Supreme Court annuls labor dispute appeal decision due to incorrect application of disability protection law thresholds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the First Instance Court of Appeal's decision regarding a labor dispute involving an employee with a 25% disability. The employee argued that the employer's termination violated specific protections for disabled workers under Greek law, while the employer contended the termination was lawful. The Court ruled that the lower court incorrectly applied the statutory threshold for disability protection, which requires at least 50% disability, thereby invalidating the termination classification and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 § 1 and 11 § 1 of Law 2643/1998; A labor contract termination is invalid if the employer misapplies disability protection statutes by failing to verify the statutory minimum disability percentage required for special protections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 820 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 820/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...." (...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Κατσαούνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Περράκη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/3/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 463/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5276/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 24/9/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24-9-2019 και με αριθ. κατάθεσης 8882/850/27-9-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 5276/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος κατά της υπ' αριθ. 463/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 2-3-2015 αγωγή αναγνώρισης της ακυρότητας της από 2-2-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα-εναγομένη και επιδίκασης μισθών υπερημερίας και αφού εξαφάνισε αυτή δέχθηκε την αγωγή και ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά το άρθρο 1 § 4 εδ. α ν. 1648/1986 "Προστασία πολεμιστών, αναπήρων και θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων", (ΦΕΚ Α' 147) στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται επίσης ανάπηρα άτομα, με αναγκαστική τοποθέτηση ηλικίας 15-65 ετών που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση από οποιαδήποτε χρόνια σωματική ή πνευματική ή ψυχική πάθηση ή βλάβη, εφόσον είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα άνεργων αναπήρων του Οργανισμού (Ο.Α.Ε.Δ.).
Κατά δε το άρθρο 11 § 1 του ίδιου νόμου, η σχέση εργασίας των ατόμων αυτών λύεται "... γ) Με καταγγελία ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 8 του νόμου αυτού, για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από το νόμιμα αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση, ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντιπειθαρχική γενικώς διαγωγή".
Εξάλλου, στο άρθρο 66 ν. 1943/1991 (ΦΕΚ 50/Α/11-4-1991), ορίζεται ότι: "§1. Συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ατόμων με ειδικές ανάγκες (ν. 1648/1986, άρθρο 1 παρ. 4, εδάφιο πρώτο), που έληξαν από 31 Μαΐου 1990 και εφεξής, παρατείνονται έως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κατά παρέκκλιση των διατάξεων που καθορίζουν την ανώτατη διάρκεια της σύμβασης ή παράτασής της.
Συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου, που παρατάθηκαν ήδη, είναι νόμιμες, έστω και αν η παράταση έγινε καθ' υπέρβαση του ανώτατου χρονικού ορίου απασχόλησης. Για την παράταση των συμβάσεων των ανωτέρω ατόμων δεν απαιτείται να είναι αυτά εγγεγραμμένα στα μητρώα άνεργων αναπήρων του Ο.Α.Ε.Δ. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α.
και τους λοιπούς φορείς του δημόσιου τομέα. §2. Η σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου των ατόμων με ειδικές ανάγκες (άρθρο 1 παρ. 4 εδάφιο πρώτο του ν. 1648/1986) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Η ιδιότητα των υπηρετούντων ως ατόμων με ειδικές ανάγκες προκύπτει είτε από εγγραφή στα μητρώα άνεργων αναπήρων του Ο.Α.Ε.Δ. είτε από πιστοποίηση των πρωτοβάθμιων υγειονομικών επιτροπών του Δημοσίου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από τη δημοσίευσή του ν. 1943/1991 στο ΦΕΚ (βλ. άρθ. 93 αυτού) οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου των ατόμων με ειδικές ανάγκες που έχουν προσληφθεί σύμφωνα με το άρθρο 1 § 4 εδάφ.
πρώτο του ν. 1648/1986, μετατρέπονται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η ιδιότητα δε των υπηρετούντων ως ατόμων με ειδικές ανάγκες, για την αυτοδίκαιη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, προκύπτει είτε από εγγραφή στα μητρώα άνεργων αναπήρων του Ο.Α.Ε.Δ. είτε από πιστοποίηση των πρωτοβάθμιων υγειονομικών επιτροπών του Δημοσίου.
Επακολούθησε ο ν. 2643/1998 (ΦΕΚ 220/Α/28-9-1998), με τον οποίο αντικαταστάθηκε ο ν. 1648/1986. Στο άρθρο 1 § 1 του νέου νόμου ορίζονται οι κατηγορίες των προστατευόμενων προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται, σύμφωνα με την περ. β' και τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξ αιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), εφόσον είναι γραμμένα στα μητρώα ανέργων αναπήρων του ΟΑΕΔ.
Στο άρθρο 11, που αναφέρεται στη λύση της σχέσεως εργασίας, ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Η σχέση εργασίας των προσώπων που τοποθετούνται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού ή των ατόμων με ειδικές ανάγκες του πρώτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ανεξαρτήτως αν έχουν προσληφθεί υποχρεωτικά ή όχι, λύεται:
α)... β)... γ) Με καταγγελία ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 για τους εξής λόγους: αα) Για παραβάσεις που προβλέπονται από τον αναγνωρισμένο οργανισμό ή κανονισμό της υπηρεσίας ή επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για τις οποίες ορίζεται ως ποινή η απόλυση, ββ) Για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα στην εκτέλεση της εργασίας, που δεν οφείλεται πάντως στα τραύματα ή στην αναπηρία ή για ανάρμοστη συμπεριφορά ή για αντικοινωνική γενικώς διαγωγή".
Ενώ, με το άρθρο 15 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (βλ. άρθ. 19: από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, 28-9-1998) καταργούνται οι διατάξεις του ν. 1648/1986. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι, από της ισχύος του ν. 2643/1998 ο ν. 1648/1986 και συνεπώς και η παρεχόμενη απ' αυτόν προστασία στα άτομα με ειδικές ανάγκες καταργείται, προκειμένου δε αυτοί να υπαχθούν στην προστασία του άρθρου 11 του ν. 2643/1998 απαιτείται, πέραν της απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 9 (αντίστοιχης της Επιτροπής του άρθρου 8 του ν. 1648/1986), να έχουν ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον.
Έτσι, η παρεχόμενη με το νόμο αυτό (2643/1998) προστασία δεν επεκτείνεται και στα άτομα με ειδικές ανάγκες που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά με τις προϊσχύουσες του ν. 2643/1998 διατάξεις, ανεξαρτήτως ποσοστού αναπηρίας αυτών. Εάν ο νομοθέτης ήθελε την επέκταση αυτή και στα άτομα με ειδικές ανάγκες που τοποθετήθηκαν αναγκαστικά με τις προϊσχύουσες του ν. 2643/1998 διατάξεις, ανεξαρτήτως ποσοστού αναπηρίας αυτών (μικρότερου του 50%), θα το είχε διαλάβει ρητώς, όπως έκαμε για τους παλαιούς πολεμιστές, τους οποίους περιέλαβε στην προστασία του άρθρου 11 ορίζοντας ότι "η σχέση εργασίας των προσώπων που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για τους πολεμιστές μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού" λύεται σύμφωνα με όσα προβλέπονται στις διατάξεις του εν λόγω άρθρου.
Η βούληση αυτή του νομοθέτη συνάγεται με σαφήνεια και εκ του ότι στο ν. 2643/1998 δεν περιλήφθηκε διάταξη ανάλογου περιεχομένου με εκείνο του άρθρου 13 του ν. 1648/1986, στην οποία με τον τίτλο "διατήρηση προστασίας" οριζόταν ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και για όσους έτυχαν προστασίας με βάση την προϊσχύουσα για τους πολεμιστές και αναπήρους νομοθεσία (ΑΠ 74/2010).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, 7/2006).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε προσληφθεί, αρχικά, από την εταιρία με την επωνυμία "..." (...), από τις 14.9.1993, δυνάμει της από 14.5.1996 σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως άτομο με ειδικές ανάγκες, βάσει των προστατευτικών διατάξεων των νόμων 1648/1986 και 1943/1991, κατόπιν της από 22.11.1991 Γνωμάτευσης της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Λαμίας και της υπ' αρ. 1168/20.3.1992 αποφάσεως της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αθηνών, με τις οποίες διαπιστώθηκε η υπαγωγή του στις άνω διατάξεις και κρίθηκε ικανός για εργασία, εν συνεχεία, δε, εντάχθηκε στο προσωπικό της εναγομένης εταιρίας (ήδη αναιρεσείουσας), η οποία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκ της επίδικης συμβάσεως του ενάγοντος, ως καθολική διάδοχος, κατ' άρθρο 123 Ν. 4001/2011.
Περαιτέρω, επειδή ο ενάγων απουσίασε από την Υπηρεσία του για περισσότερες από τριάντα (30) διακεκομμένες ημέρες εντός του ημερολογιακού έτους 2014, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε -έπασχε από αγχώδη νεύρωση και επίμονη χρονίζουσα οσφυαλγία, συνεπεία των οποίων του αναγνωρίστηκε ποσοστό αναπηρίας 25%, με την ως ανωτέρω Γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Λαμίας, ακόμη, από έντονες ημικρανίες και κατάθλιψη, καθώς και από τον ιό HIV-AIDS, παρουσιάζοντας κόπωση, ανορεξία και απώλεια βάρους 25 κιλών-, δίχως, όμως, να "δικαιολογήσει" την απουσία του, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία, η εναγομένη του γνωστοποίησε, με το υπ' αρ.
πρωτ. ΔΑΝΠ/1288/2.2.2015 έγγραφο-απόφαση της Διευθύνσεως Ανθρωπίνων Πόρων, ότι η σύμβαση εργασίας του είχε λυθεί "αυτοδίκαια", χωρίς αποζημίωση, από 18.12.2014, κατ' άρθρο 36 παρ. 2 του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η., της αδικαιολόγητης απουσίας του θεωρούμενης ως παραιτήσεως. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο ενάγων ενέπιπτε στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2643/1998, που αντικατέστησε το Ν. 1648/1986 -τον οποίο και κατήργησε με το άρθρο 15-, όσον αφορά στη μέριμνα για την απασχόληση προσώπων ειδικών κατηγοριών, η σύμβαση εργασίας του μπορούσε να λυθεί, κατ' άρθρο 11 Ν. 2643/1998 -μεταξύ άλλων, αναφερομένων περιοριστικά, λόγων-, για αποδεδειγμένη ανεπάρκεια ή ακαταλληλότητα, κατά την εκτέλεση της εργασίας, μη οφειλόμενη στην αναπηρία του, με καταγγελία, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ίδιου νόμου (άρθρο 11 παρ. 1 εδ.
γ') και τούτο αν και δεν είχε προσληφθεί υποχρεωτικά (βλ. σχετική διευκρίνιση άρθρου 11...). Συνακολούθως, η από 2.2.2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος τυγχάνει παράνομη και, εντεύθεν, άκυρη, ως αντιβαίνουσα στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 2643/1998 και μάλιστα, στη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 εδ.
γ', διότι έγινε δίχως να έχει προηγηθεί απόφαση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ίδιου νόμου και χωρίς να συντρέχει περίπτωση μη οφειλόμενης στην αναπηρία του ανεπάρκειάς του κατά την εκτέλεση της εργασίας -ούτε άλλη περίπτωση εκ των αναφερομένων στο άρθρο 11-, καθόσον προέκυψε ότι η επίδικη απουσία του ήταν ανυπαίτια, οφειλόμενη, σαφώς, στην ως άνω διαγνωσθείσα αναπηρία του και στα σοβαρότατα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε...".
Και με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την κύρια βάση της αγωγής, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 2-2-2015 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδέχεται, στο εξής, τις υπηρεσίες του, επ' απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ, για κάθε ημέρα παράβασης της ως ανωτέρω υποχρέωσής της και υποχρέωσε αυτή να του καταβάλει τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 18.12.2014 έως 22.5.2015, ποσού 9.415 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο αφότου έγινε απαιτητό το κάθε κονδύλιο (μισθοί και δώρο Πάσχα).
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 περ. β' και 11 § 1 περ. γ' ν. 2643/1998, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν ετύγχαναν εφαρμοστέες, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε (ανέλεγκτα) ότι ο αναιρεσίβλητος παρουσίαζε αναπηρία σε ποσοστό 25%, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του νόμου, σύμφωνα με τις οποίες (άρθ. 1 § 1 περ.
β') στις προστατευτικές διατάξεις του υπάγονται και τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, που έχουν περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξ αιτίας οποιασδήποτε χρόνιας σωματικής ή πνευματικής ή ψυχικής πάθησης ή βλάβης (άτομα με ειδικές ανάγκες), υπήγαγε αυτόν στο νόμο αυτό (ενώ δεν υπαγόταν, λόγω αναπηρίας μικρότερης του ποσοστού 50%), με αποτέλεσμα εσφαλμένα να κρίνει τη λύση της επίδικης σύμβασης εργασίας εκ του άρθρου 36 § 2 του ΚΚΠ/...
ως καταγγελία του άρθρου 11 § 1 περ. γ' του εν λόγω νόμου (2643/1998) από την αναιρεσείουσα, η οποία, ως αντιβαίνουσα τη διάταξη αυτή, τυγχάνει παράνομη και, εντεύθεν, άκυρη και να οδηγηθεί στο ως άνω εσφαλμένο διατακτικό του. Σημειωτέον ότι, εν προκειμένω (χρόνος λύσης της σύμβασης), δεν τυγχάνει εφαρμογής ο ν. 1648/1986, κατ' εφαρμογή του οποίου σε συνδυασμό με το άρθρο 66 ν. 1943/1991 προσλήφθηκε ο αναιρεσίβλητος, αφού καταργήθηκε με το άρθρο 15 του ν. 2643/1998.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά (ότι ο αναιρεσίβλητος δεν προστατεύεται από το άρθρο 11 ν. 2643/1998) και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνεται δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του πιο πάνω λόγου που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης με την αναίρεση απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών, η παραδοχή των οποίων οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 55/2018, ΑΠ 204/2017), πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 § 3). Τέλος, πρέπει ο αναιρεσίβλητος που ηττήθηκε στη δίκη να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5276/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ