Supreme Court dismisses appeal on labor contract classification based on employer control and payment structure.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision classifying the relationship between a clinic and a doctor as an employment contract rather than an independent service contract. The court found that the doctor worked exclusively for the clinic under a fixed schedule, received a monthly salary plus overtime, and required approval of his work program, demonstrating clear subordination. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the legal criteria for dependent labor and rejected the appellant's arguments regarding missing evidence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648 et seq. of the Civil Code and Article 6 of Law 765/1943; A contract for dependent labor exists when the worker is subject to legal and personal subordination, characterized by the employer's right to give binding instructions regarding time, place, and manner of work, and the worker's obligation to comply with such control.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 821 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 821/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΙΑΣΩ GENERAL - ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ Ανώνυμος Εταιρία" πρώην "ΗΡΑ - ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟ ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βάγια.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ευαγγέλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1229/2001 του ίδιου Δικαστηρίου, 8430/2001 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 648/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφηκε η υπόθεση στο ως άνω Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 8938/2003 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/4/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 21/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρ. 38 Εισ. Ν. ΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη.
Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεώς του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά.
Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεώς του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής: Από τον Μάρτιο του 1986 μέχρι τον Απρίλιο του 2000 ο αναιρεσίβλητος προσέφερε την εργασία του ως ιατρός αναισθησιολόγος στην αναιρεσείουσα, που εκμεταλλεύεται την ιδιωτική κλινική με τον διακριτικό τίτλο ΗΡΑ και ήδη ΙΑΣΩ.
Την εργασία του προσέφερε επί οκτάωρο ημερησίως και επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας με βάση μηνιαίο πρόγραμμα υπηρεσίας των εφημεριών που συνετάσσετο από την ομάδα των αναισθησιολόγων που εργαζόταν στην αναιρεσείουσα, αλλά εγκρίνετο και ετίθετο σε εφαρμογή από τον εκάστοτε επιστημονικό διευθυντή της κλινικής, ο οποίος ως εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας ήταν και υπεύθυνος για την τήρησή του.
Οι μηνιαίες αποδοχές του αποτελούντο από ένα σταθερό ποσό, που ανήρχετο από το έτος 1995 σε 450000 δραχμές, προσαυξημένο από αμοιβή για τυχόν πέρα του οκταώρου υπερωριακή εργασία. Για την πληρωμή των αποδοχών του εξέδιδε κατ' αίτηση της αναιρεσείουσας δελτία παροχής υπηρεσιών, σε μερικά των οποίων αναγράφεται αμοιβή για υπερεργασία και υπερωρία, όπως στα από 10-8-95, 4-8-88 κλπ.
Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της εξαρτημένης παροχής υπηρεσιών από τον αναιρεσίβλητο και όχι της σύμβασης έργου ή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις πιο πάνω ουσιαστικού διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα η, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, παροχή της εργασίας του αναιρεσιβλήτου στην κλινική της αναιρεσείουσας αποκλειστικά για πελάτες αυτής με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ωράριο εργασίας, η πληρωμή σ' αυτόν μηνιαίου μισθού καθώς και αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία και η έγκριση του προγράμματος εργασίας του αναιρεσιβλήτου από τον εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, γιατί φανερώνει τόσο κατά το ποσοτικό όσο και κατά το ποιοτικό στοιχείο εξάρτηση του αναιρεσιβλήτου ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ.. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλες τις επίσημες διπλότυπες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών του αντιδίκου της και επίσημα αντίγραφα των καρτελών, οι οποίες εμφάνιζαν τις ανά έκαστο έτος καταβαλλόμενες σ' αυτόν αποδοχές και ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ότι τους διαδίκους συνέδεε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους με επίκληση έγγραφα σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως και ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 469/16-4-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΑΣΩ GENERAL- ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ ΧΟΛΑΡΓΟΥ Ανώνυμος εταιρεία" για αναίρεση της 8938/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ