Legislator Case Law & Legislation
821/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against public land claim due to improper change of case subject matter by lower court.

Case Number 821/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Second Instance Court's decision regarding a claim for public land ownership. The appellant argued the lower court erred by accepting a claim based on local cadastral rules instead of national law, effectively changing the case's subject matter. The Court ruled that the Second Instance Court improperly accepted the appeal without declaring it inadmissible, as the legal requirements for acquiring ownership of public land differ significantly from those for private land under national law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 of Law 510/1947; Art. 63 of the Rodos Cadastral Regulations; Art. 4 of Law 3127/2003: When a lower court accepts an appeal that relies on local cadastral provisions incompatible with national law regarding public property, it must declare the appeal inadmissible for changing the case subject matter rather than ruling on the merits.

Keywords

AI generated
public land ownership cadastral regulations change of case subject inadmissible appeal national law supremacy public domain admissibility requirements

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 of Law 510/1947
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-3-2004 (με αριθμό έκθ.
Art. 8 § 2 of Law 510/1947
Art. 4 §§ 1 and 2 of Law 1539/1938
Art. 63 of the Rodos Cadastral Regulations
Art. 526 of the Code of Civil Procedure
Art. 522 of the Code of Civil Procedure
Art. 525 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 562 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 4 §§ 1β and 2 of Law 3127/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 821 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 821/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σάββα Παπαγεωργίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-3-2008 αίτησή του και με τους από 5-12-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 7-1-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη μεν του άρθρου 2 του ν. 510 της 29/30 Δεκεμβρίου 1947 εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο Εισαγωγικός Νόμος ΑΚ και το ν.δ. της 7-10 Μαΐου 1946 "περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού αυτού νόμου", με τη διάταξη δε του άρθρου 8 § 2 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίστηκε, ότι "αι περί κτηματολογίου ισχύουσαι εν Δωδεκανήσω διατάξεις διατηρούνται εν ισχύϊ".

Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι προβλέφθηκε, με την εισαγωγή μεν στη Δωδεκάνησο από τις 30-12-1947 η ενότητα του Αστικού Δικαίου μεταξύ της Δωδεκανήσου και της λοιπής Ελλάδος, με την παράλληλη δε διατήρηση σε ισχύ στη Δωδεκάνησο των διατάξεων περί κτηματολογίου η διαφύλαξη των βασικών πλεονεκτημάτων του Κτηματολογικού Κανονισμού, που θεσπίστηκε με το 132/1929 Κυβερνητικό Διάταγμα και ίσχυσε στη Ρόδο, στην Κω και σε τμήμα της Λέρου από την 1-9-1929, δηλαδή των αρχών της νομιμότητας, που καθιερώθηκαν με τα άρθρα 41, 53 και 61 του κτηματολογικού βιβλίου και που συνιστούν τις βασικές αρχές του συστήματος αυτού από εκείνο της μεταγραφής του ΑΚ.

Από την παράλληλη αυτή εφαρμογή στη Δωδεκάνησο των διατάξεων του ΑΚ αφενός και των περί κτηματολογίου διατάξεων αφετέρου, δημιουργήθηκε σχέση μεταξύ κοινού δικαίου προς τοπικό δίκαιο, κατά γενική δε ερμηνευτική αρχή, την οποία όχι μόνο δεν απέκλεισε, αλλά έμμεσα καθιέρωσε ο ν. 510/1947 στη διάταξη του άρθρου 8 § 3, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ αυτών, υπερισχύει το τυπικό δίκαιο, εκτός εάν οι υπό εφαρμογή διατάξεις του κοινού δικαίου είναι απόλυτες ή αποκλειστικές, εκφράζουν δηλαδή, αρχές που υπαγορεύτηκαν από το γενικότερο σκοπό ή συμφέρον, οι οποίες πρέπει να εφαρμόζονται ενιαία σε ολόκληρη τη χώρα (Ολομ.

ΑΠ 129/1984). Εξάλλου, σύμφωνα μεν με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του πιο πάνω Κτηματολογικού Κανονισμού διατηρείται καταρχήν η διάκριση των γαιών σε κατηγορίες α) δημόσιων γαιών (μιρί, αρζί μιρί, μετρουκέ, μεβάτ), β) ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) και γ) βακουφίων, όπως είχε κατά το προϊσχύσαν στη Δωδεκάνησο Οθωμανικό Δίκαιο, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 63 εδάφιο τελευταίο του ίδιου Κτηματολογικού Κανονισμού, δεν είναι ποτέ παραδεκτή η παραγραφή της πλήρους ή ψιλής κυριότητας ως προς τις γαίες μιρί ή αρζί μιρί, σε βάρος των δημόσιων περιουσιακών (ιδιόκτητων) κτημάτων.

Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, που τέθηκε σε ισχύ στη Δωδεκάνησο με το β. δ/μα της 31-12-1948/10-1-1949 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν, τοιαύτη δε αρξαμένη προ της ισχύος του (νόμου), ουδεμίαν νόμιμην συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη προ της ενάρξεως της ισχύος του κατά τους προϊσχύσαντας νόμους".

Ως εκ της γενικότητας των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι απαγορεύεται η παραγραφή κάθε δικαιώματος, νομικής φύσης μουλκ, σε ακίνητα ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των §§ 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3127 της 17/19-3-2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2310/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζεται, ότι: "1.

Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις, Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ." (§1) "Οι διατάζεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000..." (§2).

Με τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του ν. 3127/2003, που αποτελεί κοινό δίκαιο, ισχύον για όλη την επικράτεια, εφόσον υπαγορεύτηκε από το γενικότερο συμφέρον, και, συνακόλουθα και για τη Δωδεκάνησο, εισάγεται εξαίρεση από τις διατάξεις του άρθρου 4 §§ 1 και 2 του α.ν. 1539/1938, που ρυθμίζουν το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακίνητων κτημάτων του και ισχύουν, όπως έχει ήδη εκτεθεί, για τη Δωδεκάνησο.

Έτσι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ιδιώτης μπορεί να αποκτήσει με χρησικτησία την κυριότητα ακινήτου ανήκοντος στο Δημόσιο, που βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εμβαδού μέχρι 2000 τετρ. μέτρων, εφόσον νέμεται αδιαταράκτως το εν λόγω ακίνητο με τις διαγραφόμενες στην § 1, υπό στοιχεία α' και β', προϋποθέσεις, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου (3127/2003), δηλαδή, μέχρι τις 19-3-2003.

Περαιτέρω, η παραβίαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτη ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να κριθεί ως νόμιμη, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα δικαίου ή την αιτίαση, ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη. (Ολομ.

ΑΠ 28/1998). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 224 εδάφ. α' ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής", ενώ, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 522 του ίδιου Κώδικα, "με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", με εκείνη δε του άρθρου 525 παρ. 2 "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη ακόμα και αν συναινεί ο αντίδικος.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη" και, τέλος, με εκείνη του άρθρου 526, "είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον".

Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.

Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο τα δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε τη δικαστική προστασία, μέσο τελικής επίτευξης ή ματαίωσης της ικανοποίησης της δικανικής πιο πάνω αξίωσης με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (Ολομ.

ΑΠ 12/1989). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-3-2004 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 326/15-9-2004) αγωγή της, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναγνώριση στο πρόσωπό της τής συμπλήρωσης της δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής και της πρόσκτησης με τα προσόντα της χρησικτησίας, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου, της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή σε μια ισόγεια οικία με αριθμό κτηματομερίδας ...οικοδομών Ρόδου, εγγεγραμμένη στον τόμο οικοδομών Ρόδου ...., φύλλο ..., με αριθμό φακέλου ..., νομικής φύσεως μουλκ, καθώς και τη μεταγραφή της απόφασης που θα εκδοθεί στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρόδου.

Ειδικότερα, η αναιρεσίβλητη εκθέτει στην ένδικη αγωγή, ότι το έτος 1935, αφότου η ..., μητέρα της, κατέλαβε την επίδικη οικία, όπως αυτή περιγράφεται κατά θέση και έκταση, η οποία ανήκε κατά θεμελιώδη καταγραφή στην ..., άρχισε να ασκεί καλόπιστα, δημόσια και ανενόχλητα πράξεις νομής σ'αυτή και πιο συγκεκριμένα, εκτέλεσε τις λεπτομερώς αναφερόμενες επισκευές και τη χρησιμοποιούσε ως κατοικία για την ίδια και την οικογένειά της, μέχρι το έτος 1962, οπότε μεταβίβασε τη νομή της στην ενάγουσα, η οποία τη νέμεται και την κατέχει έκτοτε ως ειδική διάδοχος της πιο πάνω άμεσης δικαιοπαρόχου της, χρησιμοποιώντας την, επίσης, ως κατοικία, ότι η επίδικη οικία περιήλθε αρχικά στην κυριότητα του Ιταλικού Δικαίου, στις 19.6.1937, λόγω μη πληρωμής οφειλόμενων τελών, με σχετική εγγραφή στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου, μεταγενέστερα δε, δηλαδή, στις 12-3-1954 στον ΟΔΑΠΔ, με βάση το ν. 2100/1952 και στις 15-5-1974, στο αντίδικό της, με βάση το ν.δ/μα 195/1973, χωρίς να το γνωρίζει η δικαιοπάροχος μητέρα της, καθώς και η ίδια μέχρις ότου, λίγες ημέρες πριν από την άσκησή της, προσέφυγε αυτή στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ρόδου, προκειμένου να πληροφορηθεί τη διαδικασία της χρησικτησίας και τα κτηματολογικά στοιχεία της εν λόγω οικίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 178/2005 απόφασή του, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή, με την αιτιολογία ότι "αληθές υποτιθέμενοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, δεν οδηγούν στην αναγνώρισή της ως κυρίας λόγω έκτακτης χρησικτησίας, εφ' όσον πρόκειται για δημόσια περιουσία ανεπίδεκτη χρησικτησίας κατά τις διατάξεις - των άρθρων 26, 29, 61 και 63 §§ 1 και 5 - του Κτηματολογικού Κανονισμού και του β.δ.

της 31-12-1948/10-1-1949. Με το μοναδικό λόγο της από 1-2-2006 έφεσής της κατά της απορριπτικής σε βάρος της πρωτόδικης απόφασης η αναιρεσίβλητη ζήτησε για πρώτη φορά την αναγνώριση της κυριότητάς της έναντι του αντιδίκου της με βάση τη διάταξη του άρθρου 4 § 1β του ν. 3127/2003. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε σε σχέση με τη νομιμότητα της ένδικης αγωγής τα ακόλουθα: "Η παραπάνω αγωγή, κατά μεν το μέρος που επιδιώκεται η αναγνώριση συμπλήρωσης του χρόνου χρησικτησίας στο επίδικο με βάση το άρθρο 63 του κτηματολογικού κανονισμού, δεν είναι νόμιμη, αφού δεκαπέντε έτη νομής και μόνον, χωρίς την επίκληση άλλων προϋποθέσεων, (βλ.

την περίπτωση α' στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3127/2003), δεν αρκούν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω για να προσπορίσουν στην ενάγουσα δικαίωμα κυριότητας σε ακίνητο που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Παράλληλα όμως, τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της περιστατικά πληρούν το πραγματικό μέρος των διατάξεων του άρθρου 4 §§ 1β και 2 του Ν. 3127/2003, καθόσον γίνεται επίκληση:

α) της, από μέρους της ενάγουσας, επί τριάντα και πλέον έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, άσκησης φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου στο επίδικο, του οποίου τιτλούχος είναι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, και β) ότι επίδικο αποτελεί μια οικία εμβαδού 49 τ.μ. που βρίσκεται στην παλιά πόλη της Ρόδου που δεν ανήκει στην κατηγορία των εκτός συναλλαγής ακινήτων του εναγομένου.

Συνεπώς η αγωγική αξίωση της ενάγουσας για την αναγνώριση συμπλήρωσης του νόμιμου χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό της, όπως ακριβώς διατυπώνεται ως αίτημα, εκτιμώμενη από το Δικαστήριο ως αίτημα αναγνώρισης της κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου έναντι του εναγομένου το οποίο την αμφισβητεί, στηρίζεται σας αναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003.

Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγος μη εφαρμογής αυτών στις περιοχές της Δωδεκανήσου που ισχύει το Κτηματολόγιο, αναφορικά με τα υπαγόμενα στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού ακίνητα του Δημοσίου, δεν υφίσταται, ενώ, η αναγνώριση του απαιτουμένου από το νόμο αυτό χρόνου χρησικτησίας, ταυτιζόμενη με την αναγνώρισή της, επί του επιδίκου ακινήτου, κτήσεως κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο, στην οποία αναγκαίως κατ' αποτέλεσμα οδηγεί, δεν συνιστά μεταβολή αιτήματος της αγωγής, ούτε και αποτελεί μείζον του αιτουμένου ν' αναγνωρισθεί με την αγωγή δικαιώματος.

Ακολούθως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε ότι η ως άνω αγωγή δεν είναι νόμιμη με την αιτιολογία ότι πρόκειται για δημόσια περιουσία που, κατά το άρθρο 4 §§ 1 και 2 α.ν. 1539/1938 που με το β.δ. της 31.12.1948/10.1.1949 ισχύει στα Δωδεκάνησα, είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας, έσφαλε κατά παραδοχή του περί εσφαλμένης εφαρμογής νόμου, μόνου λόγου της έφεσης".

Ακολούθως, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ' ουσίαν την αγωγή, τη δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Ενόψει, όμως του ότι το υποβαλλόμενο με την ένδικη αγωγή αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας έναντι του Ελληνικού Δημοσίου στηριζόταν μόνο στις διατάξεις του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που απαιτεί διαφορετικές ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας (κτητική παραγραφή) - αποκλειομένης ρητά της κτητικής παραγραφής επί ακινήτων ανηκόντων στη δημόσια περιουσία - από εκείνες (ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις) που απαιτούν οι διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1β και 2 του Ν. 3127/2003, προκειμένου, στα πλαίσια της διαδικασίας σύνταξης του Εθνικού Κηματολογίου, να θεωρηθεί κάποιος κύριος έναντι του Δημοσίου, επί ακινήτων της ιδιωτικής περιουσίας του, τις οποίες για πρώτη φορά επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη ενώπιον του Εφετείου, με τον οικείο λόγο της έφεσής της, μεταβάλλοντας, έτσι, ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, δηλαδή, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, κατά τον παραπάνω λόγο της, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 526 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 224 εδάφ.

α', 522 και 525 § 2 του ίδιου Κώδικα. Ο μοναδικός, επομένως, πρόσθετος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι η αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης για την αναγνώριση συμπλήρωσης του νόμιμου χρόνου χρησικτησίας στο πρόσωπό της, όπως διατυπωνόταν ως αίτημα, με βάση τη διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Ρόδου, πληροί "και το πραγματικό μέρος και των διατάξεων του άρθρου 4 §§ 1β και 2 του ν. 3127/2003", παραδεκτά προβαλλόμενος, εφόσον αφορά σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, (άρθρο 562 § 2 περίπτ.

β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη 200/2007 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντα, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300 ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ