Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and rejects substantive arguments regarding evidence and document interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Second Instance Court of Nafplion, noting the respondent, Y, failed to appear despite valid summons. The appellants argued the lower court ignored a judicial confession and misinterpreted a medical record, but the court found these claims legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected because the respondent's absence was excusable and the cited errors did not meet the statutory threshold for overturning the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 K.Pol.D.; Art. 566 para.1 K.Pol.D.; Art. 559 no.20 K.Pol.D.; Art. 561 para.1 K.Pol.D.: The Supreme Court may proceed with the hearing despite a party's absence if legally summoned, and appeals based on alleged evidence omissions or document distortions are inadmissible if the lower court merely weighed evidence alongside others without exclusive reliance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 821 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 821/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, χήρας ΑΑ, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-2-2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης διάβασε την από 24-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως της δικ. επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Σπάρτης ..., ακριβές αντίγραφο της από 14.9.2007 κλήσεως με την οποία ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της αναιρέσεως η 5.11.2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στην αναιρεσίβλητη προς παράσταση στην ως άνω δικάσιμο, πλην όμως η τελευταία, στην οποία προεπιδόθηκε το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης. Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης.
II). Κατά το άρθρο 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους αναίρεσης, δηλαδή τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης, σε περίπτωση δε ελλείψεως λόγου αναίρεσης σαφούς και ορισμένου το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και αυτεπαγγέλτως η αναίρεση απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση η έφεση της δεύτερης αναιρεσείουσας κατά της 81/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη με την 354/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, λόγω ελλείψεως αναφοράς συγκεκριμένου λόγου εφέσεως. Κατά της εφετειακής απόφασης η ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, χωρίς να αναφέρει κάποια αιτίαση κατά της απόφασης αυτής, με την οποία απορρίφθηκε, ως αόριστη και συνακόλουθα ως απαράδεκτη η έφεσή της.
Συνεπώς η αίτηση, ως μη περιέχουσα συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης κατά της προσβαλλομένης απόφασης, πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, να απορριφθεί, κατά το μέρος που ασκείται από την δεύτερη αναιρεσείουσα, ως απαράδεκτη.
III). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης όχι όμως και οι αρνητικοί της αγωγής ή της οικείας ένστασης ισχυρισμοί, τα απλά επιχειρήματα των διαδίκων και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις και τείνουν σε ενίσχυση ή αποδυνάμωση της βάσεως της αγωγής ή της ένστασης.
Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989).
Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 11/1996, 12/1991). Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο σύστασης της ένδικης σχέσης (έτος 1984, ήτοι πριν από την αντικατάστασή του, με το άρθρο 16 του ν. 2447/1996), "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια".
Η με ταύτα ισχύουσα αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 131 εδ. α' ΑΚ έχει ως εξής:"Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ... βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή ο νομοθέτης προέβη (όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση) με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της "πνευματικής ασθένειας", και "που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους ειδικούς, συγχρόνως όμως να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις που στο προισχύσαν δίκαιο αποδίδονταν με τους ανωτέρω όρους.
Από τη διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών από τις άνω αιτίες δεν είχε έλλογη κρίση, που να επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς και αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή.
Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά τη στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: "... Στις 27-5-1990 απεβίωσε, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη, στο ... ο ΑΑ, πατέρας των εναγόντων και σύζυγος της εναγομένης.
Μετά την αποποίηση της κληρονομιάς του από τη δεύτερη ενάγουσα ..., καθώς και τις αποποιήσεις των τέκνων της ΒΒ και ΓΓ ..., τον ως άνω θανόντα κληρονόμησαν ο πρώτος ενάγων, κατά ποσοστό 6/8 εξ αδιαιρέτου και η εναγομένη κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου. Ο παραπάνω ΑΑ που είχε γεννηθεί το έτος 1909, ήταν εγκατεστημένος στο ...
και επί πολλά έτη υπηρέτησε εκεί ως γενικός ιατρός μέχρι και το έτος 1982. Κατά το έτος 1981 λύθηκε με διαζύγιο ο γάμος του με τη σύζυγο του ΔΔ, μητέρα των εναγόντων και στις 6-7-1983 τέλεσε νέο γάμο με την εναγομένη, ηλικίας τότε 58 ετών, και εγκαταστάθηκε στην οικία της στο ... . Με το ... συμβόλαιο της Συμ/φου Κροκεών Ευαγγελίας Ραΐσάκη- Λέκκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ΑΑ μεταβίβασε στην εναγομένη σύζυγο του, λόγω δωρεάς εν ζωή, την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας ο ίδιος το δικαίωμα επικαρπίας εφ' όρου ζωής, ενός αγροτεμαχίου κειμένου στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητος ...
του τ.δ. ..., εκτάσεως 6,000 τ.μ. ... . Οι ενάγοντες εκθέτουν στην κρινόμενη αγωγή τους ότι κατά τον χρόνο συντάξεως του προσβαλλόμενου δωρητηρίου συμβολαίου, στις 13-9-1984, ο δωρητής ΑΑ δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, ισχυριζόμενοι ότι είχε υποστεί μετά το Πάσχα του 1984 αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και συνακόλουθα ήταν ανίκανος ν' αντιληφθεί τη σημασία της προαναφερομένης δηλώσεώς του.
Δεν αποδείχθηκε όμως η ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού. Ειδικότερα δεν αποδείχθηκε ότι ο ως άνω δωρητής κατά τον χρόνο συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου (13-9-1984) δεν είχε τη χρήση του λογικού του ούτε συνείδηση των πράξεων του και ότι έτσι κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο αυτός δεν ήταν σε θέση να έχει εύλογη κρίση, η οποία να του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως του, με λογικούς προσδιορισμούς, καθώς επίσης και να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης από αυτόν δικαιοπραξίας και των συνεπειών που προκύπτουν από την τελευταία.
Συγκεκριμένα δεν προσκομίζονται ιατροδικαστικές εκθέσεις και ιατρικές γνωματεύσεις στις οποίες να βεβαιώνεται ότι ο προαναφερθείς δωρητής, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, έπασχε από βαρεία πνευματική νόσο με συνέπεια να μην έχει συνείδηση των πραττομένων και του περιβάλλοντος του. Ειδικότερα στο προσκομιζόμενο από τους ενάγοντες από 5-10-1990 ιατρικό ιστορικό του ως άνω δωρητή που έχει συνταχθεί από τον ιατρό ..., που έχει την ειδικότητα του παιδιάτρου, ενώ όπως αναφέρει ο ίδιος από το 1968 έως το 1979 υπηρέτησε στο αγροτικό ιατρείο του ...
αναφέρονται κατά λέξη τα εξής: "Μετά το Πάσxα του 1984 υπέστη το α' (πρώτον) εγκεφαλικόν επεισόδιον. Κατ' αρχάς δεν του άφησε σημαντική αναπηρία, ηδύνατο σxετικώς να κυκλοφορεί, αλλά προοδευτικώς από καινούρια εγκεφαλικά επεισόδια, παρουσίασε απώλεια μνήμης, ώστε εξήρχετο της οικίας του και αδυνατούσε να επιστρέψει.
Μετά πάροδον 2-3 μηνών άρχισε να παρουσιάζει σημεία εγκεφαλικής μαλακύνσεως, δηλαδή έχασε την επαφή με οικεία πρόσωπα, δεν τα ανεγνώριζε, δεν ομιλούσε, ή και αν ομιλούσε έλεγε ασυναρτησίες, είχε δυσκινησία και αδυναμία στηρίξεως. Προοδευτικώς παρουσίασε δυσχέρεια καταπόσεως, απώλεια ούρων και κοπράνων και κρίσεις υπερπυρεξίας λόγω των εγκεφαλικών επεισοδίων.
Παρά την θεραπεία ουδεμία βελτίωση παρουσίαζε, απεναντίας η κατάσταση του επεδεινούτο συνεχώς και κατέληξε φυτό στο κρεβάτι. Τελικώς επήλθε το μοιραίον". Από το ως άνω ιατρικό ιστορικό του δωρητή, που αφορά σε χρονικό διάστημα έξι χρόνων ήτοι από το Πάσχα του 1984 μέχρι και τον θάνατο του στις 27-5-1990,δεν μπορεί να συναχθεί ότι κατά την ημερομηνία συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου ο δωρητής έπασχε από ασθένεια εξαιτίας της οποίας εστερείτο της χρήσεως του λογικού.
Ειδικότερα σημειώνεται ότι ο δωρητής υπέστη το πρώτο εγκεφαλικό μετά το Πάσχα του 1984, χωρίς ν' αναφέρεται συγκεκριμένη ημερομηνία, σε κάθε δε περίπτωση, αυτό κατ' αρχάς δεν του άφησε σημαντική αναπηρία. Επίσης δεν προσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο έπαθε τα καινούρια εγκεφαλικά επεισόδια, δεδομένου του ότι το προαναφερόμενο ιατρικό ιστορικό, αφορά σε μεγάλο χρονικό διάστημα και αν τα αναφερόμενα συμπτώματα του ασθενή, εξαιτίας αυτών, είχαν ήδη εμφανιστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου.
Εξάλλου το εν λόγω ιατρικό ιστορικό δεν ενισχύεται από εργαστηριακές εξετάσεις, καθώς και από γνωματεύσεις από ιατρούς ειδικότητος του νευρολόγου, που θα ήταν αρμόδιοι για τη διάγνωση της ασθένειας και τον εντοπισμό των εξαιτίας αυτής βλαβών. Ουδόλως εξάλλου προέκυψε ότι ο δωρητής νοσηλεύτηκε σε νοσοκομείο, που θα ήταν αναγκαίο αν η κατάσταση της υγείας του ήταν τόσο σοβαρή, όσο ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Αντίθετα στο ως άνω ιστορικό αναφέρεται ότι η κατάσταση αντιμετωπίστηκε από τον συντάξαντα αυτό ιατρό-παιδίατρο και τους συναδέλφους του αγροτικούς ιατρούς. Περαιτέρω προσκομίζεται η από 21-3-1985 βεβαίωση του χειρούργου-οφθαλμιάτρου ..., στην οποία αναφέρεται κατά λέξη ότι "ο ιατρός ΑΑ πάσχει από κεντρικές εκφυλιστικές αλλοιώσεις και έγινε θεραπεία με Agon Laser".
Πλην όμως ούτε από την βεβαίωση αυτή μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι ο δωρητής κατά τον κρίσιμο χρόνο έπασχε από πνευματική ασθένεια που του στερούσε τη χρήση του λογικού, λαμβανομένου υπόψη και του ότι οι προαναφερόμενες αλλοιώσεις αποτελούν περισσότερο σύμπτωμα και λιγότερο νόσο, η οποία όμως δεν μπορεί να συναχθεί από τη συγκεκριμένη ιατρική βεβαίωση (βλ.
και από 16-5-1995 βεβαίωση του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών), λαμβανομένου υπόψη ότι δεν ενισχύεται από περαιτέρω εργαστηριακές εξετάσεις, ούτε από βεβαίωση αρμόδιου νευρολόγου ιατρού. Σε κάθε δε περίπτωση οι ως άνω αλλοιώσεις δεν είναι ασυμβίβαστες προς την προχωρημένη ηλικία του δωρητή χωρίς όμως από μόνη την ύπαρξη τους να μπορεί να συναxθεί ότι έπασχε από πνευματική νόσο, που του στερούσε τη xρήση του λογικού και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο της συντάξεως του συμβολαίου.
Τέλος προσκομίζεται το από 13-9-1985 έγγραφο του Νοσοκομείου "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" στο οποίο αναφέρεται ότι κατά την παραπάνω ημερομηνία ο δωρητής έπασχε από ψωρίαση και του συνεστήθη θεραπεία. Από τα προσκομιζόμενα λοιπόν ιατρικά πιστοποιητικά και το ιατρικό ιστορικό του δωρητή ουδόλως προέκυψε ότι αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο της συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου, έπασχε από ασθένεια, συνεπεία της οποίας εστερείτο της xρήσεως του λογικού του και δεν είχε συνείδηση των πραττομένων.
Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ... και ... που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των εναγόντων, αφού κανένας από αυτούς δεν διέμενε μόνιμα με τον δωρητή, ούτε σε κάθε περίπτωση, ανήκε στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον, ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσουν με ακρίβεια τη διανοητική κατάσταση αυτού και μάλιστα κατά τον κρίσιμο χρόνο της δωρεάς.
Ο πρώτος από αυτούς καταθέτει ότι "Το Σεπτέμβριο του 1984 δεν είχα δει το ΑΑ και δεν μπορώ να είμαι σίγουρος αν ήταν άρρωστος", ο δε δεύτερος ότι από την άνοιξη του 1984 έως το φθινόπωρο του ιδίου έτους, που τον συναντούσε μπορούσε να επικοινωνήσει με αυτόν δύσκολα βέβαια, μάλιστα ο ΑΑ τον ρώτησε τι κάνουν οι γονείς του και η μητέρα του που ήταν άρρωστη γιατί το ήξερε, και τις περισσότερες φορές τον έβλεπε έξω από το σπίτι στο πεζοδρόμιο, καθισμένο σε καρέκλα.
Αντίθετα η πνευματική διαύγεια του δωρητή κατά τον κρίσιμο χρόνο επιβεβαιώνεται από τις καταθέσεις των εξετασθέντων με την επιμέλεια της εναγομένης μαρτύρων ... και ... που είχαν ιδία αντίληψη περί της καταστάσεως της υγείας του δωρητή, λόγω των συxνών επαφών που διατηρούσαν με αυτόν και την εναγομένη σύζυγο του κυρίως κατά τον χρόνο συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου.
Ειδικότερα από τις καταθέσεις τους προκύπτει ότι αυτός έκανε επίσκεψη σε σπίτια, διάβαζε εφημερίδα, συμμετείχε στην κοινωνική ζωή, τους έδινε ιατρικές συμβουλές, οδηγούσε ο ίδιος το αυτοκίνητο του μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 1984 το οποίο και ακινητοποίησε έκτοτε γιατί είχε μειωμένη όραση, μετέβη με αυτό μαζί με τη σύζυγο του στις 8-9-1984 στο ...
καθώς και στο χωριό ... επίσης τον Σεπτέμβριο του έτους 1984, στις επισκέψεις του δε αυτές φωτογραφήθηκε μαζί με τη σύζυγο του και άλλα άτομα (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Επίσης ψήφισε κατά τις εκλογές της 17-6-1984 και 2-6-1985, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο εκλογικό του βιβλιάριο. Ειδικότερα ο δεύτερος μάρτυρας ...
βεβαιώνει επανειλημμένα ότι στις 13-9-1984 που συντάχθηκε το δωρητήριο συμβόλαιο, ο δωρητής ήταν άριστα στην πνευματική του υγεία. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο δωρητής πατέρας τους δεν είχε συνείδηση των πραττομένων κατά τη σύνταξη του δωρητηρίου και από το ότι στο δωρητήριο συμβόλαιο υπάρχουν πολλά λάθη και διορθώσεις.
Και ναι μεν είναι γεγονός ότι στο δωρητήριο έχουν γίνει διορθώσεις και παραπομπές, κυρίως όσον αφορά τα μήκη των πλευρών του ακινήτου τις οποίες διορθώσεις υποδείκνυε ο ίδιος δωρητής, από αυτό όμως δεν συνάγεται ότι δεν είχε χρήση του λογικού του, αντίθετα μάλιστα αυτό αποδεικνύει ότι είχε απόλυτη συνείδηση των πραττομένων λόγω και της ιδιαιτερότητας του ακινήτου, το οποίο όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σxεδιάγραμμα είχε ιδιαίτερα πολύπλοκο σχήμα, με πολλές πλευρές και συνόρευε με πολλούς διαφορετικούς ιδιοκτήτες, σε κάθε δε περίπτωση η υποστηριζόμενη από πλευράς εναγόντων ανικανότητα του δωρητή θα είχε υποπέσει στην αντίληψη της συντάξαντος το δωρητήριο συμβόλαιο Συμ/φου.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον αποδείχθηκε ότι ο δωρητής κατά τον χρόνο συντάξεως του δωρητηρίου συμβολαίου είχε την προς τούτο ικανότητα, η υπό κρίση αγωγή είναι αβάσιμη και για τον λόγο αυτό απορριπτέα. Η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε ότι ο δωρητής κατά τον χρόνο συντάξεως του ενδίκου δωρητηρίου συμβολαίου είχε τη χρήση λογικού και συνακόλουθα συνείδηση των πραττομένων δηλ.
είχε τη δυνατότητα ν' αντιληφθεί την έννοια και το περιεχόμενο της ανωτέρω δικαιοπραξίας και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, όσον αφορά τον πρώτο ενάγοντα, ως αβάσιμη στην ουσία της, σε ορθή κατέληξε κρίση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί λόγοι έφεσης ...".
Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντα και δεν παραείδε τους λόγους εφέσεως δια των οποίων αυτός, επαναφέροντας πρωτοδίκως υποβληθέντας ισχυρισμούς, ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την αποδοχή της αγωγής διότι ο δωρητής ήταν, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση αναιρέσεως, ανίκανος προς δικαιοπραξία, αλλ' αντιθέτως τους αντιμετώπισε και τους απέρριψε στην ουσία τους με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν.
Υπό τα δεδομένα αυτά ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του υπό μορφή παραπόνου κατά της πρωτοβάθμιας αποφάσεως ως άνω λόγων της εφέσεως που είχε ασκηθεί από τον πρώτο αναιρεσείοντα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξ' άλλου απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο έκτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου με αιτίαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, καθ' όσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε, κατά τα προεκτεθέντα, πλήρως σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες επ' αυτού.
Περαιτέρω ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν είχαν προταθεί και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο δωρητής υπεδείκνυε διορθώσεις εντός του συμβολαιογραφείο, στα μήκη των πλευρών του δωρηθέντος ακινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα περιστατικά αυτά συνιστούν επιχειρήματα και δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
IV). Kατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Oλ.ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του και πέμπτος, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμ. 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους εκ μέρους της αναιρεσιβλήτου υποβληθέντας ουσιώδεις ισχυρισμούς της και απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, παρά το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν επαναφέρθηκαν νομίμως ενώπιον του Εφετείου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 240 του Κ.Πολ.Δ., και επί πλέον δεν κήρυξε το απαράδεκτο της διαδικαστικής αυτής πράξεως, είναι αόριστοι, και ως εκ τούτου απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι ως άνω πλημμέλειες, προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου.
V). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι απέρριψε την αγωγή, μετ' αποδοχή των περί αντιθέτου ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ως άνω ενστάσεως του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι` αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αιτήσεως προβάλλεται αιτίαση, από τον αριθ.11 περ.
γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., για τον λόγο ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο πρώτος αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) το με αριθμό ... προικοσυμβόλαιο του σ/φου Κροκέων Πέτρου Αλικάκου, β) την δήλωση φόρου γονικής παροχής ..., γ) την αποποίηση κληρονομίας από την ενάγουσα, δ) την με αριθ. ... πραγματογνωμοσύνη, ε) την με αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του δωρητή, στ) την με αριθ. ... βεβαίωση του Υποθηκοφυλακείου Μολάων, ζ) το με αριθ. ...
δωρητήριο συμβόλαιο της σ/φου Κροκέων Ευαγγελίας Λέκκα και η) την 442/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης.
VII). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 352 παρ. 1 και 3 και 353 ΚΠολΔ, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη του άρθρου 335 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία αντικείμενο αποδείξεως είναι μόνο τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, συνάγεται ότι δικαστική ομολογία υπάρχει όταν το ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή αναγνωριζόμενο από το διάδικο επιζήμιο γι` αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, ώστε να είναι δυνατόν να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο και να προσδοθεί σ' αυτήν η δέουσα αποδεικτική δύναμη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ., διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων ως ενάγων επικαλέσθηκε και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τη δικαστική ομολογία της εναγομένης, που διαλαμβάνεται στις από 21.9.2001 πρωτοείσακτες προτάσεις της ως προς την βούληση του δωρητή πατέρα του και την πρόθεση αυτού να μεταβιβάσει, σε χρόνο προγενέστερο της καταρτίσεως της προσβαλλομένης δωρεάς, την επίδικη έκταση στον αναιρεσείοντα λόγω γονικής παροχής.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός, μη αναφερόμενος αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, ήτοι δεν συνιστά το αποδεικτικό μέσο για τη μη λήψη υπόψη του οποίου παραπονείται ο αναιρεσείων και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
VIII). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή, σε αποδεικτικό έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
Κ.Πολ.Δ αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι, έχει, είτε γιατί ανέγνωσε αυτό λανθασμένα, είτε γιατί παρέλειψε να αναγνώσει χρήσιμα τμήματα του κειμένου αυτού, στη δε συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σ' αυτό σε περίπτωση συνεκτίμησης του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ.20 αρθρ. 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 5.10.1990 ιατρικού ιστορικού του παιδιάτρου ... σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ΑΑ.
Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ωστόσο, ότι στο αποδεικτικό αυτό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι μόνο από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και ως άνω ιατρικό ιστορικό, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, ώστε το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα εν λόγω έγγραφα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος αλλά τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο κρινόμενος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.2.2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 354/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ