Supreme Court refers co-ownership association voting rights case to plenary session for constitutional review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the regional court's dismissal of a co-ownership association's voting rights dispute. The association argued that granting three votes to full-shareholders while giving one vote to fractional-shareholders violated constitutional equality and property rights. Consequently, the court referred the substantive legal issues to the plenary session for a final ruling.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(5) and 17 of the Constitution; The court must refer to the plenary session when a challenge to the voting system of a co-ownership association raises fundamental questions regarding equal treatment and property rights under the Constitution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 821 / 2008 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 821/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος Ιωάννης Παπανικολάου), Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη και Γεωργία Λαλούση (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Ελένης Μαραμαθά), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθ'ών η πρόσθετη παρέμβαση: 1) ........, μέλους του Α.Σ.Δ.Σ.Δ.Χ.......Άρτας, Προέδρου Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατοίκου ....., 2)........, μέλους του Α.Σ.Δ.Σ.Δ.Χ. ...... Άρτας, κατοίκου ......., 3) ......, μέλους του Α.Σ.Δ.Σ.Δ.Χ. ...... Άρτας, κατοίκου ........, 4) ......, μέλους του Α.Σ.Δ.Σ.Δ.Χ. ....... Άρτας, κατοίκου ......., 5) ........, μέλους του Α.Σ.Δ.Σ.Δ.Χ. ...... Άρτας, κατοίκου ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Κασαβέτη.
Του αναιρεσιβλήτου-υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Του ........ {ΣΥΝ.ΠΕ} που εδρεύει στο ..... Ν. Άρτας και όπως αυτός νόμιμα εκπροσωπείται. Παραστάθηκε μετά του νομίμου εκπροσώπου του ........, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Αθανάσιο Κονταξή.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Ελληνικού Δημοσίου , όπως νόμιμα εκπροσωπείται και ειδικά στην προκειμένη περίπτωση από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (πρώην Γεωργίας) το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Αθανασούλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/3/2005 αίτηση ακυρώσεως αποφάσεως των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6/4/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 28/1/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Η κρινόμενη από 6-4-2006 αίτηση των 1) Χ1 κ.λ.π, μελών του αναγκαστικού συνεταιρισμού ........ 'Αρτας, για αναίρεση της 68/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, που απέρριψε την από 18-3-2005 αίτηση των αναιρεσειόντων στο μονομελές πρωτοδικείο 'Αρτας, κατά την εκούσια δικαιοδοσία, για ακύρωση αποφάσεων της γενικής συνέλευσης των μελών του συνεταιρισμού αυτού και της εφορευτικής επιτροπής διεξαγωγής των αρχαιρεσιών της 13-3-2005 για το διοικητικό συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί, για το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της. Με την αίτηση αυτή είναι συνεκδικαστέα και η από 29-111-2007 πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσιβλήτου, που άσκησε παραδεκτά με δικόγραφο στο Δικαστήριο αυτό το Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται και ειδικά στην προκείμενη περίπτωση από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (πρώην Γεωργίας), διότι ασκεί την εποπτεία στον αναιρεσίβλητο και είναι πρόδηλο το άμεσο συμφέρον του από την έκβαση της δίκης (άρθρα 26 ν. 2169/1993 και 16 ν. 2810/2000, 31 παρ. 1, 68, 80, 246, 573 παρ. 1 και 741 επ. Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον θα κριθεί η σύννομη λειτουργία του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού, η τήρηση των διατάξεων των νόμων, του καταστατικού και των αποφάσεων των γενικών συνελεύσεών του.
ΙΙ.- Με το ν.δ. 11/19-7-1923 επιτράπηκε η σύσταση αναγκαστικών συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτων συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής για την από κοινού καλύτερη αξιοποίηση και εκμετάλλευση ευρύτερων συνιδιόκτητων δασικών εκτάσεων και κοινής χορτονομής και καθορίστηκαν οι όροι και ο τρόπος εγγραφής των μελών τους.
Σε εκτέλεση της από το άρθρο 6 παρ. 1 του ως άνω ν.δ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρ. 5 του ν.δ. 15/25 Σεπτ. 1925, παρεχομένης εξουσιοδοτήσεως, εκδόθηκε το ν.δ. της 19/30-1-1934 "περί καθορισμού αναλογίας ψήφων των συνεταίρων κλπ) και ορίστηκαν, σε σχέση με τη διαχείριση των εν λόγω συνεταιρισμών, τα αναγκαία στοιχεία που έπρεπε να διαλαμβάνουν τα καταστατικά τους.
Ειδικότερα, τα καταστατικά των αναγκαστικών συνεταιρισμών έπρεπε ως απαραίτητα στοιχεία να καθορίζουν τον αριθμό των συνιστώντων μια μερίδα στρεμμάτων, που δεν έπρεπε να υπερβαίνουν τα τριάντα, με βάση τα οποία ο ιδιοκτήτης τους είχε μια ψήφο, δύο αν είχε διπλάσιο αριθμό στρεμμάτων, όχι όμως περισσότερες των πέντε αν είχε μεγάλο αριθμό στρεμμάτων, ενώ πλείοντες συγκάτοχοι του ανωτέρω ελάχιστου αριθμού στρεμμάτων, που συνιστούσαν μια μερίδα είχαν όλοι μαζί μια ψήφο, την οποία ασκούσαν με αντιπρόσωπό τους, τον οποίο όριζαν μεταξύ τους με τον καθοριζόμενο στο πιο πάνω ν.δ.
τρόπο. Ορίστηκε δηλαδή ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου διοίκησης και διαχείρισης των αναγκαστικών συνεταιρισμών η ισότητα των μεριδίων, ανεξαρτήτως του αριθμού κατόχων μιας εκάστης εξ αυτών (1 μερίδα = 1 ψήφος). Εξάλλου, με το άρθρο 47 του ν. 2169/1993, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τις διατάξεις των άρθρων 39 του ν. 2810/2000 και 18 παρ. 18 του ν. 3147/2003 ορίστηκε στην παρ. 1 αυτού ότι "Οι αναφερόμενες στην παρ. 2 Αναγκαστικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (μεταξύ των οποίων είναι και οι Συνεταιρισμοί διαχειρίσεως ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής του ν.δ. 11.7.1923) διατηρούνται και διέπονται από τους ειδικούς νόμους που προβλέπουν τη λειτουργία τους. 'Οπου στους ειδικούς αυτού νόμους γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται ο παρών νόμος", ενώ με την παρ. 4 ορίστηκε ότι "Μέλη των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και των Συνεταιρισμών Δασοκτημόνων καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού.
Οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη Γενική Συνέλευση". Με την τελευταία ως άνω διάταξη αναπροσαρμόστηκε ο αριθμός ψήφων που διαθέτει στη γενική συνέλευση ο κάτοχος ολόκληρης συνεταιριστικής μερίδας, χωρίς όμως να ρυθμιστεί το θέμα της εκπροσώπησης των κατόχων κλασματικών ποσοστών ιδανικής μερίδας στη γενική συνέλευση. 'Ετσι, ως προς το ειδικότερο αυτό θέμα, ανακύπτει ζήτημα αν εξακολουθεί να ισχύει το ν.δ.
της 19/30-1-1934 "περί καθορισμού αναλογίας ψήφων των συνεταίρων κλπ", αφού δεν προκύπτει ότι καταργήθηκε είτε ρητά είτε σιωπηρά με αντίθετη διάταξη νόμου. Βέβαια, η νομοθετική ρύθμιση που έγινε με την παρ. 4 του άρθρου 47 του ν. 2169/1993, με τη οποία ορίστηκε, αφενός μεν ότι μέλος των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού, αφετέρου δε ότι οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη γενική συνέλευση, μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι καθένας των περισσοτέρων συνιδιοκτητών ενός ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου έχει μία ψήφο στη γενική συνέλευση του συνεταιρισμού, ανεξαρτήτως του αριθμού τους και του μεγέθους του κλασματικού ποσοστού εκάστους στο ιδανικό συνεταιριστικό μερίδιο, γι' αυτό και απονεμήθηκαν τρεις ψήφοι στον ιδιοκτήτη ολόκληρου ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου, προς εξισορρόπηση των αντιτιθεμένων συμφερόντων μεταξύ των κατεχόντων διάφορα ποσοστά μεριδίων συνεταίρων, με την ενίσχυση των εχόντων ολόκληρο μερίδιο, οι οποίοι, εκ του γεγονότος αυτού, δικαιούνται να έχουν βαρύνουσα γνώμη για τις υποθέσεις του συνεταιρισμού.
Όμως, η βασική συνεταιριστική αρχή της μιας ψήφου κατά μέλος, η οποία για τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1γ του ν. 2810/2000 είναι ζήτημα αν μπορεί να εφαρμοστεί στους Αναγκαστικούς Συνεταιρισμούς διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και στους Συνεταιρισμούς Δασοκτημόνων.
Και τούτο διότι : α) Οι αναγκαστικοί "συνεταιρισμοί" είναι μόνο κατ' όνομα συνεταιρισμός. Στην ουσία πρόκειται για συγκυριότητα ακινήτων, που για τις ανάγκες οργανώσεων του τρόπου διαχειρίσεώς της και μόνον, περιβάλλεται το ένδυμα νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και δη του "συνεταιρισμού" που εμφανίζει εν τούτοις σημαντικές διαφορές από τους ελεύθερους συνεταιρισμούς, αγροτικούς ή άλλους, όχι μόνο προς τον τρόπο και το λόγο ιδρύσεως, αλλά και σε ζητήματα όπου το περιεχόμενο της συνεταιριστικής μερίδας και ο τρόπος συμμετοχής των μελών στα όργανα λήψεως αποφάσεων.
β) Η "μερίδα" στους ελεύθερους συνεταιρισμούς συνίσταται σε χρηματικό ποσό, που καταβάλλει το μέλος και αντιστοιχεί σε συμμετοχή του στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού, ενώ στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς το "μερίδιο" συνίσταται στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα του μέλους επί ακινήτου και αντιστοιχεί σε ορισμένη έκταση (στρέμματα) επί του ακινήτου αυτού.
γ) Στους ελεύθερους συνεταιρισμούς η ισότιμη συμμετοχή εκφράζεται με την νομοθετική χορήγηση κατ' αρχήν δικαιώματος ψήφου "κατά κεφαλήν" (κάθε μέλος μία ψήφος), επειδή σε όλους αυτούς τους συνεταιρισμούς το κάθε μέλος διαθέτει υποχρεωτικά μία μερίδα που είναι μάλιστα "αδιαίρετη και ίση για όλα τα μέλη", ώστε στους ελεύθερους συνεταιρισμούς δεν μπορεί να εμφανιστεί ζήτημα κατοχής από ένα μέλος ποσοστού κλασματικής συνεταιριστικής μερίδας, ούτε καν και σε περίπτωση κληρονομικής διαδοχής, αφού ο νομοθέτης, όταν οι κληρονόμοι είναι περισσότεροι του ενός, διατάσσει είτε την περιέλευση ολόκληρης της μερίδας σε έναν εξ αυτών με γραπτή υπόδειξη όλων είτε (αν δεν υποδειχθεί ένας) την απόδοση στους κληρονόμους της ονομαστικής αξίας της μερίδας.
Αντίθετα στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς το κάθε μέλος δεν διαθέτει απαραιτήτως ένα ολόκληρο μερίδιο, αλλά μπορεί να κατέχει και κλασματικό ποσοστό αυτού. Και δ) Η χορήγηση στα μέλη των αναγκαστικών συνεταιρισμών ψήφου "κατά κεφαλήν" κάθε μέλος μία ψήφος) οδηγεί σε ανισότητα μεταχειρίσεως των κατόχων ανόμοιου ποσοστού (θα είχαν για παράδειγμα από μία ψήφο τόσο ο κάτοχος του 1/30 μεριδίου, όσο και ο κάτοχος 1/3 αυτού, δηλαδή ο κάτοχος δεκαπλάσιου ποσοστού) πράγμα που δεν συμπορεύεται με την διάταξη του άρθρου 12 παρ. 5 του Συντάγματος που καθιερώνει την ίση μεταχείριση αυτών που συμμετέχουν σε αναγκαστικούς συνεταιρισμούς.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του ν. 2810/2000 μόνο τα άρθρα 14, 16 και 17 εφαρμόζονται στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς (άρθρο 39 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 του ν. 3147/2003). Όμως, κανένα από τα άρθρα αυτά, τα οποία κατ' επιταγήν του ως άνω νόμου εφαρμόζονται και στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς, δεν αφορά το ζήτημα του δικαιώματος ψήφου των συνεταίρων. 'Άλλες διατάξεις αυτού του νόμου βρίσκουν εφαρμογή στους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς μόνο αν και όπου οι ειδικοί νόμοι αυτών, δηλαδή των αναγκαστικών συνεταιρισμών, παραπέμπουν στην (εκάστοτε) ισχύουσα νομοθεσία περί ελευθέρων συνεταιρισμών.
Για το ζήτημα εν τούτοις του δικαιώματος ψήφου των συνεταίρων δεν ανευρίσκεται ούτε στους ειδικούς νόμους των αναγκαστικών συνεταιρισμών διάταξη που να παραπέμπει στην ισχύουσα νομοθεσία περί ελεύθερων αγροτικών συνεταιρισμών (άρθρο 5 ν. 2810/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 1-9-2005 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συν.
ΠΕ" κατά της πρωτόδικης 104/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου ¨Αρτας, με την οποία, ύστερα από αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της γενικής συνελεύσεως των μελών του αναιρεσιβλήτου συνεταιρισμού για την ανάδειξη τακτικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του, δέχτηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 2169/1993 τα μέλη του αναιρεσιβλήτου, που κατέχουν ολόκληρο ιδανικό μερίδιο διαθέτουν στη γενική συνέλευση τρεις ψήφους και τα μέλη που κατέχουν κλάσμα ιδανικού μεριδίου διαθέτουν μία ψήφο, ανεξαρτήτως του αριθμού τους και του μεγέθους του κλασματικού ποσοστού εκάστου στο ιδανικό συνεταιριστικό μερίδιο.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε αντίθετα και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, ακολούθως απέρριψε την από 18-3-2005 αίτηση των αναιρεσειότων. Η κρίση αυτή του Εφετείου πλήττεται με τον μοναδικό από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 2169/1993, που διατηρήθηκε σε ισχύ με τα άρθρα 39 του ν. 2810/2000 και 18 του ν. 3147/2003, σε συνδυασμό με το ν.δ. της 19/30-1-1934 και το άρθρο 12 παρ. 5 του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, ανακύπτει ζήτημα, αν με τον τριπλασιασμό κατ' άρθρο 47 παρ. 4 του ν. 2169/1993 των ψήφων που αντιστοιχούν σε ένα μερίδιο αναγκαστικό συνεταιρισμού, καταργήθηκε η ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 1γ' του ν.δ. 19/30-1-1934 "περί καθορισμού αναλογίας ψήφων των συνεταίρων κλπ". Σε καταφατική δε περίπτωση, με την απονομή μιας ψήφου στη γενική συνέλευση του αναγκαστικού συνεταιρισμού σε καθένα από τους περισσότερους συνιδιοκτήτες ιδανικού συνεταιριστικού μεριδίου, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους και το μέγεθος του κλασματικού ποσοστού εκάστου στο ιδανικό μερίδιο, δημιουργείται περαιτέρω ζήτημα αν τούτο :
α) Είναι σύμφωνο ή αντιβαίνει στην επιταγή του άρθρου 12 παρ. 5 του Συντάγματος για ίση μεταχείριση των μελών του αναγκαστικού συνεταιρισμού. Και β) Αν θίγει ή όχι την συνταγματική προστατευόμενη από το άρθρο 17 του Συντάγματος ιδιοκτησία των μελών του ως άνω συνεταιρισμού με μεγαλύτερο ποσοστό κλασματικού μεριδίου.
Τα πιο πάνω νομικά ζητήματα που δημιουργούνται με το μοναδικό ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι πράγματι γενικότερου ενδιαφέροντος, καθόσον αφορούν όλους τους αναγκαστικούς συνεταιρισμούς συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και τους συνεταιρισμούς δασοκτημόνων που λειτουργούν στην Ελλάδα. Γι' αυτό πρέπει, κατ' άρθρο 563 παραγ. 2 περ.
β' Κ.Πολ.Δικ., να παραπεμφθούν τα ζητήματα αυτά και ο προαναφερόμενος αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός διατυπώνεται στο αναιρετήριο, στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-Συνεκδικάζει τις αναφερόμενες στο σκεπτικό αίτηση αναίρεσης και πρόσθετη παρέμβαση.
-
Παραπέμπει για κρίση στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό και στην από 6-4-2006 αίτηση των Χ1 κ.λ.π. μοναδικό από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος, για αναίρεση της 68/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ