νόμος, η έννομη σχέση, από την οποία προέρχεται η κατασχεθείσα απαίτηση της οφειλέτιδας του Δημοσίου κατά της τράπεζας και ειδικότερα, αν πρόκειται για σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης, που συνήθως διέπει την κατάθεση χρημάτων (εγχώριου ή αλλοδαπού νομίσματος) ή αν πρόκειται για σύμβαση θεματοφυλακής ή εντολής διαχείρισης κινητών αξιών ή πραγμάτων (τίτλων, μετοχών ή ομολόγων), ενώ ουδόλως περιγράφονται τα κινητά πράγματα (οι κινητές αξίες) που κατάσχονται, όπως απαιτεί ο νόμος, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους (αν δηλαδή πρόκειται για μετοχές ή για ομόλογα ή άλλους τίτλους).

Ούτε, τέλος, εξειδικεύεται η οφειλόμενη από την τράπεζα προς την οφειλέτιδα του Ελληνικού Δημοσίου ποσότητα χρημάτων, κινητών αξιών ή πραγμάτων που κατάσχεται και την οποία πρέπει να παρακρατήσει η τράπεζα για την ικανοποίηση του κατασχόντος Δημοσίου, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν αρκεί για το σχετικό προσδιορισμό η αναγραφή "μέχρι του ποσού των 191.794,14 ευρώ".

Τα παραπάνω ελλείποντα στοιχεία είναι απαραίτητα, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, για την εγκυρότητα του κατασχετηρίου, και επομένως η επιβληθείσα κατάσχεση, δυνάμει του ανωτέρω κατασχετηρίου, τυγχάνει άκυρη. Περαιτέρω, από τα ίδια, όπως παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα τράπεζα προέβη στις 15.02.2006, δηλαδή εκπροθέσμως, στην υποβολή της κατ’ άρθ. 32 του ΚΕΔΕ δήλωσης, με την οποία γνωστοποίησε στον επιβαλλόντα την κατάσχεση Προϊστάμενο της ...

Αθηνών ότι υπήρχε και δεσμεύτηκε χρηματική κατάθεση της οφειλέτιδας του Δημοσίου εταιρίας με την επωνυμία "...", συνολικού ποσού 323,09 ευρώ. Σύμφωνα, όμως, με όσα στη μείζονα σκέψη αναφέρονται η εκπρόθεσμη αυτή υποβολή δεν καθιστά αυτή και μόνη την ανακόπτουσα τράπεζα οφειλέτιδα του Δημοσίου για το ποσό των 191.794,14 ευρώ, καθόσον βασική προϋπόθεση του τεκμηρίου της οφειλής και των από αυτή συνεπειών, κατ’ άρθ. 33 του ΚΕΔΕ, είναι η ύπαρξη έγκυρης κατάσχεσης.

Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι συνεπεία των παραπάνω ελλείψεων στο κατασχετήριο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η οφειλέτιδα του Δημοσίου εταιρία, με τα αναγραφόμενα στο κατασχετήριο στοιχεία (επωνυμία και ΑΦΜ), διέθετε λογαριασμό κατάθεσης στην ανακόπτουσα τράπεζα με μηδενικό υπόλοιπο, ενώ με μόνη την επωνυμία της, χωρίς δηλαδή ΑΦΜ, διατηρούσε παλαιότερο λογαριασμό κατάθεσης χρημάτων, με υπόλοιπο 323,09 ευρώ, σε συγχωνευθείσα με την ανακόπτουσα τράπεζα και, έτσι, δημιουργήθηκε σύγχυση σχετικά με την ταυτοποίηση της οφειλέτιδας του Δημοσίου και ανάγκη περαιτέρω έρευνας εκ μέρους της ανακόπτουσας, η οποία εκείνη την εποχή δεχόταν 500 κατασχετήρια ημερησίως από διάφορες ΔΟΥ, η τελευταία δεν ήταν σε θέση να προβεί εμπροθέσμως στη νομότυπη κατ’ άρθ. 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, με σαφήνεια και ακρίβεια, την οποία υπέβαλε κατά τα προαναφερόμενα εκπροθέσμως.

Οι ως άνω, λοιπόν, ελλείψεις επέφεραν στην ανακόπτουσα την επικαλούμενη στις σελίδες 6 και 8 της ανακοπής της βλάβη, η οποία συνίσταται στην, συνεπεία της εκπρόθεσμης δήλωσής της εκ των ανωτέρω ελλείψεων, λογιζόμενη εκ μέρους της οφειλή του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση, δηλαδή 191794,14 ευρώ, χωρίς το ποσό αυτό να της οφείλεται εκ μέρους της οφειλέτιδας του καθ’ ου η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου.

Η βλάβη αυτή δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με την κήρυξη του κατασχετηρίου ως ακύρου. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα παραπάνω, η επιβληθείσα κατάσχεση τυγχάνει άκυρη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη". Με τις αιτιολογίες αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της οριστικής 5071/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί τα ίδια και την ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά του άνω κατασχετήριου και είχε ακυρώσει τούτο.

Με τις πιο πάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 Κ.Ε.Δ.Ε., 987 ΚΠολΔ, αφού η μη εξειδίκευση στο κατασχετήριο του αντικείμενου της κατάσχεσης, δηλαδή εάν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης ή για κατάσχεση κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών (τίτλων, ομολόγων, μετοχών κλπ), καθόσον δεν αρκεί για την πληρότητα του κατασχετήριου η αναφορά "ΚΑΤΑΣΧΩ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΑ στα χέρια σας ως τρίτου όσα οφείλετε ή μέλλετε να οφείλετε............. (κενό) ως ........ (κενό) του πιο πάνω οφειλέτη", ο μη προσδιορισμός του αντικείμενου της κατάσχεσης, αφού γι’ αυτόν δεν αρκεί η αναφορά "καταθέσετε τα κατεσχημένα χρήματα στη ΔΟΥ (εάν πρόκειται για (εγχώριο νόμισμα) ή καταθέσετε τις κινητές αξίες ή ξένα νομίσματα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (εάν πρόκειται για κινητές αξίες ή ξένα νομίσματα) ή παραδώσετε στο Συμβολαιογράφο .... (κενό) ή ειρηνοδίκη ...... (κενό) ή Πρόεδρο της κοινότητας ..........(κενό) (εάν πρόκειται για κινητά πράγματα, έπιπλα, εμπορεύματα, καρπούς, ζώα)", δημιουργούμενης εντεύθεν και ασάφειας ως προς την αιτία από την οποία προέρχεται η απαίτηση της οφειλέτριας του Δημοσίου έναντι της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ο μη ακριβής προσδιορισμός της ποσότητας που κατάσχεται, αφού δεν αρκεί η αναφορά ότι κατάσχει "μέχρι του ποσού των ευρώ ΕΚΑΤΟΝΕΝΕΝΗΝΤΑ ΜΙΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΛΕ (191.794,14)", με την οποία είναι ασαφές το ακριβές ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, έχουν συνέπεια την ακυρότητα του κατασχετήριου και συνεπώς, ορθά, εξαιτίας αυτών των ατελειών, πλημμελειών και ελλείψεων διέγνωσε ακυρότητα αυτού.

Εξάλλου, στις σημειούμενες ανωτέρω αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι στο από .../14.11.2005 κατασχετήριο του Προϊσταμένου της ..., με βάση το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ως τρίτης, υπήρχαν οι ως άνω ελλείψεις, οι οποίες, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με τα αναγραφόμενα στο κατασχετήριο στοιχεία επωνυμίας και ΑΦΜ βρέθηκε λογαριασμός με μηδενικό υπόλοιπο, αλλά μόνο με την επωνυμία της οφειλέτριας βρέθηκε καταθετικός λογαριασμός με υπόλοιπο 323,09 ευρώ σε συγχωνευθείσα με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, δημιουργήθηκε σύγχυση σχετικά με την ταυτοποίηση της οφειλέτιδας του αναιρεσείοντος και ανάγκη περαιτέρω έρευνας, ενόψει και του πλήθους των κατασχετηρίων διαφόρων ΔΟΥ που αφορούσαν την ίδια οφειλέτρια, με αποτέλεσμα να μην έχει τη δυνατότητα με σαφήνεια και ακρίβεια να προβεί εμπρόθεσμα στην κατά την έννοια του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ δήλωση, αλλά να υποβάλει αυτήν εκπρόθεσμα και να λογίζεται έναντι του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ως οφειλέτιδα αυτού για το χρηματικό ποσό για το οποίο επιβλήθηκε η αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης (άρθρο 33 ΚΕΔΕ), και έτσι να υποστεί βλάβη η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά με την κήρυξη της ακυρότητας αυτής, πραγματικά περιστατικά, τα οποία δικαιολογούν την κατ’ ορθή εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 30 ΚΕΔΕ παραδοχή του αντίστοιχου περιεχομένου λόγου ανακοπής και ακύρωση της προσβαλλόμενης με αυτή αναγκαστικής κατάσχεσης.

Επομένως, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της εν λόγω διάταξης, ελέγχονται ως αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα (ΑΠ 166/2016, ΑΠ 97/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ? αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφασή του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά. Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 28.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 2925/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), θα επιβληθεί, όμως, μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.12.2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 2925/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ